Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΠΑΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΠΑΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

14.2.10

ΣΤΟ ΛΟΥΛΟΥΔΙ ΤΗΣ ΚΝΥΔΟΥ


(Άφιερωμένο εξαιρετικά στην φίλη του blog
που μας παρότρυνε να ανεβάσουμε κάτι!!!...)

ΣΤΟ ΛΟΥΛΟΥΔΙ ΤΗΣ ΚΝΥΔΟΥ 1

Άν η φτωχιά μου λύρα
μπορούσε με τον ήχο της μονάχα
το θυμό ν' απαλύνει
του δυνατού ανέμου
και την ορμή του ασύχαστου πελάγου•

αν στ΄άγρια ρουμάνια
με τ' απαλό τραγούδι της μπορούσε
τ' αγρίμια να ημερέψει,
τα δέντρα να σαλέψει
και στο ρυθμό της να τα παρασύρει•

μη θαρρείς πως θα υμνούσα
λούλούδι εσύ πεντάμορφο της Κνύδου
τον αγριοθώρητο Άρη,
σε χάρο ξαλλαγμένο,
με ιδρώτα, σκόνη κι αίμα λερωμένο•

μήτε τους στρατηλάτες,
που σε θριάμβου αμάξια αναβασμένοι,
σέρνουν τους αιχμαλώτους,
Φραντζέζους κι Αλεμάνους,
δεμένους απ' το σβέρκο μ' αλυσίδες.

Παρά θα υμνούσα εκείνη
τη δύναμη της σπάνιας ομορφιάς σου
και που και που μαζί της
θα 'βαζα μες τους ύμνους
την αγριάδα που οπλίζει τη θωριά σου•

και πως για σέ μονάχα
για την τρανή σου αξία κι ωραιότη
σα βιόλα 2 ξαλλαγμένος
θρηνεί τη δυστυχιά του
ο δόλιος εραστής στο συμβολό της.3

Μιλώ για το δεσμώτη,
που πιότερη έγνοια του' πρεπε στ' αλήθεια,
που ζωντανός πεθαίνει,
στα κάτεργα ριγμένος
και στο κοχύλι της θεάς 4 δεμένος•

που απ' αφορμή δική του
τ' άγριου τ' αλόγου πια δεν τιθασεύει
το νεύρο και τη φούρια,
δεν το χαλιναρώνει
κι ουδέ με τα σπιρούνια το κεντρίζει.

Κι απ' αφορμή σου πάλι
δεν κουμαντάρει πια τη γοργή σπάθα
και στον αβέβαιο κάμπο
φεύγει απ' το σκονισμένο
στίβο σαν το φαρμακερό το φίδι.

Για σε η καλή του μούσα,
αντίς κιθάρας συγχορδίες, του εμπνέει
παράπονα θλιμμένα,
που απ' το πολύ το κλάμα
την όψη του εραστή στο δάκρυ λούζουν.

Για σε ο πιο εγκάρδιος φίλος
αδιάφορος και βαρετός του εγίνη•
σ' αυτό μάρτυρας είμαι,
που στο ναυάγιο του
του στάθηκα λιμάνι αναπαυτήριο.

Και τώρα τόσο ο πόνος
το θολό λογικό του εξουσιάζει,
που καταχθόνιο τέρας
ποτέ δεν το μισήσαν
καθώς εγώ μισήθηκα από κείνον.

Δεν είσ' εσύ πλάσμένη
απ' το σκληρό το χώμα• δε σου πάει
του αγνώμονα το λάθος,
αφού τα λάθη όλα
τα 'χεις εσύ από μέσα σου εξορίσει.

Δείλιασε και πτοήσου
απ' το πάθημα της Άναξαρέτης, 5
που ψηλομύτα όντας
αργά έχει μετανιώσει
και φλέγονται ψυχή και πέτρα αντάμα.

Χαιρότανε στων άλλων
τα βάσανα το πετρινό της στήθος,
ώσπου κοιτώντας χάμω
να κοίτεται θωράει
του δύστυχου εραστή τ' άψυχο σώμα.

Και στο λαιμό δεμένο
το βρόχο που μ' αυτόν την πονεμένη
καρδιά του είχε λυτρώσει,
που με στιγμής τον πόνο
την αιώνια ποινή ενός άλλου είχε αγοράσει.

Να λιώνει ένιωσε τότε
σ' αγάπης γλύκα η άπονη αγριάδα,
ώ άχρηστη μετάνοια,
όψιμη τρυφεράδα,
πως σ' ήβρε μεγαλύτερη σκληράδα;

Τα μάτια καρφωθήκαν
στο τεντωμένο σώμα που θωρούσαν
τα κόκαλα γινήκαν
πιο σκληρά κι απλωθήκαν
κοκαλώνοντας όλο της το κρέας,

τα παγωμένα σπλάχνα
σκληρή σιγά-σιγά γινήκαν πέτρα,
στις άθλιες της φλέβες
έπαψε πια το αίμα
τη μορφή και τη φύση του να ξέρει,

ώσπου στα τελευταία,
μαρμαρωμένη απ' την κορφή ώς τα νύχια,
στον κόσμο δε γεννούσε
το δέος, παρά τη γνώση,
του πως η αγνωμοσύνη τιμωριέται.

Μη θές κι εσύ, κυρά μου,
της θυμωμένης Νέμεσης τα βέλη
να δοκιμάσεις τώρα.
Άσ' τις καλές σου πράξεις
και τη λαμπρή πμορφιά σου θείο θέμα

στους ποιητές να δίνουν,
χωρίς ποτέ τους σε θρηνώδεις στίχους
να χρειαστεί να ψάλλουν
μιαν άλλη τραγωδία,
που εσύ θα της γινόσουν αιτία.

ΓΚΑΡΘΙΛΑΣΟ ΝΤΕ ΛΑ ΒΕΓΑ
(GARCILASO DE LA VEGA)1503-1536
Μετάφραση Ηλίας Ματθαίου
Εκδόσεις Γνώση

Οι παραπομπές είναι του μεταφραστή (διαφέρει μόνο η αρίθμηση).

(1)Το ποίημα είναι εμπνευσμένο απ' τη δόνια Βιολάντε Σανσεβερίνο,
που την ερωτεύτηκε χωρίς ανταπόκριση ο φίλος του ποιήτη, Μάριο Γαλεότα.

(2)Ό εραστής, εξαιτίας του ερωτικού του μαρτυρίου, έχει γίνει χλωμός σαν τη βιόλα.

(3)Άπ' την άλλη μεριά η βιόλα, χάρη στη χλωμάδα της, γίνεται εδώ σύμβολο του χωρίς ανταπόκριση έρωτα.Δεν είναι άσχετη κι η ομοιότητα της λέξης «βιόλα» με το μικρό όνομα (Βιολάντε) της σκληρής αγαπημένης.

(4)Πρόκειται για τη θεά Αφροδίτη (αναφέρεται ρητά στο πρωτότυπο)που σύμφωνα με την αρχαία ελληνική μυθολογία, γεννήθηκε στον αφρό της θάλασσας και βγήκε στη στεριά μέσα σ' ένα κοχύλι. Σ' αυτό το κοχύλι (γαλέρα του έρωτα) ήταν δεσμώτης-κωπηλάτης ο άτυχος εραστής, ποιητική μεταφορά που ο Γκαρθιλάσο ντε λα Βέγα θα την εμπνεύστηκε απ' το γεγονός ότι «Γαλεότα» (το επίθετο του εραστή) στα ισπανικά σημαίνει: γαλέρα.

(5) Άρχοντοπούλα της Κύπρου που την αγάπησε ο Ίφις. Επειδή όμως εκείνος ήταν από παρακατιανό σόι, η Αναξαρέτη δεν ανταποκρίθηκε στον ερωτά του κι ο Ίφις, απελπισμένος, κρεμάστηκε μπροστά στην πόρτα της. Τελικά η Άναξαρέτη μεταμορφώθηκε απ’ τη θεά Άφροδίτη σε πέτρα για να τιμωρηθεί για τη σκληρότητά της. (Όβίδιου Μεταμορφώσεις).

25.6.09

Ο ΛΥΚΟΣ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ


Ο ΛΥΚΟΣ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ

Η λάμψη του χιονιού. Οι κέδροι σα γαλάζιες φλόγες.
Το φεγγάρι είν’ ασημένιο μάτι.

Το τρίξιμο απ’ τα κόκαλα των οδοιπόρων. Η μακρινή ηλιαχτίδα.

Σα μια συνομιλία σβησμένη. Ο άνεμος στο δροσερό σεντόνι.

Η στιγμιαία βροχή. Το σιτεμένο ταμπούρλο. Η σακούλα.

Τα μάτια από χρυσή βροχή.
Το σύννεφο και το φεγγάρι. Η ασημένια του όψη μιας στιγμής.

Το πέτρινο δρομάκι. Ο άνεμος στο υγρό σεντόνι.
Η απόμακρη βροντή. Τ’ ανάλαφρο σου βήμα.

Το σύννεφο θολώνει τον καθρέφτη. Η ματωμένη του όψη.
Το δάσος είναι γαλανό. Η βροντή στο τέλος του δρόμου. Το ταμπούρλο.

Το καλύβι. Ο νοτερός καπνός. Το φώς μέσ’ απ’ τα κουρτινάκια.
Ο άνεμος είν’ ο χτύπος. Οι κραυγές. Το ύψωμα.

Ο λύκος τη νύχτα. Ο λύκος στην πόρτα. Η σύντομη αστραπή.
Το δάχτυλο δείχνει. Το μάτι με πέρλες βροχής.

Η ματωμένη μούρη του στην πόρτα. Η μυρουδιά του καμένου ξύλου.
Η βροχή διαλύει το πέπλο της. Λιώνει τη γάζα στην όψη της.

Το αίμα. Η βροχή στο λαιμό.

Η καταδίωξη μέσ’ απ’ τους γαλάζιους κέδρους. Τ’ ανεμοπανταλόνι.
Το μαχαίρι στην τσάντα. Η νερένια πληγή.

Το φεγγάρι είναι μάτι ματωμένο. Οι κέδροι είναι φλόγες γαλάζιες.
Ο λύκος στο δάσος. Η απόμακρη βροντή.

Ο νοτερός καπνός στο σπίτι. Το αίμα στο χιόνι.
Το σπίτι τ’ άδειο.

Το μάτι με πέρλες βροχής. Ο άνεμος στο παγερό σεντόνι.
Το μαχαίρι στο χιόνι.

FELIX DE AZUA
ΗΛΙΑΣ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

14.11.08

ΜΟΝΟΤΟΝΙΑ


ΜΟΝΟΤΟΝΙΑ

Ή θάλασσα με κύματα από τσίγκο κι αφριστόν
ασβέστη, μας πολιορκεί
με τον απέραντο καημό της.
Όλα μοιάζουν-
στη δύση, στην ανατολή, στο νότο, στο βορρά,
κι ο ουρανός και το νερό-, σκληρά και γκρίζα,
άσπρα και στεγνά.

Ποτέ τόσο μεγάλο
χασμουρητό δεν έσκαψε βαθιά τον κόσμο!

Έχουνε οι ώρες ίδιο μέτρο
καθώς ακέρια η θάλασσα κι ακέριος ο ουρανός
άσπρος και γκρίζος, στεγνός και σκληρός.
κάθε ώρα και μιά θάλασσα, στεγνή και γκρίζα,
κι ένας ουρανός, άσπρος και σκληρός.

Κι από τον πύργο της ψυχής τον μισογκρεμισμένο
Κανένας δεν μπορεί να βγεί!

Σ’ όλα τα πλάτη-στο βοριά,
στο νότο, στην ανατολή, στη δύση-,
μιά θάλασσα από τσίγκο κι από γύψο,
κι ένας, όπως η θάλασσα, από γύψο
κι από τσίγκο ουρανός,
της θλίψης ανεξάντλητα κοιτάσματα,
Χωρίς αυγή, χωρίς ηλιοβασίλεμα....

Juan Ramon Jimenez
Μτφρ.Πέτρος Α.Δήμας
Εκδόσεις Σοκόλη

17.10.08

ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ


Photo:Andrew Maidanik

ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

Ολόκληρο το παρελθόν, μεγάλο
κι ελεύθερο, ξεντύνεται
μέσα στο πορφυρόν ηλιόγερμα,
σαν την ασύγκριτη γυναίκα.

(Ώ γύμνια χωρίς όνομα,
υπέρτατη αποθέωση!)

Το απέραντο στεφάνι του,
τριαντάφυλλο από φλόγα,
είναι απ’ το μέλλον πλουσιότερο,
απ’ την αυγή πιο φωτεινό.

(Δέν θα ’ναι τίποτε ωραιότερο,
ποτέ, από σένα, παρελθόν!)

Ξέρω καλά πως θα το βρίσκω
πιο πέρα πάντα, κόρφο
της θάλασσας, κορφή μιάς άλλης γής,
μέσα στη μόνη δόξα.

JUAN RAMON JIMENEZ

1.7.08

ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΜΑΛΛΙΑ


...ΠΙΝΑΚΑΣ PICASSO

ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΜΑΛΛΙΑ

Από το φεγγαρόκηπο της σάρκας
δριμιά κι άγρια, μαύρα μαλλιά περάσαν.

Νύχτα θανάσιμη. Έπαλλε βαθιά μου
το γιομοφέγγαρο έξοχο και λαύρο.

Τα μυστικά όλα στέκονταν απ’ έξω,
φέγγαν του θεού τους στης νυχτιάς το φρέσκο.

Τι χαλασμός απο φιλιά κι απ’ άνθια!
Τι πανικός απ’ των μαλλιών το διάβα!

Και το φεγγάρι τόξευε απ’ τα ουράνια
βέλη ασημένια στα μαλλιά τα μαύρα!

*

Τον κήπο μου κουρσέψαν. Το μαχαίρι
των κλωστών τους, μου θέρισε τις σκέψεις.

Μίσχος δεν έμεινε, όνειρο κανένα,
στα πόστα που ’χε η έκσταση πιασμένα.

Καί στης δύσης το κοίλωμα εκεί κάτου
κάθισαν τα μαλλιά να ξαποστάσουν.

Την άλλη μέρα με ρώταγαν όλοι
πώς ρήμαξε τον κήπο τ’ αγριοβόρι.

Κι η καρδιά μου γοργοχτυπούσε ακόμα
απ’ των μαλλιών των μαύρων τον τυφώνα.

Juan Ramon Jimenez
ΜΤΦΡ.ΗΛΙΑΣ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΝΩΣΗ

24.6.08

ΣΚΥΒΩ ΕΚΕΙ ΚΑΘΕ ΒΡΑΔΥ



Σκύβω εκεί κάθε βράδυ
και αμολάω τα παραπονεμένα δίχτυα μου
στα ωκεάνεια μάτια σου.

Έκει απλώνεται και εκεί φουντώνει με φλόγες πανύψηλες
η μοναξιά μου, πέρα-δώθε στον αέρα
υψώνοντας τα χέρια της σαν ναυαγός.

Ανάβω κόκκινες φρυκτωρίες
πάνω από τα εξόριστα μάτια σου
που σαν τα κύματα έρχονται της θάλασσας
και σκάνε στην ποδιά του φάρου.

Αγναντεύεις μοναχή τα ερέβη,
γυναίκα εσύ η αλαργινή και η πλησίον•
μέσ’ απ’ το βλέμμα σου
Ώρες-ώρες αναδύεται ο μακρύς γιαλός του τρόμου.

Σκύβω εκεί κάθε βράδυ
και μαζεύω τα παραπονεμένα δίχτυα μου
από τη θάλασσα εκείνη
που κλυδωνίζει τα ωκεάνεια μάτια σου.

Νυχτερινά πουλιά ραμφίζουνε τα πρώτα αστέρια
που λάμπουν εκεί απάνω
όπως λάμπει η ψυχή μου την ώρα που σ’ αγαπάω.

Καλπάζει στη ράχη του μαύρου της κέλητα η νύχτα
και τσαλαπατάει τα στάχυα τα γαλαζιανά στον κάμπο.

Pablo Neruda

ΕΙΚΟΣΙ ΕΡΩΤΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
ΚΑΙ ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΧΩΡΙΣ ΚΑΜΜΙΑΝ ΕΛΠΙΔΑ

ΜΤΦΡ.ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΥΠΩΘΗΤΩ

9.6.08

ΝΕΚΡΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΓΝΑΤΙΟ ΣΑΝΤΣΕΘ ΜΕΧΙΑΣ


Στην φωτογραφία ο Ταυρομάχος που ο θανατός του από τον ταύρο στην
αρένα έγινε αιτία να γραφεί το "έπος-θρήνος" από τον LORCA...
...Ολόκληρο το ποίημα το έχει μεταφράσει ο Νίκος Γκάτσος

ΝΕΚΡΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΟΝ
ΙΓΝΑΤΙΟ ΣΑΝΤΣΕΘ ΜΕΧΙΑΣ
(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ)

Ο ταύρος, η συκιά δεν σε γνωρίζουν πιά,
ούτε τ’ αλόγατα και τα μυρμήγκια του σπιτιού σου,
και μήτε το παιδί, κι’ ούτε το βράδυ πια δεν σε γνωρίζει,
γιατί, είσαι νεκρός για πάντα.

Η κρύα ράχη της πέτρας πια δεν σε γνωρίζει,
ούτε το μαύρο το πανί που μέσα λυώνει το κορμί σου.
Βουβή και η θύμηση σου ακόμα σ’ αγνοεί,
γιατί, είσαι νεκρός για πάντα.

Θε νάρθη το χινόπωρο με τις θαλασσινές του τις μπουρούδες,
το κοκκινόμουντό του αγιάζι, τα σμιχτά βουνά του,
κανείς δεν θα ποθή το βλέμμα σου να συναντήση,
γιατί, είσαι νεκρός για πάντα.

Γιατί, είσαι νεκρός για πάντα,
καθώς όλοι οι νεκροί του κόσμου,
καθώς όλοι οι νεκροί που λησμονιούνται,
σαν μιάνα στοίβα στοίβα ψόφιων σκυλιών.

Κανείς δεν σε γνωρίζει πια, όμως εγώ σε τραγουδώ,
τραγουδώ, γι’ αργότερα, το μετωπό σου και τη χάρη σου,
την ωριμότητα της γνώμης σου της ξακουσμένης,
τον πόθο πούχες για το θάνατο, και τη γεύση των χειλιών σου,
και την πίκρα πούταν στο βάθος της αντρίκειας σου χαράς.

Θ’ αργήση πολύ να γεννηθή, άν γεννηθεί ποτές,
ένας Ανδαλουσιάνος τόσο αγνός, τόσο γιομάτος περιπέτεια.
Το τι ευγένεια είχε τραγουδώ με λόγια όλο δάκρυα,
κι’ ο νούς μου πάει στον πικρόν άνεμο
που μέσ’ στον ελαιώνα λυσσομανά.

FEDERICO GARCIA LORCA
ΜΤΦΡ.ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ

3.6.08

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ

Έλα, ουρανέ, πές μου το ναί!
Ο ουρανός,
σαν ερωτευμένη κορασιά,
αφήνοντας μου το χέρι μες στη φούχτα μου
λέει όχι και ναί, με τ’ αστέρια του.
Χαμογελάει και κλαίει,
δείχνοντας μου την εξαίσια ομορφιά
της αβεβαιότητας.
Ώ τι αμφιβολία, τι τρόμος, τι αυπνία,
να μην παρατώ τη γλυκειά μου πλάνη,
να μη ζητώ εγώ ο τρελλός,
τίποτ’ άλλο παρά μονάχα την ελπίδα,
να μην ξέρω τίποτα για τα ρόδα
της μελλούμενης άνοιξης!
τίποτα για την σχεδόν βέβαιη
τωρινή ετούτη στιγμή!
Και περνούν, νύχτες, νύχτες, νύχτες,
χωρίς να κλείσω μάτι,
βγαίνοντας έξω άυπνος, να δώ
τον πράσινο ουρανό της αυγής•
εκστατικός, προσδοκώντας
να πεί το ναί στήν ψυχή μου!

Juan Ramon Jimenez 1881-1958
ΜΤΦΡ.ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΤΖΑΚΗΣ

7.5.08

Η ΓΥΜΝΗ ΓΥΝΑΙΚΑ



Η ΓΥΜΝΗ ΓΥΝΑΙΚΑ

Ωραία ανθρώπινη πηγή,
Συντριβάνι χαράς ανάμεσα στα πράματα,
τρυφερό, γκυκό, καμπύλο νερό,
γυμνή γυναίκα· μια μέρα
δε θα σε βλέπω πιά·
σου μέλλεται να μείνεις
δίχως τα σκοτεινά τούτα μάτια μου,
που συμπληρώνουν τα πανώρια σου κάλλη,
με την αχόρταγη πλησμονή της ματιάς τους.

(Kαλοκαίρια· πράσινες φυλλουριές,
νερά ανάμεσα στα λουλούδια·
χαρούμενα φεγγάρια απάνου απ’ το κορμί,
ζεστασιά κι’ αγάπη, γυμνή γυναίκα!)

Στέρεο σύνορο της ζωής,
τέλεια ήπειρος,
ξετελεμένη αρμονία, μοναδικέ σκοπέ,
σίγουρε ορισμέ της ομορφιάς,
γυμνή γυναίκα,μια μέρα
θα συντριβεί η γραμμή του κορμιού μου·
μου είναι γραφτό να σκορπίσω
στην απρόσωπη φύση·δεν θάμαι πια τίποτα για σένα,
ώ παγκόσμιο δέντρο με αμάραντα φύλλα,
ώ χειροπιαστή αιωνιότητα,
γυμνή γυναίκα!

JUAN RAMON JIMENEZ (1881-1958)

29.1.08

ΑΥΓΕΣ ΤΟΥ MOGUER


ΑΥΓΕΣ ΤΟΥ MOGUER

Ο μαύρος ταύρος ,καθαρός κι όμορφος ,ξεπροβάλλει
μες στο ψυχρό πρασινωπό χάραμα, στυλωμένος
ψηλά στο βράχο το γλαυκό, μονάχος.
Μουγκρίζει απ’το βορρά στο νότο ,κουτουλώντας
το βαθυκύανο ζενίθ,κατάστερον ακόμη
από μεγάλα αστέρια,
με το γιγάντιο μετωπό του.

Η μοναξιά η απέραντη φοβάται
η σιγαλιά η ατέλειωτη σωπαίνει.

...!
Ο ταύρος , βράχος που κατρακυλά ,κατηφορίζει
Μες την ηδονική χαράδρα.

Δεν υπάρχουν πλέον
πάρεξ αυτός ,που ξεμακραίνει ,μαύρος,
και άσπρο και τριανταφυλλί,το φώς που καταφτάνει!

*
ΤΙ ΤΑΙΡΙΑΣΤΟΝ υφάδι και στημόνι !Το κορμί σου
μαζί με την ψυχή μου ,αγαπημένη,
και το δικό μου το κορμί μαζί με την ψυχή σου.

JUAN RAMON JIMENEZ
ΜΤΦΡ:ΠΕΤΡΟΣ Α.ΔΗΜΑΣ
ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΞΕΝΗ ΠΟΙΗΣΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΟΚΟΛΗ ΑΘΗΝΑ 2006

26.1.08

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ

Η γη μας ταξιδεύει μέσα από στεριές
εσύ όμως.θάλασσα,
μέσ’απ’τον ουρανό μας ταξιδεύεις.

Με φώς αλάθευτο,ασημένιο και χρυσό,
τ’άστρα μας δείχνουν την πορεία!Θα ’λεγες
πώς είναι η γη του σώματος ο δρόμος,
πως της ψυχής ο δρόμος είναι η θάλασσα.

Ναι,φαίνεται πως η ψυχή ’ναι
της θάλασσας η μόνη ταξιδιώτισσα,
πως ξέμεινε το σώμα
κατάμονο εκεί κάτου στις αχτές,
χωρίς εκείνη,λέγοντας της «χαίρε!»,
βαρύ,ψυχρό και σα νεκρό.

Πώς μοιάζει το θαλασσινό ταξίδι
μ’εκείνο του θανάτου,
μ’εκείνο της αιώνιας ζωής!

JUAN RAMON JIMENEZ 1881-1958

ΜΤΦΡ:ΠΕΤΡΟΣ Α.ΔΗΜΑΣ
ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΞΕΝΗ ΠΟΙΗΣΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΟΚΟΛΗ ΑΘΗΝΑ 2006

24.1.08

MUERTO DE AMOR




MUERTO DE AMOR


A Margarita Manso


¿Qué es aquello que reluce
por los altos corredores?
Cierra la puerta, hijo mío,
acaban de dar las once.
En mis ojos, sin querer,
relumbran cuatro faroles.
Será que la gente aquella
estará fregando el cobre.

Ajo de agónica plata
la luna menguante, pone
cabelleras amarillas
a las amarillas torres.
La noche llama temblando
al cristal de los balcones,
perseguida por los mil
perros que no la conocen,
y un olor de vino y ámbar
viene de los corredores.

Brisas de caña mojada
y rumor de viejas voces,
resonaban por el arco
roto de la media noche.
Bueyes y rosas dormían.
Sólo por los corredores
las cuatro luces clamaban
con el furor de San Jorge.
Tristes mujeres del valle
bajaban su sangre de hombre,
tranquila de flor cortada
y amarga de muslo joven.
Viejas mujeres del río
lloraban al pie del monte,
un minuto intransitable
de cabelleras y nombres.
Fachadas de cal, ponían
cuadrada y blanca la noche.
Serafines y gitanos
tocaban acordeones.
Madre, cuando yo me muera,
que se enteren los señores.
Pon telegramas azules
que vayan del Sur al Norte.
Siete gritos, siete sangres,
siete adormideras dobles,
quebraron opacas lunas
en los oscuros salones.
Lleno de manos cortadas
y coronitas de flores,
el mar de los juramentos
resonaba, no sé donde.
Y el cielo daba portazos
al brusco rumor del bosque,
mientras clamaban las luces
en los altos corredores.



ΝΕΚΡΟΣ ΑΠΟ ΕΡΩΤΑ


Στη Μαργαρίτα Μάνσο


Τα’ είναι κείνο που φεγγρίζει
στους απάνω διαδρόμους;
Σφάλισε την πόρτα, γιέ μου,
κι οι έντεκα σημάναν μόλις.
Άθελα, στα δυό μου μάτια
λάμπουνε τέσσερις λύχνοι.
Σίγουρα κείνοι οι ανθρώποι
θα τρίβουνε το μπακίρι.

Σκόρδο απ’ ασήμι αγωνίας,
το δισταχτικό φεγγάρι,
κατακίτρινα μαλλιά
στους κίτρινους πύργους βάζει.
Των μπαλκονιών το κρουστάλλι
έκρουε τρέμοντας η νύχτα,
κυνηγημένη από χίλιους
σκύλους που δεν την γνωρίζαν
κι ερχόταν απ’ τους διαδρόμους
μυρουδιά άμπρας και κρασίλας.

Αύρες από υγρό καλάμι
και παλιών φωνών βαβούρα
στου μεσονυχτιού το τόξο
το σπασμένο αντιλαλούσαν.
Βόδια και ρόδα κοιμούνταν.
Μόνον απ’ τους διαδρόμους
τα τέσσερα φώτα σκούζαν
με το μανητό τ’ Άι-Γιώργη.
Θλιμμένες νιές της κοιλάδας
καλμάραν τ’ αντρίκιο τους αίμα,
πικρό από μούσκουλα νιάτων
κι ήσυχο απ’ άνθη κομμένα.
Του ποταμού γριές γυναίκες
κλαίγαν στου βουνού τα πόδια
μιαν αδιάβατη στιγμή
από μαλλιά κι από ονόματα.
Προσόψεις ασβεστωμένες
άσπρο κάνανε το βράδυ.
Τ’ ακορντεόνια τους παίζαν
τα χερουβείμ κι οι τσιγγάνοι.
Μάνα, όταν εγώ πεθάνω,
μήνα το στ’ αφεντικά μας.
Τηλεγραφήματα στείλε
βορρά και νότο γαλάζια.
Εφτά κραυγές, εφτά αίματα,
εφτά του ύπνου παπαρούνες,
λοξά φεγγάρια τσακίσαν
σε σάλες άδειες και σκούρες.
Γεμάτο χέρια κομμένα
και στεφανάκια από χόρτο,
δεν ξέρω πού, αντιλαλούσε
τ’ αρχιπέλαγο των όρκων.
Στο τραχύ βουητό του δάσους
βρόνταγε ο ουρανός την πόρτα,
και στους απάνω διαδρόμους
σκούζανε γοερά τα φώτα.

FEDERICO GARCÍA LORCA

Μετάφραση: Ηλίας Ματθαίου.
Διάττων Αθήνα 1989

ΠΙΝΑΚΑΣ: Picador-et-danseuse PICASSO

21.11.07

ΘΡΗΝΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΓΝΑΘΙΟ ΣΑΝΤΣΕΘ ΜΕΧΙΑΣ




ΘΡΗΝΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΓΝΑΘΙΟ ΣΑΝΤΣΕΘ ΜΕΧΙΑΣ

1. Το χτύπημα κι ο θάνατος

Πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Πέντε ακριβώς, την ώρα που βραδιάζει.
Φέρνει εν' αγόρι το νεκροσέντονο
πέντε η ώρα που βραδιάζει
Έτοιμος κι ο κουβάς με τον ασβέστη
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Θάνατος τ' άλλα, θάνατος μονάχα
πέντε η ώρα που βραδιάζει.

Ψηλά παίρνει ο αγέρας τα βαμπάκια
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Το οξείδιο σπέρνει κρύσταλλο και νίκελ
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Παλεύει η περιστέρα με το αγρίμι
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Κι η σάρκα μ' ένα κέρατο θλιμμένο
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Χορδή τυμπάνου αρχίζει να χτυπά
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Αρσενικού καμπάνες κι ο καπνός
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Βουβοί συντρόφοι στ' άχαρα σοκάκια
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Του ταύρου η καρδιά μονάχα ολόρθη
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Όταν ο ιδρώτας χιόνι αργά γινόταν
πέντε η ώρα που βραδιάζει,
όταν η αρένα γέμισε με ιώδιο
πέντε η ώρα που βραδιάζει,
τ' αυγά του στην πληγή άφησε ο θάνατος
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Πέντε ακριβώς, την ώρα που βραδιάζει.
Μια κάσα με καρούλια το κρεβάτι
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Σουραύλια ηχούν και κόκαλα στ' αυτί του
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Στο μέτωπό του ο ταύρος μουκανίζει
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Η κάμαρα ιριδίζει από αγωνία
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Από μακριά σιμώνει κιόλα η σήψη
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Σάλπιγγα κρίνου στον χλοερό βουβώνα
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Οι πληγές του εκαίγανε σαν ήλιοι
πέντε η ώρα που βραδιάζει,
και το πλήθος να σπάει τα παραθύρια
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Α, τι φριχτά στις πέντε που βραδιάζει!
Ήτανε πέντε σ' όλα τα ρολόγια.
Ήτανε πέντε κι έπεφτε το βράδυ.

Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα


Νίκος Γκάτσος
(1911-1992)
...Ολο το ποίημα το έχει μελοποιήσει ο Ξαρχάκος σε απόδοση επίσης του Γκάτσου
πριν αρκετά χρόνια σε βινύλιο βέβαια, και ήταν εξαντλημένο, τελευταία για κάποιους
που το έψαχναν φανατικά κυκλοφόρησε σε δισκάκι ακτίνας όσοι πιστοί του ΙΓΝΑΘΙΟ
αναζητήστε το...

16.11.07

COMO EL TORO


COMO EL TORO

Como el toro he nacido para el luto
y el dolor, como el toro estoy marcado
por un hierro infernal en el costado
y por varón en la ingle con un fruto.

Como el toro lo encuentra diminuto
todo mi corazón desmesurado,
y del rostro del beso enamorado,
como el toro a tu amor se lo disputo.

Como el toro me crezco en el castigo,
la lengua en corazón tengo bañada
y llevo al cuello un vendaval sonoro.

Como el toro te sigo y te persigo,
y dejas mi deseo en una espada,
como el toro burlado, como el toro.



ΣΑΝ ΤΟΝ ΤΑΥΡΟ

Σαν τον ταύρο για το πένθος έχω µοίρα
και για τον πόνο σαν τον ταύρο έχω σηµάδι
στο πλευρό µου µ' ένα σίδερο του Άδη
και του ßουßώνα τον καρπό ανδρισµού πείρα.

Σαν τον ταύρο που µου τη µετράει λίγη
την καρδιά που σαν απέραντη φαντάζει,
της µορφής σου ο έρωτας µε αναγκάζει,
σαν τον ταύρο να σου φωνάζω ό, τι µε πνίγει.

Σαν τον ταύρο µες στα σίδερα ωριµάζω
στην καρδιά µου έχει η γλώσσα µου ßαφτεί
κι έχω µέσα στο λαιµό έναν ήχο µαύρο.

Σαν τον ταύρο ακολουθώ και σε κοιτάζω
και τον πόθο µου αφήνεις σε σπαθί,
σαν τον ταύρο να γυρίζω σαν τον ταύρο

MIGUEL HERNANDEZ
Εκδόσεις Μπιλιέτο/Μετάφραση Βασίλης Λαλιώτης

...Ακόμη ένας PICASSO σαν τον ταύρο...