Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

3.3.10

ΥΜΝΟΣ ΣΤΟΝ ΕΩΣΦΟΡΟ ΤΟ ΑΣΤΡΟ



ΥΜΝΟΣ ΣΤΟΝ ΕΩΣΦΟΡΟ ΤΟ ΑΣΤΡΟ

Ήρτε γυναίκα απ' τα βουνά, σκιρτώντας
σαν αλαφίνα, σειώντας τα μαλλιά της
σα νέο λιοντάρι, και στην αγκαλιά της,
σα με ψηλό κρατώντας τη ζωνάρι,
σε μυστικό κανίσκι την καρδιά της•

ήρτε γυναίκα που ’χε στην καρδιά της,
σαν το μαυροαίματο λαγό που τρέμει
κι από 'να φύλλο, την αποθυμιά της·

κ' ήρτε σ' εμέ ολοίσα,σαν οι άνεμοι
στο μοναχό το δέντρο που βιγλίζει
τεράστιο σε κορφή και συνορίζει
τα σύμπαντα, και ξάφνου βοή να γέμει
προφητική τον ουρανόν αρχίζει·

κ' ήρτε και μ' ήβρε ώς, όταν πλημμυρίζει
ποτάμι στην οχτιά του, το πλατάνι
το δυνατό, και γύρα του, αφρισμένο,
μετράει τη δύναμη του και το κάνει
να σαλεύει απ' τη ρίζα ευτυχισμένο·

ήρτε η γυναίκα που προσδόκαα τώρα
-κι ανήξερα- καιρό, κρυφά,μονάχος
στην κορυφή του πόθου μου ωσά βράχος
κ' ήρτε για πάντα, κ' ήρτε σαν η μπόρα.


Κι από τα σπλάχνα ώς μέσα ποτισμένα,
κι απ' την καρδιά μεμιάς π' ανοίχτηκε όλη
σαν κόκκινο δεφτέρι, κι απ' τα φρένα
τ' αντρείκια, που το μέγα δροσοβόλι
βαθιά τους χύθη-ξάφνου, κοσμοφλόγος,
στα βάθη της ψυχής μου απολυτρώθη
απ'τα δεσμά του ο θείος αντρείκιος Λόγος.

Κι ως όταν μες στο πλοίο μεμιάς ορθώθη
ο Διόνυσος απ' τ' άνομα τα χέρια
των Τυρρηνών,κι ολάκερος υψώθη
με βρυχηθμό π'ακούστηκε ως στ' αστέρια,
όμοια κ' εμέ η καρδιά μου, σαν ελύθη
στου πόθου της τον άνεμο ακέρια,
αναβακχεύτη κι άμετρα εβρυχήθη...
Μα προς αυτήν εσήκωσα τα χέρια
βουβός, τι, με το βλέμμα μου ντυμένη,
μπροστά μου σε σιγή υψωνόνταν πλέρια.

Κι απ' το λαμπρό της μέτωπο, οπού όλα
το στέφαν τα μαλλιά τα φεγγοβόλα,
απ' τα πλατιά δοξαρωτά της χείλια,
σα βυσσινιά του ωκεανού κοχύλια,
κι ως μέσα από το φλόγινο χιτώνα
π' άκουσα κρυφή πηγή το νέο της γόνα,
για μένα ευώδαγε όλη, ως όταν δύνει
σε μέγα κάμπο ο ήλιος, κι απ' τα σπλάχνα
ακέρια η γή μπροστά του, δίχως άχνα,
την ευωδιά της καίει και παραδίνει.



Άλλ' ώς μιαν ώρα εκόπασεν η μοίρα
η προαιώνια μέσα μας,και δέχτη
τον ίδιο μας εαυτό,σα σε καθρέφτη,
του πόθου μας η αθάνατη πλημμύρα•

αλλ' ως μιαν ώρα εκόπασεν η δίνη
η ανείπωτη, και μέσα μας και γύρα,
κ' έκλεισε πια ξοπίσω μας η θύρα
του κόσμου, και μ' εκοίτα ως η σελήνη
η ολόγιομη τον ήλιο ένα δείλι
του Αυγούστου, ξάφνου σάλεψανε τα χείλη,
κι άρχισα׃

«Άνθος του ανδρισμού μου, Άλκμήνη,
απ'της ζωής τα μάταια και στείρα
τι πια για τις καρδιές μας έχει μείνει;
Τι ήταν πυρό το σίδερο , και η σφύρα
του θεού βαθιά μας έπεσε ως αμόνι,
βαριά ως ποτέ στη γή, κι από τη μοίρα
πιο δυνατή...Κι ω, κοίτα είμαστε μόνοι
στον κόσμο, ως οι πρωτόπλαστοι, μα μέσα
στον πράδεισο που ΄ναι δουλεμένος
με του ίδιου μου του πόθουτην ανέσα,
στον παράδεισο που ΄ναι λυτρωμένος
απ' το ίδιο το πρωτόγονο το μένος
της καρδιάς μου κι ώ, κοίταξε το αστέρι
του Εωσφόρου, πως λάμπει πια στα βάθη
της αβύσσου ολοκάθαρο, κ' η σπάθη
του αρχάγγελου πως μου είναι πιά στο χέρι,
να διαφεντεύω αντίκρυ της το γένος
το δειλαίοτων ανθρώπων σα λιοντάρι,
με μόνο τον καημό μου για κοντάρι,
με μόνα της λαχτάρας μου τα θάρρη
και το τρανό χαμόγελο ντυμένος!»



Έλεα κ' εκείνη, σαν ολόγυρα της
σε αδιάκοπη μουρμούρα να κυλούσε
το προαιώνιο ρέμα του ο Ευφράτης,
με κοίταζε στυλά και δε μιλούσε.
Άλλα σιγά, γλυκά στα βλεφαρά της
του πόθου η δρόσος ως εξεχειλούσε,
τα χείλη είχεν αφήκει στη χαρά της
μισάνοιχτα,κι αχνά χαμογελούσε.
Κι ολάκερη η ψυχή της, απλωμένη
σαν πέλαγο το μέγα καλοκαίρι,
που ακύμαντον ο ήλιος το δαμάζει
(και σ' όλα γύρω καίει το μεσημέρι),
ζεστόν ώσμε το σπλάχνο του ωριμάζει
βαθιά του το κορράλι, έτσι δοσμένη
σ' ένα της είπα, αργότατα πλασμένα,
και σ' όμοιο βάθος, θεία λησμονημένη
το λόγο της ωρίμαζε για μένα.

Και να σαν η ψυχή, το μύρο, το αίμα
για μια στιγμή να σμίξαν και τα τρία
σε σιγανό κι αβοήθητο ένα ρέμα,
τα χείλη της ψιθύρισαν: «λατρεία...»

Μα πάλι η ώρια λέξη έγινε Μύθος,
κι ο Μύθος θεός εγύρισε βαθιά της
κι ως κύμα της εσήκωσε το στήθος!

Και ξαφνικά-ως στο πέλαο παίρνει ο μπάτης,
η, πως μεμιά σαλευούνε τα φύλλα
της λεύκας μ' ένα ανάσασμα-μπροστά της,
όσα είχε στην καρδιά της, προς τα χείλα
ορμήσανε γαλήνια, κ' η θωριά της
φλογίστηκε ως, στον τρίποδα, η Σιβύλλα!

«Άγγελε, γλύκα του είναι μου,» αποκρίθη
«αν ήταν μόνο σήμερα η καρδιά μου
να πεί για σένα, πες της πως εκρίθη...
Άλλ' άκουσε πως σ' ήξερα βαθιά μου,
πριν σε γνωρίσω: ήμουν παιδούλα ακόμη,
κ' ήμουν στα ξένα, σα σε παραμύθι,
στη χώρα την τετράγωνη, τη Ρώμη.

»Και μιαν ημέρα, μόνη μου, χειμώνα,
του δειλινού ενώ γύριζα την ώρα
στο σπίτι μου, μπροστά από τον πυλώνα
τ' Άι-Πέτρου, ξάφνου ξέσπασε μια μπόρα.
Και τότε 'γω πρώτη φοράν εμπήκα
στο ναό να φυλαχτώ, και στην ματιά μου,
π' ακόμα εκοίτα τη βροχήν, εβρήκα
του ναού το μέγα θόλο ολογυρά μου.
Και μονομιά, βαθιά μου, ως ν' αναφλέγη
όλ' η μικρή καρδιά, μια ευγνωμοσύνη
με πήρε για την άξαφνη τη στέγη
και γύρα, του ναού η μεγαλοσύνη
με τύλιξεν απέραντα ως μητέρα,
(τ' ήμουν μακριά από μάνα και πατέρα),
και μου φάνη, σε βράχο η Καλοσύνη
στημένη, απ' τη βροχή κι απ' τον αγέρα
πως μ' έπαιρνε γλυκά στα γονατά της
Κι ολάκερ' η ψυχή μου ως περιστέρα
νοσταλγικά φτερούγισε μπροστά της,
και με ποιά λόγια δεν το ξέρω ακόμα
(τι άλλη θρησκεία δεν ήξερα απ' τη γλύκα
της μάννας μου), με λόγια, που στο στόμα
δε φτάσαν, τέτοια δέηση λεω πως βρήκα:

»‘‘ Έξω η βροχή κι ο ναός είν' έρμος μέσα•
κι όμως μπορεί να τον γεμίσει ακέρια
της μικρής της καρδούλας μου η ανέσα...
Μα που είσ' Εσύ που μου κρατάς στα χέρια
το νού μου; Που είσ' Εσύ που σε λατρεύω,
κ' είσαι σιμά μου, κ' είσαι μες στ' αστέρια;
Που τραγουδώ για Σένα και χορεύω
τις ώρες της χαράς μου; που για σένα,
δίχως να ξέρω, ξάφνου δακρυσμένα
τα βλεφαρά μου νιώθω, Σε γυρεύω;
Που είσαι, καλέ μου; Που είσαι; Θα' ρτει η ώρα
που θε να ιδώ αναμεσ' απ' τη μπόρα,
η στη γαλήνη μέσα, τη μορφφή σου;
Θα κατεβείς για με από την κορφή Σου
ποτέ;’’

Και να· μου φαίνεται σαν τώρα...
Είδα, θεό τον Άντρα, να γεμίζει
τη φύση και το ναό, κι ωσά λεπίδα
σπαθιού με ορμή τα φρένα να μου σκίζει.
Και μου φάνηκεν άξαφνα πως Σε είδα!

Και τότ' εγώ της είπα: « Ω Τιτανίδα
ο ναός κ' η φύση είναι μονάχα δώρα
του Άνθρώπου που 'χε κάποτε γι' ασπίδα
(πριν μαζευτεί τ' ανθρώπινο ασκέρι
να σκεπαστεί με τη θαμπή ελπίδα)
του πόθου του τη φλόγα τη θεοφόρα,
του Εωσφόρου τ' ανίκητον αστέρι!»

ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

ΛΥΡΙΚΟΣ ΒΙΟΣ ΤΟΜΟΣ Ε'
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΚΑΡΟΣ

14.3.08

ΘΑΛΕΡΟ



ΘΑΛΕΡΟ

Φλογάτη,γελαστή,ζεστή,από τ’αμπέλια απάνωθεν
εκοίταγε η σελήνη·
κι ακόμα ο ήλιος πύρωνε τα θάμνα,βασιλεύοντας
μές σε διπλή γαλήνη.

Βαριά τα χόρτα,ιδρώνανε στη αψηλήν απανεμιά
το θυμωμένο γάλα,
κι από τα κλήματα τα νιά,που της πλαγιάς ανέβαιναν
μακριά –πλατιά τη σκάλα,

σουρίζανε οι αμπελουργοί φτερίζοντας ,εσειόντανε
στον όχτο οι καλογιάννοι,
κι άπλων ’απάνω στο φεγγάρι η ζέστα αραχνούφαντο
κεφαλοπάνι…

Στο σύρμα,μες στο γέννημα,μονάχα τρία καματερά,
το ’να από τ’ άλλο πίσω,
την κρεμαστή τους τραχηλιά κουνώντας,τον ανήφορο
ξεκόβαν το βουνίσιο.

Σκυφτό,τη γης μυρίζωντας,και το λιγνό λαγωνικό,
με γρήγορα ποδάρια,
στου δειλινού τη σιγαλιά βράχο το βράχο επήδαγε
ζητώντας μου τα χνάρια.

Και κάτου απ’την κληματαριά την άγουρη μ’επρόσμενε,
στο ξάγναντο το σπίτι,
στρωτό τραπέζι πόφεγγε,λυχνάρι ομπρός του κρεμαστό,
το φώς τ’Αποσπερίτη…

Εκεί κερήθρα μόφερε,ψωμί σταρένιο,κρύο νερό
η αρχοντοθυγατέρα,
οπού ’χε από τη δύναμη στον πετρωτό της το λαιμό
χαράκι ώς περιστέρα·

που η όψη της, σαν της βραδιάς το λάμπο,έδειχνε διάφωτη
της παρθενιάς τη φλόγα,
κι απ’τη σφιχτή της ντυμασιά,στα στήθια της τ’αμάλαγα,
χώριζ’ολόρτη η ρώγα ·

που ομπρός από το μέτωπο σε δυο πλεξούδες τα μαλλιά
πλεμένα είχε σηκώσει,
σαν τα σκοινιά του καραβιού,που δε θα μπόρει’η φούχτα μου
ναν της τας χερακώσει.

Λαχανιασμένος στάθη εκεί κι ο σκύλος π’αγανάχτησε
στα ορτά τα μονοπάτια,
κι ασάλευτος στα μπροστινά,με κοίταγε,προσμένοντας,
μια σφήνα μες τα μάτια.

Εκεί τ’αηδόνια ως άκουγα,τριγύρα μου,και τους καρπούς
γευόμουν απ’το δίσκο,
είχα τη γέψη του σταριού,του τραγουδιού και του μελιού
βαθιά στον ουρανίσκο…

Σα σε κυβέρτι γυάλινο μέσα μου σάλευε η ψυχή,
πασίχαρο μελίσσι,
που όλο κρυφά πληθαίνοντας γυρεύει σμάρια ωσάν τσαμπιά
στα δέντρα ν’αμολήσει.

Κ’ένιωθα κρούσταλλο τη γη στα πόδια μου αποκάτωθε
και διάφανο το χώμα,
γιατί πλατάνια τριέτικα τριγύρα μου υψωνόντανε
μ’αδρό,γαλήνιο σώμα.

Εκεί μ’ανοίξαν το παλιό κρασί,που πλέριο ευώδισε
μες την ιδρένια στάμνα,
σαν τη βουνίσια μυρουδιά,σύντας βαρεί κατάψυχρη
νύχτια δροσιά τα θάμνα…

Φλογάτη ,γελαστή ,ζεστή,εκεί η καρδιά μου δέχτηκε
ν’αναπαυτεί λιγάκι
πα σε σεντόνια ευωδερά από βότανα,και γαλανά
στη βάψη από λουλάκι…

ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

ΠΙΝΑΚΑΣ:ΤΙΖΙΑΝΟ

5.2.08

Η ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ ΤΟΥ ΑΤΖΕΣΙΒΑΝΟ


Η ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ ΤΟΥ ΑΤΖΕΣΙΒΑΝΟ
(Μαθητή του Βούδα)

Ανεπίληπτα επήρε το μαχαίρι
ο Ατζεσιβάνο.Κ’ήτανε η ψυχή του
την ώρα εκείνη ολάσπρο περιστέρι.
κι’όπως κυλά από τ’άδυτα του αδύτου
των ουρανών μέσ’στη νύχτα έν’αστέρι,
ή,ως πέφτει ανθός μηλιάς με πράο αγέρι,
έτσι απ’τα στήθη πέταξε η πνοή του .
Χαμένοι τέτοιοι θάνατοι δεν πάνε.
Γιατί μονάχα εκείνοι π’αγαπάνε
τη ζωή,στη μυστική της πρώτη αξία,
μπορούν και να θερίσουν μονάχοι
της υπαρξής τους το μεγάλο αστάχυ,
που γέρνει πιά με θείαν αταραξία!

ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

2.10.07

ΠΑΝ





ΠΑΝ

Στα βράχια του έρμου ακρογιαλιού και στης τραχιάς χαλικωσιάς
τη λαύρα,
το μεσημέρι,όμοιο πηγή,δίπλα από κύμα σμάραγδο,
τρέμοντας όλο,ανάβρα’...

Γαλάζια τριήρη στο βυθόν,ανάμεσα σ’εαρινούς αφρούς,
η Σαλαμίνα,
και της Κινέτας,μέσα μου κατάβαθος ανασασμός,
πεύκα και σκίνα.

Το πέλαγο έσκαγ’ολο αφρούς και, τιναχτό στον άνεμο,
ασπροβόλα’
την ώρα που τ’αρίφνητο κοπάδι των σιδέρικων
γιδιών ροβόλα’...

Με δυο σουρίγματα τραχιά που-κάτουθε το δάχτυλο
απ’τη γλώσσα
βάνοντας-βούιξ’ο μπιστικός,τα μάζωξ’όλα στο γιαλό,
κι ας ήταν πεντακόσα!

Κι όλα σταλιάσανε σφιχτά τριγύρ’απ’τα κοντόθαμνα
κι απ’το θυμάρι,
κι ως εσταλιάσανε, γοργά,τα γίδια και τον άνθρωπο
το κάρωμα είχε πάρει.

Και πια,στις πέτρες του γιαλού κι απάνου απ’των σιδέρικων
γιδιών τη λαύρα,
σιγή κι ώς απο στρίποδα,μέσ’απ’τα κέρατα,γοργός
ο ήλιος καπνός ανάβρα’...

Τότε είδαμε-άρχος και ταγός-ο τράγος να σηκώνεται
μονάχος
βαρύς στο πάτημα κι αργός,να ξεχωρίσει κόβοντας,κ’ εκεί
όπου βράχος,

σφήνα στο κύμα μπαίνοντας,στέκει λαμπρό για ξάγναντο
ακρωτήρι,
στην άκρη απάνου να σταθεί,που η άχνη διασκορπά τ’αφρού,
κι ασάλευτος να γείρει,

μ’ανασκωμένο,αφήνοντας να λάμπουνε τα δόντια του,
τ’απάνω χείλι,
μέγας και ορτός,μυρίζοντας το πέλαγο το αφρόκοπο,
ως το δείλι!

ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

3.8.07

ΑΝΑΔΥΟΜΕΝΗ


ΑΝΑΔΥΟΜΕΝΗ

Στο ρόδινο μακάριο φώς,να με,ανεβαίνω της αυγής,
με σηκωμένα χέρια.
Η θεία γαλήνη με καλεί του πέλαου,έτσι για να βγώ
προς τα γαλάζια αιθέρια...

Μα ω οι άξαφνες πνοές της γής,που μες στα στήθια μου χιμάν
κι ακέρια με κλονίζουν!
Ω Δία,το πέλαγο είν’βαρύ,και τα λυτά μου τα μαλλιά
σαν πέτρες με βυθίζουν!

Αύρες,τρεχάτε ω Κυμοθόη,ω Γλαύκη ελάτε,πιάστε μου
τα χέρια απ’τη μασκάλη.
Δεν πρόσμενα,έτσι μονομιάς,παραδομένη να βρεθώ
Μες στου Ήλιου την αγκάλη...

ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ