
ALMA PERDIDA
Δκή σας, ακαθόριστες λαχτάρες· ενθουσιασμοί·
σκέψεις μετά το πρόγευμα· διαχύσεις της καρδιάς·
μαλάκωμα ύστερ’ από την ικανοποίηση
των αναγκών των φυσικών· αναλαμπές του πνεύματος·διαταράξεις
όταν γίνεται η χώνεψη· ηρεμία
μετά την καλή χώνεψη· χαρές χωρίς αιτία·
ταραχές της κυκλοφορίας του αίματος· ερωτικές ενθύμησες·
μυρωδιά θυμαριού στο μπάνιο το πρωί· όνειρα ερωτικά·
μεγάλο καστιλιάνικο κέφι μου, απέραντη
πουριτάνικη θλίψη μου, προσωπικά μου γούστα:
σοκολάτες, μπομπόνια τόσο που να καιν, ζαχαρωμένα, παγωμένα πιοτά·
πούρα που σε μουδιάζουνε· και σεις, που φέρνετε ύπνο, σιγαρέτα·
χαρές της γρηγοράδας· γλύκα του να ’σαι καθισμένος· καλοσύνη
του ύπνου μες στ’ απόλυτο σκοτάδι·
μεγάλη ποίηση των πιο κοινών πραγμάτων· μικροπεριστατικά, ταξίδια·
ατσίγγανοι· περίπατοι με το έλκηθρο· βροχή στη θάλασσα·
τρέλα μιάς νύχτας πυρετού, μόνος με μερικά βιβλία·
απάνω κάτω του καιρού και της θερμοκρασίας·
στιγμές από μι’ άλλη ζωή ξαναφερμένες· θύμησες· προφητείες·
ω, εσείς λαμπάδες της κοινής ζωής και της συνηθισμένης,
δική σας η χαμένη αυτή ψυχή.
Valery Larbaud
Μτφρ.ΜΗΤΣΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ
ΞΕΝΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΑΙΩΝΑ
ΜΑΡΙΑ ΛΑΪΝΑ-ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
10.12.08
ALMA PERDIDA
20.5.08
ΤΡΙΖΕΙ ΓΛΥΚΑ
O.V.de L. Milosz
ΤΡΙΖΕΙ ΓΛΥΚΑ
Τρίζει γλυκά και σκουριασμένα κάποιο αμάξι...
Κλαίει το δειλινό παλιά χαρά...Ποιός είν;...
Πρέπει να βγεί κανένας να κοιτάξει.
-«Καλησπέρα τι κάνετε, Μιλόρδε Σπλήν;»
Τάλογα, τάλογα των περασμένων χλιμιντρούν μ’ ανησυχία
Στης λήθης τα παράθυρα, μέσ’ στη βραδιά, μεσ’ στη βραδιά.
-«Τη ντίβα που σας έχει πάρει την καρδιά,
Μιλόρδε, την ξανάειδατε στην Ιταλία;»
Βρέχει, βρέχει γκυκά η παλιά βροχή, θλιμένα
Στις στέγες, στις κόκκινες στέγες του παλιού καιρού.
«-Eυχαριστώ για το θερμό σας γράμμα από τη Σιέννα•
Κι’ ο Νοέλ;-Mε θυμάται που και που;»
Ο πετεινός σου, ο πετεινός σου, ανεμοδείχτη, λέει ποτέ πιά,
Πόναω, πονάω μέσ’ στην ψυχή, ώ γιαγιά βραδυά
«-Γκόνταμ! Αυτοί οι τρισάθλιοι του Φθινοπώρου δρόμοι!
Ά, ναί ...Σάς χαιρετούν ο Γκόντουϊν κι ο Πέρσυ από τη Ρώμη.»
Αλλοτινή βραδιά, γλυκειά σαν κάποιος που, πιωμένος
Παλιό κρασί των είκοσι χρονών, κοιμάται πλάϊ στη φωτιά.
-«K’ έπειτα, ξέρετε, είμαι τόσο αφηρημένος!
Ξέχασα στο Βεζούβιο να κάνω μια βουτιά.»
Ν.Εστία 1-2- 1953
O.V.de L. Milosz 1877-1939
Μ.Τ.Φ.Ρ. ΜΗΤΣΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ