
ΛΑΟΥΡΑ
Έρωτα, ιδές τη νιά που μας δοξάζει
κι’ είν’ όλη περηφάνεια και καμάρι,
κύττα τι γλύκα και τη χάρη
κ’ είναι σαν λάμψη που ο ουρανός σταλάζει.
Κύτταξε με τι σπάνια τέχνη βάζει
το χρυσάφι και το μαργαριτάρι
και πως σιγά με ανάλαφρο ποδάρι
περπατεί και πως στρέφει και κυττάζει.
Κάτω απ’ τα δέντρα τα πυκνογυρμένα,
χορτάρια κι’ άνθη και τη γη στολίζουν
ναν τα πατήσει την παρακαλούνε.
Φεγγοβολούν τα αιθέρια μαγεμένα
γιατί εκεί που τα μάτια της θωρούνε
τόση γαλήνη κι’ ομορφιά χαρίζουν.
PETRARCA
Μ.ΣΙΓΟΥΡΟΣ
9.5.09
ΛΑΟΥΡΑ
28.11.08
ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟ ΥΜΝΟ ΤΩΝ «ΧΑΡΙΤΩΝ»

ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟ ΥΜΝΟ ΤΩΝ «ΧΑΡΙΤΩΝ»
...Άλαφροφύσητη αύρα στο νιό φέρνει
τον πέπλο της παρθένας, που τον είδε
την ολόξανθη κόμη της να κρύβει...
Πρός την πνοή του ανέμου τρέχει, βρίσκει
το φορεμά της πάνω σ’ ένα θάμνο,
κ’ η κόρη βυθισμένη μες στης λίμνης
το κρύο νερό χαιρόταν τη δροσιά του
κάτου απ’ της καλοκαιρινής σελήνης
τη λάμψη, και βαθειά μες στην καρδιά της
ο μυστικός έρωτας τραγούδουσε.
Κι’ ο απότολμος ερωτιάρης τα κάλλη
του κορμιού της στο διάφανο κρουστάλλι
θάβλεπε νάχουν πλιό μεγάλη χάρη
αν μια ροδακινιά, με τα γυρμένα
πολύκαρπα κλαδιά στα νερά επάνω,
δεν έκρυβε την κόρη που ελουζόταν.
Κ’ εκείνη από τη φυλλωσιά κυττάζει
το νιό που γύρω εκεί παραμονεύει
κι’ απ’ τη ροδακινιά γοργοπηγαίνει
στο θάμνο που κρατεί το φορεμά της...
Θέλει, μα δεν τολμάει, να τη φωνάξει.
Ξάφνου από μια σπηλιά πούταν πλιό πέρα
ψίθυρο σιγαλό γρικάει και φεύγει.
Κ’ εγλύτωσεν η κόρη τρομασμένη
κ’ εκεί δεν ξαναπήγε μοναχή της.
Έκρυβαν τη σπηλιά μεγάλα δέντρα
κι’ ο νιός κόβει κλωνάρι και χτυπάει
σκληρά κοπάδι από άγρια περιστέρια
που γύρω του επετούσαν και τα μάτια
του εσκεπάζαν. Και τέλος νικημένα
τρεμοφτέρουγα φεύγουνε στο αγέρι.
Και τότε ο νιός τα μάτια του γυρίζει
στη σπηλιά τη σελινοφωτισμένη
κι’ αντικρύζει, σε ολανθισμένο στρώμα,
Νεράϊδα κοιμισμένη πλάϊ σε Φαύνο...
κι’ ελπίζει γλυκά κι’ ο ίδιος να μπορέσει
Έτσι κρυφά την κόρη να μαγέψει.
Ugo Foscolo
Μτφρ.Μ. ΣΙΓΟΥΡΟΣ
21.11.08
ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΜΟΥ...

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΜΟΥ...
Τα μάτια της αγάπης μου στολίζει
μια γλυκειά λάμψη· κι’ όπου κι’ αν προβάλει
χίλια μάγια τριγύρω της σκορπίζει,
και θνητός δεν ξανάειδε τέτοια κάλλη.
Άπ’ το φώς τους μια χάρη ρέει αγάλι
και κάνει την καρδιά να λαχταρίζει...
κι’ αν τότε πω να μην γυρίσω πάλι
τίποτε η θελησή μου δεν αξίζει.
Γυρίζω εκεί που έπεσα νικημένος
τη μαγική της σαν πρωτοείδα χάρη
κι’ η ματιά μου ζητάει θάρρος να πάρει.
Δεν τη βρίσκω σαν φτάνω συντριμμένος
κι’ ο πόθος που με φέρνει πάει να σβήσει•
μα ο Έρωτας ποτέ δε θα μ’ αφήσει.
DANTE 1265-1321
Μτφρ.Μ.ΣΙΓΟΥΡΟΣ
18.11.08
ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΠΟΥΧΕΙ...

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΠΟΥΧΕΙ...
Τα μάτια, πούχει ο έρωτας φωλιάσει,
τάειδα κ’ έμεινα τόσο φοβισμένος
γιατί σαν νάμουν καταφρονεμένος
μ’ εκύτταζαν· κ’ η καρδιά μου έχει σπάσει.
Κι’ άν δεν είχε γλυκά χαμογελάσει
σ’ εμένα η κόρη θάμουν πονεμένος,
κι’ ο ίδιος ο Έρωτας θάταν λυπημένος
πως μ’ επλάνεσε και μ’ έχει δαμάσει.
Το λογισμό μου ένοιωθα να σαλεύει,
μόλις εκείνη μ’ είχεν αντικρύσει,
πνεύμα που απ’ τον ουρανό εκατέβη
γι’ αγάπη αληθινή να μου μιλήσει...
Κι’ εξάνοιγα την ηθική ομορφιά της
σαν να βρισκόμουν μέσα στην καρδιά της.
Guido Cavalcanti 1260-1300
Μτφρ.Μ. ΣΙΓΟΥΡΟΣ