
ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ
(Απόσπασμα)
Να μπορούσα τουλάχιστο να κλείσω
σ' αυτό μου το ρυθμό που αγκομαχά
κάτι απ' το παραμιλητό σου
να μου δινόταν να ταιριάσω
στις δικές σου φωνές την τραυλή μιλιά μου,-
εγώ που ονειρευόμουν να σου κλέψω
τα λόγια τ' αρμυρά
όπου φύση και τέχνη γίνονται ένα,
για να διαλαλήσω πιο καλά τη μελαγχολία μου
γερασμένου παιδιού που δεν έπρεπε να να συλλογάται.
Κι ωστόσο δεν έχω άλλα απ' τα φθαρμένα γράμματα
των λεξικών, και τη σκοτεινή
φωνή που για έρωτα μιλεί, σβήνει,
γίνεται αξιοθρήνητη φιλολογία.
Δεν έχω άλλα από τα λόγια αυτά
που σαν δημόσιες γυναίκες
προσφέρονται σ' όποιον τις θέλει
δεν έχω άλλες απ' τις κουρασμένες τούτες φράσεις
που κι αύριο μπορεί να μου τις κλέψουν
ρέμπελοι φοιτητές γι' αληθινούς στίχους.
Κι η βοή σου αυξάνει, κι απλώνεται
γαλάζιος ο νέος ίσκιος.
Μ' αφήνουν οι σκέψεις μου για δοκιμή.
Αισθήσεις δεν έχω, ούτε νού. Δεν έχω όρια.
ΕΟΥΤΖΕΝΙΟ ΜΟΝΤΑΛΕ
Μετάφραση:ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΝΙΚΟΛΑΡΕΪΖΗΣ
6.1.10
ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ
9.5.09
ΛΑΟΥΡΑ

ΛΑΟΥΡΑ
Έρωτα, ιδές τη νιά που μας δοξάζει
κι’ είν’ όλη περηφάνεια και καμάρι,
κύττα τι γλύκα και τη χάρη
κ’ είναι σαν λάμψη που ο ουρανός σταλάζει.
Κύτταξε με τι σπάνια τέχνη βάζει
το χρυσάφι και το μαργαριτάρι
και πως σιγά με ανάλαφρο ποδάρι
περπατεί και πως στρέφει και κυττάζει.
Κάτω απ’ τα δέντρα τα πυκνογυρμένα,
χορτάρια κι’ άνθη και τη γη στολίζουν
ναν τα πατήσει την παρακαλούνε.
Φεγγοβολούν τα αιθέρια μαγεμένα
γιατί εκεί που τα μάτια της θωρούνε
τόση γαλήνη κι’ ομορφιά χαρίζουν.
PETRARCA
Μ.ΣΙΓΟΥΡΟΣ
1.5.09
...ΑΒΡΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΞΑΠΛΩΜΕΝΗΣ ΜΕΣΑ ΣΤ’ ΑΝΘΗ

...ΑΒΡΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΞΑΠΛΩΜΕΝΗΣ ΜΕΣΑ ΣΤ’ ΑΝΘΗ
Η απόκρυφη εποχή προμαντευόνταν
απ’ των νυχτερινών βροχών την αγωνία,
από την ποικιλία που έπαιρναν τα σύγνεφα
στους ουρανούς, κούνιες ανάλαφρες, σαν κύμα·
κι’ ήμουν νεκρός.
Μια πολιτεία ανάερα κρεμασμένη
ήταν η τελευταία μου εξορία
και με φωνάζαν ένα γύρω
άλλων καιρών γλυκύτατες γυναίκες,
κι’ η μάνα, πούχε ξανανιώσει απο τα χρόνια,
με χέρι αβρό διαλέγοντας τα ρόδα,
μου έστεφε με τα πιο άσπρα το κεφάλι.
Όξω ήταν νύχτα
και τ’ αστέρια ακολουθούσαν ωρισμένους
άγνωστους δρόμους, σε χρυσές καμπύλες,
και τα πράγματα φευγαλέα,
σε γωνιές κρύφιες με τραβούσαν,
για να μου διηγηθούν γι’ ανοιχτούς κήπους
και της ζωής το νόημα.
Μα εμένα με λυπούσε το ύστατο χαμόγελο
αβρής γυναίκας ξαπλωμένης μέσα στ’ άνθη.
«Νέα Εστία» 15 -3 -1960
SALVATORE QUASIMODO
ΜΤΦΡ. ΚΟΥΛΗΣ ΑΛΕΠΗΣ
12.2.09
CANTO XX

CANTO XX
(απόσπασμα)
Και τι κερδίσανε λοιπόν με τον Οδυσσέα
αυτοί που βρήκανε το θάνατο στη δίνη των κυμάτων
κι ύστερα από τόσους, τόσους μάταιους κόπους
ζώντας με κρέατα κλεμμένα και αλυσοδεμένοι να τραβάνε το κουπί
για να πάρει αυτός τη μεγάλη δόξα και τη νύχτα να πλαγιάζει
μαζί με τη θεά;
Τα ονόματα τους δεν τα ’γραψε κανείς στον μπρούτζο
μήτε μείναν τα κουπιά τους μαζί με τα κουπιά του Ελπήνορα.
Αυτοί δεν είδανε ποτέ τα λιόδεντρα της Σπάρτης
με τα φύλλα πράσινα με τα φύλλα μαραμένα
με το φώς να τρεμοπαίζει στα κλαδιά.
Δεν είδανε ποτέ τους τα μεγάλα δώματα το τζάκι
μήτε τους περίμεναν οι παρακόρες της βασίλισσας να πλαγιάσουνε μαζί
μήτε πήρανε στο ανάκλιντρο την Κίρκη παρακοιμωμένη,
την Κίρκη την Τιτάνια
μήτε γευτήκανε ποτέ τα σουβλιστά της Καλυψώ
και το μετάξι της χλαμίδας της δεν άγγιξε ποτέ τα γόνατά τους.
Δώσε! Τι τους δόθηκε αυτονώνε. Μελισσόκερο να κλείσουνε τα αυτιά.
Φαρμάκι, μελισσόκερο να κλείσουνε τα αυτιά
κι ένα μνήμα αλατισμένο δίπλα στο χωράφι των βοδιών
νήσον αμίμονα ― τα κεφάλια τους σαν θαλασσινά κοράκια
μέσα στους αφρούς
Μαύρες κηλίδες, φύκια κάτω από το φώς της αστραπής.
Κονσερβαρισμένα τα βόδια του Απόλλωνα, δέκα κονσέρβες
για κάθε βάρκα.
Ezra Loomis Pound 1885-1972
Μτφρ.Άρης Αλεξάνδρου
29.1.09
ΣΤΟ ΦΩΣ ΣΟΥ ΝΑΥΑΓΟΣ

ΣΤΟ ΦΩΣ ΣΟΥ ΝΑΥΑΓΟΣ
Γέννιεμαι στο φώς σου ναυαγός,
βράδυ με ξάστερα νερά.
Με γαλήνια φύλλα
καίει τ’ αέρι παρηγορημένο.
Από τους ζωντανούς ξεριζωμένος,
καρδιά προσωρινή,
είμαι σύνορο μάταιο.
το τρομερό σου δώρο
από λόγια, Κύριε,
κανονικά πληρώνω.
Ξύπνα με απ’ τους νεκρούς:
καθένας έχει πάρει τη γη του
και τη γυναίκα του.
Εσύ έχεις κοιτάξει μέσα μου
στη σκοτεινιά των σπλάχνων μου:
κανείς δεν έχει την απελπισιά μου
μέσα στην καρδιά του.
Είμ’ ένας άνθρωπος μόνος,
μια κόλαση μονάχη.
SALVATORE QUASIMODO (1901-1968)
Μτφρ.ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΣΠΑΤΑΛΑΣ
28.11.08
ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟ ΥΜΝΟ ΤΩΝ «ΧΑΡΙΤΩΝ»

ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟ ΥΜΝΟ ΤΩΝ «ΧΑΡΙΤΩΝ»
...Άλαφροφύσητη αύρα στο νιό φέρνει
τον πέπλο της παρθένας, που τον είδε
την ολόξανθη κόμη της να κρύβει...
Πρός την πνοή του ανέμου τρέχει, βρίσκει
το φορεμά της πάνω σ’ ένα θάμνο,
κ’ η κόρη βυθισμένη μες στης λίμνης
το κρύο νερό χαιρόταν τη δροσιά του
κάτου απ’ της καλοκαιρινής σελήνης
τη λάμψη, και βαθειά μες στην καρδιά της
ο μυστικός έρωτας τραγούδουσε.
Κι’ ο απότολμος ερωτιάρης τα κάλλη
του κορμιού της στο διάφανο κρουστάλλι
θάβλεπε νάχουν πλιό μεγάλη χάρη
αν μια ροδακινιά, με τα γυρμένα
πολύκαρπα κλαδιά στα νερά επάνω,
δεν έκρυβε την κόρη που ελουζόταν.
Κ’ εκείνη από τη φυλλωσιά κυττάζει
το νιό που γύρω εκεί παραμονεύει
κι’ απ’ τη ροδακινιά γοργοπηγαίνει
στο θάμνο που κρατεί το φορεμά της...
Θέλει, μα δεν τολμάει, να τη φωνάξει.
Ξάφνου από μια σπηλιά πούταν πλιό πέρα
ψίθυρο σιγαλό γρικάει και φεύγει.
Κ’ εγλύτωσεν η κόρη τρομασμένη
κ’ εκεί δεν ξαναπήγε μοναχή της.
Έκρυβαν τη σπηλιά μεγάλα δέντρα
κι’ ο νιός κόβει κλωνάρι και χτυπάει
σκληρά κοπάδι από άγρια περιστέρια
που γύρω του επετούσαν και τα μάτια
του εσκεπάζαν. Και τέλος νικημένα
τρεμοφτέρουγα φεύγουνε στο αγέρι.
Και τότε ο νιός τα μάτια του γυρίζει
στη σπηλιά τη σελινοφωτισμένη
κι’ αντικρύζει, σε ολανθισμένο στρώμα,
Νεράϊδα κοιμισμένη πλάϊ σε Φαύνο...
κι’ ελπίζει γλυκά κι’ ο ίδιος να μπορέσει
Έτσι κρυφά την κόρη να μαγέψει.
Ugo Foscolo
Μτφρ.Μ. ΣΙΓΟΥΡΟΣ
21.11.08
ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΜΟΥ...

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΜΟΥ...
Τα μάτια της αγάπης μου στολίζει
μια γλυκειά λάμψη· κι’ όπου κι’ αν προβάλει
χίλια μάγια τριγύρω της σκορπίζει,
και θνητός δεν ξανάειδε τέτοια κάλλη.
Άπ’ το φώς τους μια χάρη ρέει αγάλι
και κάνει την καρδιά να λαχταρίζει...
κι’ αν τότε πω να μην γυρίσω πάλι
τίποτε η θελησή μου δεν αξίζει.
Γυρίζω εκεί που έπεσα νικημένος
τη μαγική της σαν πρωτοείδα χάρη
κι’ η ματιά μου ζητάει θάρρος να πάρει.
Δεν τη βρίσκω σαν φτάνω συντριμμένος
κι’ ο πόθος που με φέρνει πάει να σβήσει•
μα ο Έρωτας ποτέ δε θα μ’ αφήσει.
DANTE 1265-1321
Μτφρ.Μ.ΣΙΓΟΥΡΟΣ
18.11.08
ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΠΟΥΧΕΙ...

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΠΟΥΧΕΙ...
Τα μάτια, πούχει ο έρωτας φωλιάσει,
τάειδα κ’ έμεινα τόσο φοβισμένος
γιατί σαν νάμουν καταφρονεμένος
μ’ εκύτταζαν· κ’ η καρδιά μου έχει σπάσει.
Κι’ άν δεν είχε γλυκά χαμογελάσει
σ’ εμένα η κόρη θάμουν πονεμένος,
κι’ ο ίδιος ο Έρωτας θάταν λυπημένος
πως μ’ επλάνεσε και μ’ έχει δαμάσει.
Το λογισμό μου ένοιωθα να σαλεύει,
μόλις εκείνη μ’ είχεν αντικρύσει,
πνεύμα που απ’ τον ουρανό εκατέβη
γι’ αγάπη αληθινή να μου μιλήσει...
Κι’ εξάνοιγα την ηθική ομορφιά της
σαν να βρισκόμουν μέσα στην καρδιά της.
Guido Cavalcanti 1260-1300
Μτφρ.Μ. ΣΙΓΟΥΡΟΣ
4.7.08
SONETTO XXXV

SONETTO XXXV
Ποιά είναι αυτή που έρχεται κι όλοι οι άντρες
στρέφουν να δούν, και κάνει τον αέρα να τρέμει
από διαύγεια κι είνα μαζί της ο Έρως,
κι όλοι σιωπούν ενώ ο καθείς στενάζει μόνος;
Ω, θεέ, πώς είναι όταν στρέφει το βλέμμα;
Έρωτα πες το εσύ, εγώ δεν ξέρω.
Είναι τόσο σεμνή που μοιάζει ψέμα
μπροστά της όποια άλλη γυναίκα φέρω.
Τις χάρες της δε θα μπορούσε ν’ αριθμήσει
θνητός κανένας, ούτε και τις αρετές της,
κι η Ομορφιά την έχει κάμει θεά της.
Ποτέ η σκέψη μας ψηλότερα δεν πήγε,
ούτε και τόση υγεία* έχουμε εντός μας,
για να γνωρίζουμε ακριβώς τη δυναμή της.
*ΣτΜ.: Κατά τον μεταφραστή Κοντίνι, η λέξη salute= υγεία, εδώ είναι
Συνώνυμη με την αποκάλυψη η σωτηρία, και η έμπνευση του
Σονέτου ξεκινάει από το βιβλικό Άσμα Άσμάτων.
GUIDO CAVALCANDI
ΜΤΦΡ. ΡΗΓΑΣ ΚΑΠΠΑΤΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΑΤΗ
8.5.08
CHAIARE, FRESHE E DOLCI ACQUE

CHAIARE, FRESHE E DOLCI ACQUE
Νερά καθαροφλοίσβιστα,
Γλυκύτατα και κρύα
Που μέσα αναγαλλιάζετο
Η ασύγκριτη ομορφιά·
Χλωρόκλαδα, όπου ακούμπησε
Τ’ ωραίο της πλευρό
( Μ’ ανοίγεται η ενθυμούμενη
Καρδιά με στεναγμό)·
Κι’ εσείς, που από το μόχθο σας,
Δροσόχορτα, δροσάνθη,
Ο κόλπος του φορέματος
Ο αγγελικός ευφράνθη·
Αέρα ιερέ, που μ’ έσφαξαν
Τα μάτια τα λαμπρά·
Ακούστε τα παράπονα
Που κάνω υστερινά.
Αν να κλεισθούν οι μέρες μου
Δακρύζοντας μου μέλλει
Από το πάθος το άπειρο,
Κι’ o Ουρανός το θέλει
Μιάν χάρην η βαριόμοιρη
Ψυχή μου επιθυμεί,
Να λάβη εδώ τον τάφο της
Κι’ ολόγυμνη να βγή.
Πικρός, πικρός ο θάνατος!
Αλλά δεν είναι τόσο,
Αν τέτοια ελπίδα της ψυχής
Εγώ μπορώ να δώσω·
Γιατί που νάβρη η δύστυχη
Περσότερη ησυχιά,
Για να γδυθή τα κόκαλα,
Τα μέλη τ’ αχαμνά;
Ίσως καιροί θε νάλθουνε
Που δε θα με μισήση
Η ωραιότης η άσπλαχνη·
Και θα ξαναγυρίση
Στον τόπο που μ’ απάντησε
Τη μέρα την ιερά,
Και να με δούν τα μάτια της
Θα δείξη επιθυμιά·
Αλλά, στες πέτρες βλέποντας
Το υστερινό μου χώμα,
Θ’ ανοίξη αναστενάζοντας
Έτσι γλυκά το στόμα,
Όπου για κάθε αμάρτημα
Θε να συγχωρεθώ-
Στενεύοντας με δάκρυα
Ωραία τον ουρανό.
Άνθια, θυμούμαι, επέφτανε
Απ’ τα κλωνάρια πλήθος,
Συρμένα από τον Έρωτα
Στο μαλακό το στήθος·
Κι έστεκε με ταπείνωση
Σε τόσην δόξα αυτή,
Ολόλαμπρη,ολοστόλιστη,
Απ’ την ανθοβολή.
Και ποιό από τ’ άνθια ησύχαζε
Απάνου στην ποδιά της,
Ποιό στα μαργαριτόπλεχτα
Λαμπρόξανθα μαλλιά της·
Στην όψη ποιό του ρεύματος
Του λιβαδιού, και ποιό
Λές κι’ έλεε αεροπλέοντας:
Ο έρως είν’ εδώ.
Πόσες φορές το πνεύμα μου
Από τρομάρα επιάσθη,
Και: Τούτη, τούτη, εφώναξα,
Στον ουρανόν επλάσθη!
Γιατί όλα τότε μούκαναν
Τα φρένα εκστατικά,-
Το σώμα, το γλυκόγελο,
Το πρόσωπο, η λαλιά·
Και τόσο αυτά μου κρύβανε
Στα μάτια την αλήθεια,
Πούλεα: Και πότε ανέβηκα,
Ποιός μούδωκε βοήθεια;-
Θαρρώντας οπώς έλαβα
Οικιά στον Ουρανό·
Κι’ εγώ από τότε ανάπαψη
Δε βρίσκω παρά δώ.
Και συ, και συ, τραγούδι μου,
Αν είχε ο νούς μου φθάσει
Να σε στολίση ώς ήθελα,
Τώρ’ άφηνες τα δάση,
Κι’ επρόβανες τα λόγια σου
Στον κόσμο θαρρετά·
Αλλά μην πάς, κι’ απόμεινε
Μ’ εμέ στην ερημιά.
FRANCESCO PETRARCA, ΜΤΦΡ.Δ.ΣΟΛΩΜΟΣ
ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΚΑΙ
ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΚΛΕΩΝΟΣ ΠΑΡΑΣΧΟΥ
5.5.08
ΑΥΤΟΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ

ΑΥΤΟΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ
Αυλακωμένο μέτωπο, βαθύ
μάτι, όψη τολμηρή, μαλλί πυρρό,
χείλι άλικο παχύ, δόντι λαμπρό,
κι άσπρο, όμορφος λαιμός, στήθος φαρδύ,
κυρτό κεφάλι.Η φορεσιά μου απλή,
σκέψη, πράξη, γοργές,βήμα γοργό.
Ανθρώπινος, πιστός, ειλικρινής:
ενάντια μου όλα, ενάντια τους κ’ εγώ!
Κάποτε αντρείος στη γλώσσα, και πολλές
φορές στο χέρι.Μελαγχολικός,
συχνά μόνος.Μα πάντα σκεφτικός.
Παινώ, πλούσιος σε κάκιες κι αρετές,
το σωστό, μα πάω η καρδιά όπου κλίνει:
μόνο ο Άδης θα μου δώσει τη γαλήνη!
UGO FOSCOLO, ΜΤΦΡ.ΑΡΗΣ ΔΙΚΤΑΙΟΣ
ΑΝΘΟΛ.ΠΑΓΚ.ΠΟΙΗΣΕΩΣ
10.4.08
SONETO CXXXIV (PETRARCA)

SONETO CXXXIV (PETRARCA)
Ειρήνη δε βρίσκω κι ούτε πόλεμο έχω να κάνω,
ελπίζω, φοβάμαι, καίγομαι και παγωμένος είμαι,
το πνεύμα στον ουρανό πετά αλλά και στη γη κείται,
τίποτα στα μπράτσα δε σφίγγω αλλά και τον κόσμο αγκαλιάζω.
Στη φυλακή Εκείνη μ’έχει, με ελευθερώνει αλλά μέσα
βραδιάζω.
Ούτε δικό της με κρατεί,ούτε τα δεσμά της λύνει,
ο έρωτας της με σκοτώνει αλλά και ζωντανό μ’ αφήνει,
μήτε ζωντανό με θέλει, αλλά και τη ζωή δε χάνω.
Χωρίς μάτια ο εαυτός μου θωρεί και χωρίς φωνή κραυγάζει,
θέλει να χαθεί αλλά βοήθεια ζητάει,
κάποιον αγαπά και τον ίδιο πάλι μισεί.
Με πόνο τρέφεται και κλαίγοντας γέλιο χαράζει,
το ίδιο όπως το θάνατο, τη ζωή αγαπάει...
κι είμαι Κυρά μου για σε στην κατάσταση αυτή.
FRANCESCO PETRARCA
ΕΙΚΟΣΙ ΠΕΝΤΕ ΣΟΝΕΤΑ ΚΑΙ ΔΥΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
ΜΤΦΡ.ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΛΥΚΟΦΡΥΔΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΚΟΒΟΣΤΗ
1.1.08
SONETO XXXV

SONETO XXXV
Μόνος και σκεφτικός,σ’έρημους κάμπους περιπατώ,
χαμηλώνω τα μάτια κι όλος προσοχή
να ξεφύγω προσπαθώ απ’το ανθρώπινο ίχνος στη γη,
και τ’αργά μου βήματα,αργά μετρώ.
Καταφύγιο άλλο δεν ελπίζω να βρώ,να κρυφτώ
απ’τις εκδηλώσεις του κόσμου που ξέρει
πως μέσα μου εμένα η φλόγα με καίει,
ενώ σβηστές της επιθυμίας μου οι πράξεις.Εγώ
ξέρω όμως πως τα ποτάμια,τα βουνά και οι κάμποι
με νιώθουν,γνωρίζουν το είδος της ζωής μου,
αυτής που από τους άλλους την κρύβω.
Μήτε όμως στούς μοναχικούς τόπους φτάνει η Αγάπη,
να μιλήσει στην ψυχή τη δική μου
κι εγώ μ’αυτήν να κουβεντιάσω,να κρίνω.
SONETO XXXIV
ΑΠΟΛΛΩΝΑ αν ζει η μεγάλη σου επιθυμία,
κι αν δεν την έχεις αποξεχάσει ακόμη
τη λατρεμένη σου την ξανθή της την κόμη,
στα χρόνια τα λησμονημένα,στον Πηνειό,στη Θεσσαλία,
από του πάγου τώρα την κακία,του χειμώνα την οκνηρία,
που διαρκεί όσο εσύ έχεις το πρόσωπο κρυμμένο,
προστάτεψε τη Δάφνη,φυτό ιερό και τιμημένο,
όπου πρώτος εσύ αγάπησες κι εγώ με σε την ίδια.
Για χάρη της αγαπημένης ελπίδας αυτής,
που σε στηρίζει απ’την ερωτική πίκρα μες τη ζωή μας,
τον αέρα καθάρισε απ’αυτές τις αισθήσεις,τη δίνη,
έτσι που εμείς σαν από θαύμα ,ορθή
πάνω στο χόρτο να δούμε τη γυναίκα αυτή τη δική μας
που με τα χέρια-κλαδιά,σκιά στον εαυτό της θα δίνει.
FRANCESCO PETRARCA
ΠΕΤΡΑΡΧΗ
Είκοσι πέντε σονέττα και δύο τραγούδια
Εισαγώγη, μεταφράση, σχόλια
Κατερίνα Γλυκοφρύδη/Εκδόσεις Γκοβόστη
27.12.07
ΤΟ ΝΗΣΙ ΣΤΗ ΛΙΜΝΗ

ΤΟ ΝΗΣΙ ΣΤΗ ΛΙΜΝΗ
Θεέ μου, Αφροδίτη, Ερμή, προστάτη των κλεφτών,
Δώστε μου, σας παρακαλώ πολύ, εν ώρα ανάγκης, ένα μικρό κα-
πνοπωλείο,
Με τα γυαλιστερά κουτάκια
στιβαγμένα τακτικά στα ράφια
Και τον ανάριο, μυρωδάτο καπνό
και το σέρτικο
Και τον ξανθό Βιρτζίνια
σκόρπιο κάτω από τις γυαλιστερές, γυάλινες βιτρίνες,
Και μια όχι και τόσο λιγδιασμένη ζυγαριά
Και τα τσουλάκια να μπουκέρνουν για καναδυό κουβέντες του
ποδαριού,
Να πούνε την παρόλα τους και να σιάξουν λίγο τα μαλλιά τους.
Θεέ μου, Αφροδίτη, Ερμή, προστάτη των κλεφτών,
Δανείστε μου ένα μικρό καπνοπωλείο
ή στρώστε με σε κάποιο, τέλος πάντων, επάγγελμα
Μακριά από το κερατένιο τούτο επάγγελμα του λογοτέχνη
που πρέπει να' χεις πάντα τα μυαλά σου τετρακόσια.
Ezra Pound
Μετάφραση: Τάσος Κόρφης, Αθήνα, εκδ. Πρόσπερος, 1981
8.12.07
TORNA A SURRIENTO
Vide ‘o mare quant’e bello!
Spira tantu sentimento,
Comme tu a chi tiene mente,
Ca scetato ‘o faie sunnà.
Guarda, gua’ chistu ciardino;
Siente, sie’ sti sciure arece:
Nu profumo accussì fino
Dinto ‘o core se ne va...
E tu dice: "I’ parto, addio!".
T’alluntane da stu core...
Da la terra de l’ammore. . .
Tiene ‘o core ‘e nun turnà?
Ma nun me lassà,
Nun darme stu turmiento!
Torna a Surriento,
Famme campà!
Vide ‘o mare de Surriento
Che tesoro tene nfunno;
Chi ha girato tutto ‘o munno
Nun l’ha vista comm’a ccà.
Guarda attuorno sti Sserene,
Ca te guardano ‘ncantate
E te vonno tantu bene...
Te vulessero vasà
E tu dice: "I’ parto, addio!".
T’alluntane da stu core. . .
Da sta terra de l’ammore...
Tiene ‘o core ‘e nun turnà?
Ma nun me lassà,
Nun darme stu turmiento!
Torna a Surriento,
Famme campà!
text: G.B. De Curtis - Music: E. DE Curtis
http//www.napoli.com/english/napsongtexts.php
