
Το πρακτορείο
θολό και κρύο
κάποιοι μιλάνε για παράξενες βροχές
και το ταξίδι
σαν άγριο φίδι
γεμίζει φόβο τις αδύνατες ψυχές
Απόψε μοιάζουμε κι οι δύο
πιο πίσω 'γω κι εσύ μπροστά
σα βραδινό λεωφορείο
που 'χει τα φώτα του σβηστά
για μας ο κόσμος δεν τελειώνει
για μας ο κόσμος αρχινά
μα της καρδιάς το μαύρο χιόνι
δε θα μας βγάλει πουθενά
Το πρακτορείο
Θολό και κρύο
κάποιοι μιλάνε για παράξενες βροχές
και το ταξίδι
σαν άγριο φίδι
γεμίζει φόβο τις αδύνατες ψυχές
Άντρα και γείτονα και φίλε
στη φτώχεια και στην προσφυγιά
μια παγωμένη σπίθα στείλε
να σου την κάνω πυρκαγιά
Κι αν δεν καείς έλα κατόπι
που δε θα μείνει πια κανείς
για να γίνουμε πάλι ανθρώποι
στο κήπο της Γεθσημανής.
ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ
17.5.08
ΤΟ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ
16.5.08
IN MEMORIAM
Friedrich Hoelderlin, 1770–1843IN MEMORIAM
Πνέει ο βορειοδυτικός άνεμος
Ο πιό αγαπημένος μου απ’ τους ανέμους
Γιατί υπόσχεται στα πλοία
Φλογερή πνοή και καλό ταξίδι.
Φύγε λοιπόν και φέρε τον χαιρετισμό μου
Στον ωραίο Γαρούνα
Στους κήπους του Μπορντώ
Εκεί όπου κυλάει το μονοπάτι
Στην αιχμηρή όχθη και μες στον ποταμό
Βαθύ το ρυάκι χύνεται κι’ απάνω του
Σκύβουν και βλέπουν δυό βελανιδιές ευγενικές
Και ασημένιες λεύκες.
Αναπολώ ακόμα και ξαναβλέπω
Τις πλατιές κορυφές των δέντρων που τις κρεμούσε
Πάνω απ’ το μύλο των φτελιών το δάσος.
Μα στην αυλή ψηλώνει μια συκιά.
Εκεί πάνε τις γιορτές
Οι μελαχροινές γυναίκες.
Πάνω στο χώμα το γλυκό σαν το μετάξι,
Τον καιρό του Μάρτη,
Όταν οι μέρες και οι νύχτες έχουν τις ίδιες ώρες,
Όταν πάνω στα σιγαλινά μονοπάτια,
Περνούν οι λικνιστές αύρες,
Φορτωμένες λαμπρά όνειρα.
Ώ δώστε μου
Του σκοτεινού φωτός γεμάτο
Το ποτήρι με τ’ αρώματα
Για να γευτώ τη γαλήνη, γλυκειά είναι
Η νάρκη ανάμεσα στους ίσκιους
Δεν είναι καλό
Χωρίς μέθη να μένης,
Όταν οι πεθαμένες σκέψεις σε κυκλώνουν κι’ όμως
μια ομιλία είναι ωραία, να λέη
Ό, τι αισθάνεται η καρδιά, ν’ ακούη να μιλή πολύ
για μέρες αγάπης,
και για πράγματα που έγιναν.
Αλλά που είναι οι αγαπημένοι μου; Ό Μπελαρμέν
Με το συντροφό του; Πολλοί άνθρωποι
Φοβούνται να πάνε ώς την πηγή:
Γιατί από τη θάλασσα
Κτατούν τα πλούτη τη γενιά τους.
Αυτοί, σαν τους ζωγράφους, μαζεύουν
Τις ομορφιές της γής και διόλου
Δεν περιφρονούν τη φτερωτή πάλη,
Ούτε και άν ολοχρονίς στη μοναξιά θα μείνουν
Κάτω απ’ τους άφυλλους ιστούς εκεί όπου τη νύχτα
Δεν την πληγώνουν τα γορτινά φώτα των πόλεων
Μακριά από τη μουσική και τους χορούς της χώρας.
Αλλά τώρα πρός τους Ινδούς
Έφυγαν οι άνθρωποι
Έκει πέρα στις αέρινες κορυφές
Στα όρη των αμπελιών, απ’ όπου
Κυλάει ο Δορδόνης
Εκεί που ο ποταμός συγχέεται
Με τον λαμπρό και τον πλατύ, σαν θάλασσα, Γαρούνα.
Η λίμνη πέρνει και δίνει την ανάμνηση,
Και ο έρωτας με το ακούραστο πάντα βλέμμα του
Βλέπει.
Αλλά ό, τι μένει των ποιητών είναι έργο.
Friedrich Hoelderlin, 1770–1843
«Ποιητική Τέχνη Ι» Μάρτης 1947
ΜΤΦΡ. ΓΙΑΝΝΗΣ Γ. ΣΦΑΚΙΑΝΑΚΗΣ
ULTIMA

Βρέχει. Ονειρεύομαι. Θαρρώ πλατάνι ναν τη σκέπει,
στο δρόμο εκεί να ορθώνεται, στο φως,
μια προτομή μαρμάρινη. Τ' αδέρφι μου τη βλέπει
διαβαίνοντας και μουρμουρίζει: Αυτός.
Θα'χει πολύ, αδερφέ, αγαπήσει μώλους και νησιά,
τη θάλασσα περσότερο, τ' αγέρι·
εγώ τα ωραία τραγούδια, τα βιβλία, τη μοναξιά.
Μα θα 'χουμε και οι δύο τόσο υποφέρει!
Emile Despax (1881-1915)
ΜΤΦΡ. Κ.Γ.ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ
15.5.08
ΟΙ ΣΚΙΕΣ
Anna de Noailles (1876 1933)
ΟΙ ΣΚΙΕΣ
Όταν πια θάμαι κουρασμένη
εδώ να ζώ μόνη και ξένη
χρόνους αβίωτους,
θα πάω να δω τη χώρα πούναι
οι ποιητές και καρτερούνε
με το βιβλίο τους.
Francois Villon, σκιά μου φίλη,
που ταπεινά, καθώς οι γρύλλοι
ετραγουδούσες,
πόσο η ψυχή μου θα σ’ επόνει,
όταν σ’ επρόσμενε η αγχόνη
κ’ έκλαιαν οι Μούσες!
Τάχα τρεκλίζοντας ακόμα,
Βερλαίν, κρατάς αυλό στο στόμα,
δεύτερος Πάν,
πάντα είσαι απλός και θείος εσύ,
μεθώντας με οίστρο, με κρασί,
Pauvre Lelian;
Και τέτιο αν είχες ριζικό,
που άλλο δεν είναι πιο φριχτό,
Ερρίκε Χάϊνε,
ούτ’ έτσι ωραίο σαν το δικό σου,
στα χέρια μου το μετωπό σου
γύρε και πράϊνε.
Εμένα διάβηκε η ζωή
όλη ένα δάκρυ, απ’ το πρωί
έως την εσπέρα.
κι άλλο πια τώρα δε μου μένει,
παρά θεοί μου αγαπημένοι,
νάρθω εκεί πέρα.
Anna de Noailles (1876 1933)
ΜΤΦΡ. Κ.Γ.ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ
13.5.08
ΤΟ ΓΕΡΙΚΟ ΚΑΡΑΒΙ

ΤΟ ΓΕΡΙΚΟ ΚΑΡΑΒΙ
Σπάσε τις αλυσίδες σου,
πένθιμο καράβι, κοιμισμένο κοντά στις αποβάθρες!
Μην ακούς πια
τη φωνή τη νευριασμένη, τη φωνή την κλαψερή της κιθάρας
στ’ ανήσυχα τα χέρια των ναυτικών, των πιλότων!
σπάσε τις αλυσίδες σου!...Είναι στον αέρα ένα ρίγος
πουλημένου έρωτα στις ταβέρνες, πάνω στον ποταμό,
έρωτα χτηνώδικου, που ξεχνάει μόλις απολάψει,
έρωτα χωρίς πόνο, φιλιών χωρίς παρακάλια,
φιλιών που δαγκάνουν, που πονούν, μα που δεν ξέρουν να σκλαβώνουν...
Άσε το παρελθόν κοντά στις αποβάθρες, Καράβι μου!
Κύματα ονείρου, άσπροι αφροί μακρυά, σου κάνουν νεύματα
να πάρεις την απόφαση να ξεκινήσεις.
Ανεβαίνει το φεγγάρι, φωτίζοντας όλη τη θάλασσα!
(Κοίτα τα χάδια των αφρών μέσα στο φεγγαρίσιο φώς...)
Ξεκίνα γρήγορα, φύγε γρήγορα, Καράβι μου,
Το Μέλλον σε καλεί-πήγαινε προς τη θάλασσα!
Γιατί μόνη η θάλασσα, που είναι προδότρα, δεν ψευτίζει:
Ανθίζει σε νησιά για τον ανυπόμονο ναυαγό
και για τ’ όνειρο που ποθεί ν’ αναπαυθεί.
Χίμαιρα;.., Τι σημαίνει;... Άν η χίμαιρα
μας δίνει τον πυρετό της αναχώρησης!
Άσε το παρελθόν κοντά στις αποβάθρες, Καράβι μου!
-Ξεσπάει σε λυγμούς αργούς το πένθιμο τραγούδι στις κιθάρες
κ’ είναι φιλιά ζεστά στίς ταβέρνες, πάνω στον ποταμό...
Τράβα για τ’ ανοιχτά, πήγαινε προς τη θάλασσα, σπάσε τις
αλυσίδες σου,
μην ακούς πια τη μαγεία του που ξετρελλαίνει!
Φεύγοντας όμως για να σχίσεις γοργότερα
τη νύχτα και το διάστημα,
ρίξε στη θάλασσα τη σαβούρα της πίκρας,
τη σαβούρα σου της αγωνίας και της κούρασης
-της πεθαμένης, της μολυσμένης ζωής-
και , με την πρώρα βέλος, ανάμεσα από τις κραυγές των γλάρων,
χύμηξε προς τη θάλασσα.
Joao de Barros 1881-1960
ΜΤΦΡ.ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ
9.5.08
ΤΑΞΙΔΙ

ΤΑΞΙΔΙ
Μέρες νύχτες τώρα στέκει αρματωμένο
το καράβι. Πρίμο αγέρι καρτερόντας
με πιστούς καθόμουν φίλους, με το γλέντι
υπομονή να κάμω και καρδιά ζητόντας
κάτω στο λιμάνι.
Και διπλά ανυπομονούσανε και κείνοι:
-Το πιο γρήγορο σου ευχόμαστε ταξίδι,
τον καλόν, από καρδιάς, τον πηγαιμό σου.
Σε προσμένουν πλήθια ταγαθά στους κόσμους,
και τιμή κι αγάπη θάβρης σα γυρίσης
μες στην αγκαλιά μας.
Κι από σύναυγα φωνές κακό κι αντάρα
κι οι στριγγιές του ναύτη διώχτουνε τον ύπνο.
Όλα πήγαιν’ έλα, τρέχουν, ζωντανεύουν,
για να κάμομε πανιά στο πρώτο απόγειο.
Και σαν τάνθη ανοίγουν τα πανιά στη αύρα
και μ’ αγάπης λαύρα ξετραβά ο νήλιος.
Φεύγουν τα πανιά, ψηλά τα νέφη φεύγουν,
όλοι απ’ το γιαλό μας προβοδούν οι φίλοι
με τραγούδια ελπίδας και φαντάζουντ’ έτσι,
στης χαράς τη μέθη, μια χαρά πως θάναι
κι όλο το ταξίδι σαν του μισεμού μας
την αυγή και σαν τις πρώτες αστρο-
φωτισμένες νύχτες.
Μ’ άστατοι καιροί από το θεό σταλμένοι
έξω από το δρόμο πούχε βάλη πρώρα
τον λοξεύουν.Φαίνεται πως παρατιέται
στη διαθεσή τους, κ’ ήσυχα πασκίζει
να τους ξεγελάση-στο σκοπό του πάντα
μ’ όλη τη λοξοδρομιά του.
Μ’ από τα κουφόηχα σκότια μάκρη
στέλλ’ η τρικυμιά το μηνυμά της
π’ όλο και σιμώνει. Στα νερά σαρώνει
κάτω τα πουλιά, τις φουσκωμένες
σφίγγει των ανθρώπων τις καρδιές, και να την
ήρθε! μπρός στην άγρια αμερωτή της λύσσα
κάτω τα πανιά με γνώση ο καπετάνιος·
και με το αγωνία γιομάτο τόπι παίζουν
κύματα κι ανέμοι.
Πέρα στ’ ακρογιάλι εκείνο στέκουν
φίλοι κι αγαποί, στη στεριά πάνω τρέμουν,
Άχ, γιατί λοιπόν δεν έμεν’ εδώ πέρα!
Άχ, η τρικυμία! Και μακρυά συρμένος
από τη χαρά! έτσι ο καλός να πάη
χαμένος; α έπρεπε...α να μπόρειε, θέ μου!
Μα άντρας στέκεται εκείνος στο τιμόνι.
Το καράβι παίζουν κύματα κι άνεμοι,
κύματα κι άνεμοι όχι την καρδιά του.
Με περήφανη ματιά μετράει την άγρια
άβυσσ’ ωργισμένη, κα τα θάρρη του έχει,
είτε κι όξω πέση είτε αράξη,
στούς Θεούς του εκείνος.
GOETHE 1749-1832
ΜΤΦΡ. Ι.Ν.ΓΡΥΠΑΡΗΣ
8.5.08
CHAIARE, FRESHE E DOLCI ACQUE

CHAIARE, FRESHE E DOLCI ACQUE
Νερά καθαροφλοίσβιστα,
Γλυκύτατα και κρύα
Που μέσα αναγαλλιάζετο
Η ασύγκριτη ομορφιά·
Χλωρόκλαδα, όπου ακούμπησε
Τ’ ωραίο της πλευρό
( Μ’ ανοίγεται η ενθυμούμενη
Καρδιά με στεναγμό)·
Κι’ εσείς, που από το μόχθο σας,
Δροσόχορτα, δροσάνθη,
Ο κόλπος του φορέματος
Ο αγγελικός ευφράνθη·
Αέρα ιερέ, που μ’ έσφαξαν
Τα μάτια τα λαμπρά·
Ακούστε τα παράπονα
Που κάνω υστερινά.
Αν να κλεισθούν οι μέρες μου
Δακρύζοντας μου μέλλει
Από το πάθος το άπειρο,
Κι’ o Ουρανός το θέλει
Μιάν χάρην η βαριόμοιρη
Ψυχή μου επιθυμεί,
Να λάβη εδώ τον τάφο της
Κι’ ολόγυμνη να βγή.
Πικρός, πικρός ο θάνατος!
Αλλά δεν είναι τόσο,
Αν τέτοια ελπίδα της ψυχής
Εγώ μπορώ να δώσω·
Γιατί που νάβρη η δύστυχη
Περσότερη ησυχιά,
Για να γδυθή τα κόκαλα,
Τα μέλη τ’ αχαμνά;
Ίσως καιροί θε νάλθουνε
Που δε θα με μισήση
Η ωραιότης η άσπλαχνη·
Και θα ξαναγυρίση
Στον τόπο που μ’ απάντησε
Τη μέρα την ιερά,
Και να με δούν τα μάτια της
Θα δείξη επιθυμιά·
Αλλά, στες πέτρες βλέποντας
Το υστερινό μου χώμα,
Θ’ ανοίξη αναστενάζοντας
Έτσι γλυκά το στόμα,
Όπου για κάθε αμάρτημα
Θε να συγχωρεθώ-
Στενεύοντας με δάκρυα
Ωραία τον ουρανό.
Άνθια, θυμούμαι, επέφτανε
Απ’ τα κλωνάρια πλήθος,
Συρμένα από τον Έρωτα
Στο μαλακό το στήθος·
Κι έστεκε με ταπείνωση
Σε τόσην δόξα αυτή,
Ολόλαμπρη,ολοστόλιστη,
Απ’ την ανθοβολή.
Και ποιό από τ’ άνθια ησύχαζε
Απάνου στην ποδιά της,
Ποιό στα μαργαριτόπλεχτα
Λαμπρόξανθα μαλλιά της·
Στην όψη ποιό του ρεύματος
Του λιβαδιού, και ποιό
Λές κι’ έλεε αεροπλέοντας:
Ο έρως είν’ εδώ.
Πόσες φορές το πνεύμα μου
Από τρομάρα επιάσθη,
Και: Τούτη, τούτη, εφώναξα,
Στον ουρανόν επλάσθη!
Γιατί όλα τότε μούκαναν
Τα φρένα εκστατικά,-
Το σώμα, το γλυκόγελο,
Το πρόσωπο, η λαλιά·
Και τόσο αυτά μου κρύβανε
Στα μάτια την αλήθεια,
Πούλεα: Και πότε ανέβηκα,
Ποιός μούδωκε βοήθεια;-
Θαρρώντας οπώς έλαβα
Οικιά στον Ουρανό·
Κι’ εγώ από τότε ανάπαψη
Δε βρίσκω παρά δώ.
Και συ, και συ, τραγούδι μου,
Αν είχε ο νούς μου φθάσει
Να σε στολίση ώς ήθελα,
Τώρ’ άφηνες τα δάση,
Κι’ επρόβανες τα λόγια σου
Στον κόσμο θαρρετά·
Αλλά μην πάς, κι’ απόμεινε
Μ’ εμέ στην ερημιά.
FRANCESCO PETRARCA, ΜΤΦΡ.Δ.ΣΟΛΩΜΟΣ
ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΚΑΙ
ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΚΛΕΩΝΟΣ ΠΑΡΑΣΧΟΥ
7.5.08
Η ΓΥΜΝΗ ΓΥΝΑΙΚΑ


Η ΓΥΜΝΗ ΓΥΝΑΙΚΑ
Ωραία ανθρώπινη πηγή,
Συντριβάνι χαράς ανάμεσα στα πράματα,
τρυφερό, γκυκό, καμπύλο νερό,
γυμνή γυναίκα· μια μέρα
δε θα σε βλέπω πιά·
σου μέλλεται να μείνεις
δίχως τα σκοτεινά τούτα μάτια μου,
που συμπληρώνουν τα πανώρια σου κάλλη,
με την αχόρταγη πλησμονή της ματιάς τους.
(Kαλοκαίρια· πράσινες φυλλουριές,
νερά ανάμεσα στα λουλούδια·
χαρούμενα φεγγάρια απάνου απ’ το κορμί,
ζεστασιά κι’ αγάπη, γυμνή γυναίκα!)
Στέρεο σύνορο της ζωής,
τέλεια ήπειρος,
ξετελεμένη αρμονία, μοναδικέ σκοπέ,
σίγουρε ορισμέ της ομορφιάς,
γυμνή γυναίκα,μια μέρα
θα συντριβεί η γραμμή του κορμιού μου·
μου είναι γραφτό να σκορπίσω
στην απρόσωπη φύση·δεν θάμαι πια τίποτα για σένα,
ώ παγκόσμιο δέντρο με αμάραντα φύλλα,
ώ χειροπιαστή αιωνιότητα,
γυμνή γυναίκα!
JUAN RAMON JIMENEZ (1881-1958)
6.5.08
Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΥΜΝΟΣ ΤΟΥ ΜΙΣΤΡΑΛ

Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΥΜΝΟΣ ΤΟΥ ΜΙΣΤΡΑΛ
1
Με την αυγή και η θάλασσα μενεξεδένια
λάμπει, και με το φώς τα παντα ξανανιώνουν.
Να η άνοιξη γυρίζει, να το χελιδόνι
στον Παρθενώνα ξαναχτίζει τη φωλιά του!
Πανίερη Αθηνά, τίναξε το πουλί σου
σταμπέλια μας απάνου τα σαρακωμένα.
Κι άν πρέπει να πεθάνουμε για την Ελλάδα,
θεία είν’ η δάφνη! Μιά φορά κανείς πεθαίνει.
2
Αγάλια αγάλια αποχρυσώνεται το κύμα,
να η άνοιξη γυρίζει, μα στα κορφοβούνια
του Προμηθέα τα σπλάχνα σκίζοντας ένα όρνιο
μεγάλο, ασάλευτο ξανοίγεται μακριάθε·
για να διώξης το μαύρο γύπα που σε τρώει,
αρματωσέ μας, νέε νησιώτη, το καράβι.
Κι άν πρέπει να πεθάνουμε για την Ελλάδα
θεία είν’ η δάφνη! Μια φορά κανείς πεθαίνει.
3
Τ’ ανάκρασμα τακούτε της αρχαίας Πυθίας;
« Νίκη στων ημιθέων ταγγόνια!» Από την Ίδη
ως στης Νικαίας τάκρογιάλια ξανανθίζουν
αιώνιες οι ελιές. Με τάρματα στα χέρια
εμπρός! Τα ύψη των βουνών άς τανεβούμε,
τους σαλαμίνικους αντίλαλους ξυπνώντας!
Αν πρέπει να πεθάνουμε για την Ελλάδα,
θεία είν’ η δάφνη! Μια φορά κανείς πεθαίνει.
4
Κ’ έλα, ετοιμάστε τα λευκά φορεματά σας,
αρραβωνιάστικες, για να στεφανωθήτε
στο γυρισμό τους ακριβούς σας· μέσ’ στο λόγγο
γι’ αυτούς που σας γλυτώσανε κόφτε τη δάφνη.
Άγνάντια στη σκυφτή και ντροπιασμένη Ευρώπη,
άς πιούμε ξέχειλη τη δόξα παλληκάρια.
Κι άν πρέπει να πεθάνουμε για την Ελλάδα,
θεία είν’ η δάφνη! Μια φορά κανείς πεθαίνει.
5
Ό,τι έγινε μπορεί να ξαναγίνη, αδέρφια!
Στων πυρωμένων τύτων βράχων τη λαμπράδα
με σάρκα θεία μπόρεσ’ ο άνθρωπος να ντύση
το φωτερώτερο κι απ’ όλα τα όνειρα του.
Κ’ η χριστιανή ψυχή βουβή εκεί πέρα θα είναι;
Κ’ εμείς ενός κορμού ξερόκλαδα εκεί πέρα;
Κι άν πρέπει να πεθάνουμε για την Ελλάδα,
θεία είν’ η δάφνη! Μια φορά κανείς πεθαίνει.
6
Το Μαραθώνιο πεζοδρόμιο ακολουθώντας
κι άν πέσουμε, το χρέος μας έχουμε κάμει!
Και με το αίμα του προγόνου μας Λεωνίδα
το αίμα μας, θριάμβων αίμα, ταιριασμένο,
θα πορφυρώση τον καρπό τον κοραλλένιο,
και το σταφύλι το κρεμασμένο στο κλήμα.
Κι άν πρέπει να πεθάνουμε για την Ελλάδα
θεία είν’ η δάφνη! Μια φορά κανείς πεθαίνει.
7
Της ιστορίας μας φέγγουν τρείς χιλιάδες χρόνια.
Ορθοί! Και πρόβαλε από τόρα το παλάτι
στον τόπο εκεί που λύθηκαν τα κακά τα μάγια,
Κι ο φοίνικας ξαναγεννιέται από τη στάχτη.
Στίς αμμουδιές της Μέκκας διώξε το, ήλιε,
το μισοφέγγαρο μακριά απ’ τον ουρανό μας...
Άν πρέπει να πεθάνουμε για την Ελλάδα,
θεία είν’ η δάφνη! Μια φορά κανείς πεθαίνει.
«Η πολιτεία και η Μοναξιά»
FREDERIC MISTRAL (1830-1914)
ΜΤΦΡ.ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ
5.5.08
ΑΥΤΟΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ

ΑΥΤΟΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ
Αυλακωμένο μέτωπο, βαθύ
μάτι, όψη τολμηρή, μαλλί πυρρό,
χείλι άλικο παχύ, δόντι λαμπρό,
κι άσπρο, όμορφος λαιμός, στήθος φαρδύ,
κυρτό κεφάλι.Η φορεσιά μου απλή,
σκέψη, πράξη, γοργές,βήμα γοργό.
Ανθρώπινος, πιστός, ειλικρινής:
ενάντια μου όλα, ενάντια τους κ’ εγώ!
Κάποτε αντρείος στη γλώσσα, και πολλές
φορές στο χέρι.Μελαγχολικός,
συχνά μόνος.Μα πάντα σκεφτικός.
Παινώ, πλούσιος σε κάκιες κι αρετές,
το σωστό, μα πάω η καρδιά όπου κλίνει:
μόνο ο Άδης θα μου δώσει τη γαλήνη!
UGO FOSCOLO, ΜΤΦΡ.ΑΡΗΣ ΔΙΚΤΑΙΟΣ
ΑΝΘΟΛ.ΠΑΓΚ.ΠΟΙΗΣΕΩΣ
3.5.08
ΜΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ ΤΗΣ ΔΕΣΔΕΜΟΝΑΣ

ΜΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ ΤΗΣ ΔΕΣΔΕΜΟΝΑΣ
The poor soul sat…
Η αθλία ψυχή καθήμενη
Σε χόρτο,σε λουλούδι,
Με μία φωνή νεκρώσιμη
Αρχίναε το τραγούδι:
«Ελάτε, τραγουδήσετε
Την πράσινην ετιά.»
Ακίνητο το χέρι της
Είς την καρδιά βαστάει,
Την κεφαλή στα γόνατα
Τ’αδύνατα ακουμπάει,
Κι’ ο ρύαξ εκεί στα πόδια της
Εφλοίσβιζε τερπνά.
«Όλοι, όλοι τραγουδήσετε
Ετιά, ετιά, ετιά.»
Πικρά αντάμα εβγαίνανε
Τα δάκρυα με τα λόγια,
Κι’έτσι έλεγε ακατάπαυτα
Βαριά τα μοιρολόγια,
Όπου την ελυπιόντανε
Λαγκάδια και βουνά.
«Έτιά να τραγουδήσετε,-
«Ετιά και πάντα ετιά.»
«Δε φταίει·-ψεύτη τον Έρωτα
Κανείς άς μην τον κράζη·
Έως που μιλεί τ’ αχείλι μου,
Δε φταίει, θε να φωνάζη·
Γιατί μου το φανέρωσε
Πώς πλέον δε μ’αγαπά,
Κι αμέσως εγώ αρχίνησα
Να τραγουδήσω ετιά.
»Μια μέρα εγώ του κλαύθηκα
Πως πέφτει σ’ άλλα στήθη
Κι’εμένα μ’ απαράτησε,-
Κι’ εκείνος μ’ αποκρίθη:
Μιμήσου κι’ αγάπησε
Άλλη κι’ εσύ αγκαλιά.-
Τι ν’ αγαπήσω η δύστυχη
Πάρεξ θανάτου ετιά!
»Δέν θέλω να μου βάλουνε
Είς το στερνό κλινάρι
Μυρτιές, ούτε τριαντάφυλλα,
Πάρεξ ετιάς κλωνάρι,
Κι’ απάνου από το μνήμα μου
Άλλη δε θέλω ισκιά·
Όλοι, όλοι, τραγουδήσετε
Την πράσινην ετιά.»
WILLIAM SHAKESPEARE (1564-1616)
ΜΤΦΡ. Δ.ΣΟΛΩΜΟΣ
1.5.08
ΑΠΟΛΕΙΠΕΙΝ Ο ΘΕΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΝ

Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον
Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ', ακούσθει
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές -
την τύχη σου που ενδίδει πιά, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανοφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου·
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μιά τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ' όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις.
Κωνσταντίνος Π. Καβάφης 29-4-1863 29-4-1933