Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ ΚΩΣΤΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ ΚΩΣΤΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

21.7.10

ΙΔΑΝΙΚΟΙ ΑΥΤΟΧΕΙΡΕΣ


Γυρίζουν το κλειδί στην πόρτα, παίρνουν
τα παλιά, φυλαγμένα γράμματά τους,
διαβάζουν ήσυχα, κι έπειτα σέρνουν
για τελευταία φορά τα βήματά τους.

Ήταν η ζωή τους, λένε, τραγωδία.
Θεέ μου, το φρικτό γέλιο των ανθρώπων,
τα δάκρυα, ο ίδρως, η νοσταλγία
των ουρανών, η ερημιά των τόπων.

Στέκονται στο παράθυρο, κοιτάνε
τα δέντρα, τα παιδιά, πέρα τη φύση,
τους μαρμαράδες που σφυροκοπάνε
τον ήλιο που για πάντα θέλει δύσει.

Oλα τελείωσαν. Το σημείωμα να το,
σύντομο, απλό, βαθύ, καθώς ταιριάζει
αδιαφορία, συγχώρηση γεμάτο
για κείνον που θα κλαίει και θα διαβάζει.

Βλέπουν τον καθρέφτη, βλέπουν την ώρα,
ρωτούν αν είναι τρέλα τάχα ή λάθος,
«όλα τελείωσαν» ψιθυρίζουν «τώρα»,
πως θ' αναβάλουν βέβαιοι κατά βάθος…

Καρυωτάκης Κώστας

26.1.09

ΤΟ ΕΓΚΩΜΙΟ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ

ΤΟ ΕΓΚΩΜΙΟ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ

Η θάλασσα είναι η μόνη μου αγάπη. Γιατί έχει την
όψη του ιδανικού. Και τ’ όνομα της είναι ένα θαυμα-
στικό.
Δε θυμάμαι το πρώτο αντίκρισμά της. Χωρίς άλλο
θα κατέβαινα από μια κορφή, φέρνοντας αγκαλιές
λουλούδια. Παιδί ακόμα, εσκεπτόμουν το ρυθμό του
φλοίσβου της. Ξαπλωμένος στην αμμουδιά, εταξίδευα
με τα καράβια που περνούσαν. Ένας κόσμος
γεννιόταν γύρω μου. Οι αύρες μου άγγιζαν τα μαλλιά.
Άστραφτε η μέρα στο προσωπό μου και στα χαλίκια.
Όλα μου ήταν ευπρόσδεκτα: ο ήλιος, τα
λευκά σύννεφα, η μακρινή βοή της.
Άλλά η θάλασσα, επειδή ήξερε, είχε αρχίσει το
τραγούδι της, το τραγούδι της που δεσμεύει και
παρηγορεί.
Είδα πολλά λιμάνια. Στοιβαγμένες πράσινες βάρκες
επήγαιναν δώθε κείθε σαν εύθυμοι μικροί μαθητές.
Κουρασμένα πλοία, με ονόματα περίεργα, εξωτικά,
ύψωναν κάθε πρωί τη σκιά τους. Άνθρωποι
σκεφτικοί, ώριμοι από την άλμη, ανέβαιναν σταθερά
τις απότομες, κρεμαστές σκάλες. Άγρια περιστέρια
ζυγίζονταν στις κεραίες.
Ύστερα ενύχτωσε. Μια κόκκινη γραμμή στον
ορίζοντα, μόλις έβρισκε απάντηση στις ράχες των
μεγάλων, αργών κυμάτων. Έσάλευαν σαν απο κάποια
μυστική, εσωτερική αιτία, και άπλωναν πλησιάζοντας,
για να σπάσουν απαλά, βουβά. Όλα τ’ άλλα―
ο ουρανός, τα βουνά αντίκρυ, το ανοιχτό πέλαγος-
ένα τεράστιο μαύρο παραπέτασμα.

Κώστας Καρυωτάκης

16.5.08

ULTIMA


Βρέχει. Ονειρεύομαι. Θαρρώ πλατάνι ναν τη σκέπει,
στο δρόμο εκεί να ορθώνεται, στο φως,
μια προτομή μαρμάρινη. Τ' αδέρφι μου τη βλέπει
διαβαίνοντας και μουρμουρίζει: Αυτός.

Θα'χει πολύ, αδερφέ, αγαπήσει μώλους και νησιά,
τη θάλασσα περσότερο, τ' αγέρι·
εγώ τα ωραία τραγούδια, τα βιβλία, τη μοναξιά.
Μα θα 'χουμε και οι δύο τόσο υποφέρει!

Emile Despax (1881-1915)
ΜΤΦΡ. Κ.Γ.ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

15.5.08

ΟΙ ΣΚΙΕΣ

Anna de Noailles (1876 1933)

ΟΙ ΣΚΙΕΣ

Όταν πια θάμαι κουρασμένη
εδώ να ζώ μόνη και ξένη
χρόνους αβίωτους,
θα πάω να δω τη χώρα πούναι
οι ποιητές και καρτερούνε
με το βιβλίο τους.

Francois Villon, σκιά μου φίλη,
που ταπεινά, καθώς οι γρύλλοι
ετραγουδούσες,
πόσο η ψυχή μου θα σ’ επόνει,
όταν σ’ επρόσμενε η αγχόνη
κ’ έκλαιαν οι Μούσες!

Τάχα τρεκλίζοντας ακόμα,
Βερλαίν, κρατάς αυλό στο στόμα,
δεύτερος Πάν,
πάντα είσαι απλός και θείος εσύ,
μεθώντας με οίστρο, με κρασί,
Pauvre Lelian;

Και τέτιο αν είχες ριζικό,
που άλλο δεν είναι πιο φριχτό,
Ερρίκε Χάϊνε,
ούτ’ έτσι ωραίο σαν το δικό σου,
στα χέρια μου το μετωπό σου
γύρε και πράϊνε.

Εμένα διάβηκε η ζωή
όλη ένα δάκρυ, απ’ το πρωί
έως την εσπέρα.
κι άλλο πια τώρα δε μου μένει,
παρά θεοί μου αγαπημένοι,
νάρθω εκεί πέρα.

Anna de Noailles (1876 1933)
ΜΤΦΡ. Κ.Γ.ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

13.9.07

ΟΤΑΝ ΚΑΤΕΒΟΥΜΕ...




(...Λίγο πριν την άφιξη στο terrain...Μπρρρρ!! Λίγο άσχετος ο πίνακας αλλά
μου αρέσει πολύ...!)

Όταν κατέβουμε...

Όταν κατέβουμε τη σκάλα, τι θα πούμε
στους ίσκιους που θα μας υποδεχτούνε,
αυστηροί, γνώριμοι, αόριστοι φίλοι,
μ' ένα χαμόγελο στ' ανύπαρκτά τους χείλη;

Τουλάχιστον δωπέρα είμαστε μόνοι,
περνάει η μέρα μας, η άλλη ξημερώνει,
και μες στα μάτια μας διατηρούμε ακόμα
κάτι που δίνει στα πράγματα χρώμα.

Αλλά εκεί κάτου τι να πούμε, πού να πάμε;
Αναγκαστικά ένας τον άλλο θα κοιτάμε,
με κομμένα τα χέρια στους αγκώνες,
ασάλευτοι σαν πρόσωπα σε εικόνες.

Αν έρθει κανείς την πλάκα μας να χτυπήσει,
θα φαντάζεται πως έχουμε ζήσει.
Αν πάρει ένα τριαντάφυλλο ή αφήσει χάμου,
το τριαντάφυλλο θα 'ναι της άμμου.

Κι αν ποτέ στα νύχια μας ανασηκωθούμε,
τις βίλες του Posilipo θα ιδούμε,
Κύριε, Κύριε και το τερραίν του Παραδείσου
όπου θα παίζουν κρίκετ οι οπαδοί Σου.

Κώστας Καρυωτάκης

25.8.07

Ballade


Ballade
to the forgotten poets of the ages

Detested by both men and gods,
like nobles who have bitterly decayed,
the Verlaines wither; wealth remains
to them, of rich and silvery rhyme.
With "Les Chatiments" the Hugos are intoxicated
by their terrible Olympian revenge.
But I shall write a sorrowful
ballade to the forgotten poets.

Though the Poes have lived in misery,
and though the Baudelaires have suffered living deaths,
they ve all been granted Immortality.
Yet no-one now remembers,
and the deepest darkness has completely buried,
every poetaster who produced limp poetry.
But I make as an offering this reverent
ballade to the forgotten poets.

The world's disdain is heaped on them,
but they pass by, unyielding, pallid,
sacrifices to the tragic fraud that
out there somewhere Glory waits for them,
that wise and merry virgin.
But knowing that they re all due for oblivion,
I weep nostalgically this sorrowful
ballade to the forgotten poets.

And off in some far future epoch:
"What forgotten poet" I should like it to be asked
"has written such a beggarly
ballade to the forgotten poets?"

Kostas Karyotakis
translated by
Peter J. King and Andrea Christofidou

ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΣΤΟΥΣ ΑΔΟΞΟΥΣ ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ

Από θεούς κι ανθρώπους μισημένοι,
σαν άρχοντες που εξέπεσαν πικροί,
μαραίνονται οι Βερλαίν· τους απομένει
πλούτος η ρίμα πλούσια και αργυρή.
Οι Ουγκό με «Τιμωρίες» την τρομερή
των Ολυμπίων εκδίκηση μεθούνε.
Μα εγώ θα γράψω μια λυπητερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που 'ναι

Αν έζησαν οι Πόε δυστυχισμένοι,
και αν οι Μπωντλαίρ εζήσανε νεκροί,
η Αθανασία τούς είναι χαρισμένη.
Κανένας όμως δεν ανιστορεί
και το έρεβος εσκέπασε βαρύ
τους στιχουργούς που ανάξια στιχουργούνε.
Μα εγώ σαν προσφορά κάνω ιερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που' ναι.

Του κόσμου η καταφρόνια τούς βαραίνει
κι αυτοί περνούνε αλύγιστοι κι ωχροί,
στην τραγική απάτη τους δομένοι
πως κάπου πέρα η Δόξα καρτερεί,
παρθένα βαθυστόχαστα ιλαρή.
Μα ξέροντας πως όλοι τούς ξεχνούνε,
νοσταλγικά εγώ κλαίω τη θλιβερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που 'ναι

Και κάποτε οι μελλούμενοι καιροί:
«Ποιος άδοξος ποιητής» θέλω να πούνε
«την έγραψε μιαν έτσι πενιχρή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που 'ναι;»

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΙΩΤΑΚΗΣ