
ΜΠΟΛΙΒΑΡ
Γιά τους μεγάλους, γιά τους ελεύθερους, γιά τους γενναίους, τους δυνατούς,
Αρμόζουν τα λόγια τα μεγάλα, τα ελεύθερα, τα γενναία, τα δυνατά,
Γι' αυτούς η απόλυτη υποταγή κάθε στοιχείου, η σιγή, γι' αυτούς τα δάκρυα, γι' αυτούς
οι φάροι, κι οι κλάδοι ελιάς, και τα φανάρια
Οπου χοροπηδούνε με το λίκνισμα των καραβιών και γράφουνε στους σκοτεινούς
ορίζοντες των λιμανιών,
Γι' αυτούς είναι τ' άδεια βαρέλια που σωριαστήκανε στο πιό στενό, πάλι του λιμανιού,
σοκάκι,
Γι' αυτούς οι κουλούρες τ' άσπρα σκοινιά, κι οι αλυσίδες, οι άγκυρες, τ' άλλα
μανόμετρα,
Μέσα στην εκνευριστικιάν οσμή του πετρελαίου,
Γιά ν' αρματώσουνε καράβι, ν' ανοιχτούν, να φύγουνε,
Ομοια με τραμ που ξεκινάει, άδειο κι ολόφωτο μέσ' στη νυχτερινή γαλήνη των
μπαχτσέδων,
Μ' ένα σκοπό του ταξιδιού: π ρ ο ς τ' ά σ τ ρ α.
Γι' αυτούς θα πω τα λόγια τα ωραία, που μου τα υπαγόρευσε η Εμπνευσις,
Καθώς εφώλιασε μέσα στα βάθια του μυαλού μου όλο συγκίνηση
Γιά τις μορφές, τις αυστηρές και τις υπέροχες, του Οδυσσέα Ανδρούτσου και του
Σίμωνος Μπολιβάρ.
Ομως γιά τώρα θα ψάλω μοναχά τον Σίμωνα, αφήνοντας τον άλλο γιά κατάλληλο
καιρό,
Αφήνοντάς τον γιά νάν τ' αφιερώσω, σαν έρθ' η ώρα, ίσως το πιό ωραίο τραγούδι που
έψαλα ποτέ,
Ισως τ' ωραιότερο τραγούδι που ποτές εψάλανε σ' όλον τον κόσμο.
Κι αυτά όχι γιά τα ότι κι οι δυό τους ύπήρξαν γιά τις πατρίδες, και τα έθνη, και τα
σύνολα, κι άλλα παρόμοια, που δεν εμπνέουν,
Παρά γιατί σταθήκανε μες στους αιώνες, κι οι δυό τους, μονάχοι πάντα, κι ελεύθεροι,
μεγάλοι, γενναίοι και δυνατοί.
Και τώρα ν' απελπιζουμαι που ίσαμε σήμερα δεν με κατάλαβε, δεν θέλησε, δε μπόρεσε
να καταλάβη τι λέω, κανεις;
Βέβαια την ίδια τύχη να 'χουνε κι' αυτά που λέω τώρα γιά τον Μπολιβάρ, που θα πω
αύριο γιά τον Ανδρούτσο;
Δεν είναι κι εύκολο, άλλωστε, να γίνουν τόσο γλήγορα αντιληπτές μορφές της
σημασίας τ' Ανδρούτσου και του Μπολιβάρ,
Παρόμοια σύμβολα.
Αλλ' ας περνούμε γρήγορα: προς Θεού, όχι συγκινήσεις, κι υπερβολές, κι απελπισίες.
Αδιάφορο, η φωνή μου ήτανε προορισμένη μόνο γιά τους αιώνες.
(Στο μέλλον, το κοντινό, το μακρινό, σε χρόνια, λίγα, πολλά, ίσως από μεθαύριο, κι αντι¬
μεθαύριο,
Ισαμε την ωρα που θε ν' αρχινήση η Γης να κυλάει άδεια, κι άχρηστη, και νεκρή, στο
στερέωμα,
Νέοι θα ξυπνάνε, με μαθηματικήν ακρίβεια, τις άγριες νύχτες, πάνω στην κλίνη τους,
Να βρέχουνε με δάκρυα το προσκέφαλό τους, αναλογιζόμενοι ποιός ήμουν, σκεφτόμενοι
Πως υπήρξα κάποτες, τι λόγια είπα, τι ύμνους έψαλα.
Και τα θεόρατα κύματα, όπου ξεσπούνε κάθε βράδυ στα εφτά της Υδρας ακρογιάλια,
Κι οι άγριοι βράχοι, και το ψηλό βουνό που κατεβάζει τα δρολάπια,
Αέναα, άκούραστα, θε να βροντοφωνούνε τ' όνομά μου).
Ας επανέλθουμε όμως στον Σiμωνα Μπολιβάρ.
Μ π ο λ ι β ά ρ! Ονομα από μέταλλο και ξύλο, ήσουνα ένα λουλούδι μες στους
μπαχτσέδες της Νότιας Αμερικής.
Είχες όλη την ευγένεια των λουλουδιών μες στην καρδιά σου, μες στα μαλλιά σου, μέσα
στo βλέμμα σου.
Η χέρα σου ήτανε μεγάλη σαν την καρδιά σου, και σκορπούσε το καλό και το κακό.
Ροβόλαγες τα βουνά κι ετρέμαν τ' άστρα, κατέβαινες στους κάμπους, με τα χρυσά, τις
επωμίδες, όλα τα διακριτικά του βαθμού σου,
Με το ντουφέκι στον ώμο αναρτημένο, με τα στήθια ξέσκεπα, με τις λαβωματιές γιομάτο
το κορμί σου,
Κι εκαθόσουν ολόγυμνος σε πέτρα χαμηλή, στ' ακροθαλάσσι,
Κι έρχονταν και σ' έβαφαν με τις συνήθειες των πολεμιστών Ινδιάνων,
Μ' ασβέστη, μισόνε άσπρο, μισό γαλάζιο, γιά να φαντάζεις σα ρημοκλήσι σε περιγιάλι
της Αττικής,
Σαν εκκλησιά στις γειτονιές των Ταταούλων, ωσάν ανάχτορο σε πόλη της Μακεδονίας
ερημική. [...]
Μ π ο λ ι β ά ρ! Κράζω τ' όνομά σου ξαπλωμένος στην κορφή του βουνού Ερε,
Την πιό ψηλή κορφή της νήσου Υδρας.
Από δω η θέα εκτείνεται μαγευτική μέχρι των νήσων του Σαρωνικού, τη Θήβα,
Μέχρι κεί κάτω, πέρα απ' τη Μονεβασιά, το τρανό Μισίρι,
Αλλά και μέχρι του Παναμά, της Γκουατεμάλα, της Νικαράγκουα, του Οvτoυράς, της
Αϊτής, του Σαν Ντομίγκο, της Βολιβίας, της Κολομβίας, του Περού, της Βενε¬
ζουέλας, της Χιλής, της Αργεντινής, της Βραζιλίας, Ουρουγουάη, Παραγουάη,
του Ισημερινού,
Ακόμη και του Μεξικού.
Μ' ένα σκληρό λιθάρι χαράζω τ' όνομά σου πάνω στην πέτρα, να 'ρχουνται αργότερα οι
ανθρώποι να προσκυνούν.
Τινάζονται σπίθες καθώς χαράζω -έτσι ήτανε, λεν, ο Μπολιβάρ- και παρακολουθώ
Το χέρι μου καθώς γράφει, λαμπρό μέσα στον ήλιο.
Είδες γιά πρώτη φορά το φως στο Καρακάς. Το φώς το δικό σου,
Μ πο λ ι β ά ρ, γιατί ως να 'ρθεις η Νότια Αμερική ολόκληρη ήτανε βυθισμένη στα πικρά σκοτάδια.
Τ' όνομά σου τώρα είναι δαυλός αναμμένος, που φωτίζει την Αμερική, και τη Βόρεια και τη Νότια, και την οικουμένη!
Οι ποταμοι Αμαζόνιος και Ορινόκος πηγάζουν από τα μάτια σου.
Τα ψηλά βουνά έχουν τις ρίζες στο στέρνο σου,
Η οροσειρά των Ανδεων είναι η ραχοκοκαλιά σου.
Στην κορυφή της κεφαλής σου, παλικαρά, τρέχουν τ' ανήμερα άτια και τ' άγρια βόδια,
Ο πλούτος της Αργεντινής.
Πάνω στην κοιλιά σου εκτείνονται οι απέραντες φυτείες του καφέ.
Σαν μιλάς, φοβεροί σεισμοί ρημάζουνε το παν,
Από τις επιβλητικές ερημιές της Παταγονίας μέχρι τα πολύχρωμα νησιά,
Ηφαίστεια ξεπετιούνται στο Περού και ξερνάνε στα ουράνια την οργή τους,
Σειούνται τα χώματα παντού και τρίζουν τα εικονίσματα στην Καστοριά,
Τη σιωπηλή πόλη κοντά στη λίμνη.
Μ π ο λ ι β ά ρ, είσαι ωραίος σαν Ελληνας. [...]
Νίκος Εγγονόπουλος
5.6.08
ΜΠΟΛΙΒΑΡ
ΕΧΩ ΜΙΑ ΠΙΠΑ

ΕΧΩ ΜΙΑ ΠΙΠΑ
Στον ποιητή Απ. Μελαχρινό
Έχω μια πίπα ολλανδική από ένα μαύρο ξύλο,
όπου πολύ παράξενα την έχουν σκαλισμένη.
Έχει το σχήμα κεφαλιού Γοργόνας με πλουμίδια.
Κι ένας σ' εμέ ναύτης Δανός την έχει χαρισμένη.
Και μου 'πε αυτός πως μια φορά του την επούλησε ένας,
στην Αλεξάντρεια, έμπορος ναρκωτικών, Αράπης,
και στον Αράπη - λέει - αυτόν, την είχε δώσει κάποια,
σε κάποιο πόρτο μακρινό, γυναίκα της αγάπης.
Πολλές φορές, τις βραδινές σκοτεινιασμένες ώρες,
ανάβοντας την πίπα αυτή, σε μια γωνιά καπνίζω,
κι ο γκρίζος βγαίνοντας καπνός σιγά με περιβάλλει,
κάνοντας ένα γύρω μου κενό, μαβί και γκρίζο.
Και πότε μια ψηλή, ο καπνός, γυναίκα σχηματίζει,
πότε ένα πόρτο ξενικό πολύ και μακρυσμένο.
Και βλέπω μεσ' στους δρόμους του τους κρύους και βραδιασμένους
να περπατά έναν ύποπτον Αράπη μεθυσμένο.
Και βλέπω πάλι, άλλες φορές, μια γρήγορη γαλέρα
με τα πανιά της ανοιχτά στο αβέβαιο ν' αρμενίζει
κι απάνω στο μπαστούνι της να κάθεται ένας ναύτης,
να 'χει μια πίπα - όπως αυτήν εγώ - και να καπνίζει.
Έχω μια πίπα ξύλινη παράξενα γλυμμένη.
Βλέπω καπνίζοντας τα πιο παράδοξα όνειρά μου.
Σκέφτομαι: «Θα 'ναι μαγική». Μα πάλι λέω: μη φταίει
ο εγγλέζικος βαρύς καπνός και η νευρασθένειά μου;
ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ
3.6.08
ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ
Έλα, ουρανέ, πές μου το ναί!
Ο ουρανός,
σαν ερωτευμένη κορασιά,
αφήνοντας μου το χέρι μες στη φούχτα μου
λέει όχι και ναί, με τ’ αστέρια του.
Χαμογελάει και κλαίει,
δείχνοντας μου την εξαίσια ομορφιά
της αβεβαιότητας.
Ώ τι αμφιβολία, τι τρόμος, τι αυπνία,
να μην παρατώ τη γλυκειά μου πλάνη,
να μη ζητώ εγώ ο τρελλός,
τίποτ’ άλλο παρά μονάχα την ελπίδα,
να μην ξέρω τίποτα για τα ρόδα
της μελλούμενης άνοιξης!
τίποτα για την σχεδόν βέβαιη
τωρινή ετούτη στιγμή!
Και περνούν, νύχτες, νύχτες, νύχτες,
χωρίς να κλείσω μάτι,
βγαίνοντας έξω άυπνος, να δώ
τον πράσινο ουρανό της αυγής•
εκστατικός, προσδοκώντας
να πεί το ναί στήν ψυχή μου!
Juan Ramon Jimenez 1881-1958
ΜΤΦΡ.ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΤΖΑΚΗΣ
30.5.08
ΜΙΣΟΦΕΓΓΑΡΟ


ΜΙΣΟΦΕΓΓΑΡΟ
Είσαι φτιαγμένη κυρίως από νερό, σάλιο, δάκρυα
Καί αίμα που βάφει τα μαγουλά σου, κόκκινο νερό.
Ακόμη και τ’ αυτιά σου είναι κυματισμός, οι αρθρώσεις,
τα γόνατα
Νωπές πέτρες που φορούν τις καμπύλες τους σαν δέρμα.
Τα στήθη σου υγροποιούνται και στέκουν όρθια, σταγόνες
νερού.
Κι εκεί, που το κορμί σου καμπυλώνεται σαν γούρνα,
πρόσωπα
Καθρεφτίζονται, κι ύστερα διαλύονται στο λίκνισμα του
Νερού.
MICHAEL LONGLEY
ΤΟ ΧΤΑΠΟΔΙ ΤΟΥ ΟΜΗΡΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
ΜΤΦΡ.ΧΑΡΗΣ ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΤΑΚΗ
28.5.08
ΤΑΜΑΡΑ

ΠΙΝΑΚΑΣ:ZINAIDA SEREBRIAKOVA 1884-1967
ΤΑΜΑΡΑ
Αλλόκοτη και μελαψή, ωραία και ιερή
λες έσερνε αγγελικές φτερούγες κι' επερπάτει
αδέξια και αμέριμνη, μ' εκείνην τη νωθρή
περπατησιά μια Θέαινας, σ' Ολύμπιο μονοπάτι.
Και μπόραε όπως πάγαινε παχειά κανείς διεί
στο φίνο της κι' εφαρμοστό μποτίνι ένα ποδάρι
χυτό, και μες στων ρούχων της το σούσουρο oι φαρδιοί
γοφοί της πώς θα λάμπανε γυμνοίσαν το φεγγάρι.
Το αίμα της μεσημβρινό, χυμένο λες κει να
σφυράει μες στο γυναικείο της κορμί εμβατήριο τέλειο
κι' είχε κάτω απ' τα βλέφαρα βαμμένα με κινά
μουχρό, βαρύ τριαντάφυλλο το σαρκικό της γέλιο.
Κι' εγώ την ειχ' αγάπη μου!.. Μια φλόγα και καπνός
ήταν ό,τι απ' τ' αγκάλιασμά-της πίναν μου οι πόροι,
ενώ με όμμα ατάραχο αυτή με εκύταε ως
τον πόθο μου τον γήινο να ενόγαε κι απόρει...
Κι' ήμουν ειδωλολάτρης της!. Ψηλά o εν ουρανοίς
Κύριος κι' οι ʼγιοι του, για με πια ουδ' αρωτάγαν
κι' ενώ ουδ' εγώ αρώταγα, αρχαίου Ναού αυτηνής
κολώνες που γκρεμίστηκαν τα μπούτια της φωτάγαν...
Και πέθανε... Και με παπά τη θάψαμε! και να
μ' αυλούς οι τραγοπόδαροι Θεοί της σουραβλάνε
και γύρω απ' τον ειδωλολατρικό Σταυρό της, παγανά
και Σηλεινοί, στη μνήμη της χορεύουν και πηδάνε...
ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ
27.5.08
[RILKE] ΑΠΟ ΤΑ ((ΠΟΙΗΜΑΤΑ )) 1913-1926

ΑΠΟ ΤΑ ((ΠΟΙΗΜΑΤΑ )) 1913-1926
Ώ εσύ, από πρίν
χαμένη, αγαπημένη, που ποτέ δεν ήρθες,
δεν ξέρω ποιοί ήχοι σου είναι αγαπητοί.
Δεν ζητώ πια, όταν το Ερχόμενο κυματίζει,
να σε γνωρίσω. Όλες οι μεγάλες
εικόνες μέσα μου, τοπία που γνώρισα μακρυά,
πολιτείες και πύργοι και γιοφύρια
κι’ απροσδόκητη στροφή των δρόμων
κ’ η επιβλητικότητα των χωρών εκείνων
που άλλοτε τους οικήσανε οι Θεοί:
μέσα μου αυξαίνουν
από το νόημα, ώ φευγαλέα, το δικό σου.
Άχ, οι κήποι είσαι εσύ,
αχ, τούς είδα με τόση
ελπίδα. Ένα ανοιγμένο παράθυρο
σ’ εξοχικό σπίτι- και σχεδόν μου ήρθες
σκεφτική. Βρήκα σοκκάκια
που μόλις τα είχες περάσει,
κ’ οι καθρέφτες κάποτε-κάποτε των εμπορικών
καταστημάτων ήσαν ακόμη μεθυσμένοι από σένα
κι’ αντανακλούσαν τρομαγμένοι
την πολύ ξαφνικήν εικόνα μου. Ποιός ξέρει,
άν το ίδιο πουλί δεν τραγούδησε μέσα μας,
χωριστά στον καθένα, χτές βράδυ;
Rainer Maria Rilke
ΜΤΦΡ. ΑΡΗΣ ΔΙΚΤΑΙΟΣ
24.5.08
CANTIGA PARTINDO-SE

CANTIGA PARTINDO-SE
Από σάς φεύγουνε, κυρία, πολύ θλιμμένα
τα μάτια μου, γιατί είστε ο θησαυρός
μου• ποτέ δεν είδατε μάτια κανενός
άλλου, για γυναίκα, να ’ναι έτσι λυπημένα.
Τόσο νοσταλγικά, έτσι λυπημένα,
τόσο άρρωστα απ’ το χωρισμό,
τόσο κλαμμένα, τόσο κουρασμένα
που να ποθούν το θάνατο εκατό
φορές πιότερο κι απ’ τη ζωή που ζώ.
Φεύγουν, τόσο θλιμμένα, τα θλιμμένα,
και τόσο απ’ την ελπίδα πάν μακρυά,
που ποτέ σας δεν είδατε έτσι λυπημένα
μάτια, κανενός άλλου, για καμιά.
Joao Roiz de Castelo-Branco
ΜΤΦΡ. ΑΡΗΣ ΔΙΚΤΑΙΟΣ
23.5.08
((AMERS))

ΧΑΡΑΚΤΙΚΟ:PICASSO
((AMERS))
…Στενά είναι τα πλοία, στενή η κλίνη μας.
Απέαραντ’ η έκταση των νερών, πιό τεράστια η αυτοκρατορία μας
Στίς κλειστές κάμαρες του πόθου.
Μπαίνει το Θέρος, πούρχεται απο θάλασσα. Στη θάλασσα μόνη
θα πούμε
Τι ξένοι που υπήρξαμε στις γιορτές της Πολιτείας, και τι ανερχόμενον
άστρο από τις υποβρύχιες γιορτές
Ηρθ’ ένα βράδι, πάνου στην κλίνη μας, να οσφρανθεί τη θεία κλίνη.
Μάταια η κοντινή γη μας χαράζει το συνορό της. Ένα ίδιο κύμα στον
κόσμο, ένα ίδιο κύμ’ απ’ τον καιρό της Τροίας
Κυλάει τη λαγόνα του ώς εμάς. Στ’ ανοιχτά τα πολύ μεγάλα
μακριά μας τυπώθηκε κάποτε τούτ’ η πνοή...
Κ’ η χλαλοή ένα βράδι είταν μεγάλη μέσα στίς κάμαρες: ο ίδιος
ο κοχυλόηχος θάνατος, διόλου δε θα μπορούσε ν’ ακουστεί!
Αγαπάτε, ώ ζευγάρια τα πλοία• και τη φουσκωμένη θάλασσα
μέσα στίς κάμαρες!
Η γή ένα βράδι κλαίει τους θεούς της, κι ο άντρας κυνηγά τα ρούσα
ζώα•οι πολιτείες πέφτουν στη φθορά, οι γυναίκες ονειρεύονται...Άς είναι
πάντα στην πόρτα μας
Τούτ’ η απέραντη αυγή που τη λένε θάλασσα-αφρός φτερών και
ξεσήκωμα όπλων• έρωτας και θάλασσ’ από ίδιο κρεβάτι, έρωτας και θάλασσα
στο ίδιο κρεβάτι – και τούτος ακόμα ο διάλογος μέσα στίς κάμαρες:
2
«...Έρωτα, έρωτα, πού έτσι ψηλά κρατάς την κραυγή της γεννησής μου,
τι θάλασσα που είναι σε πορεία πρός την Αγαπημένη! Άμπελος πατημένη
σ’ όλους τους γιαλούς, ευεργεσία από αφρό σε κάθε σάρκα, και τραγούδι από
φυσαλίδες στούς άμμους...Τιμή, τιμή στη θεία Ζωντάνια!
Εσύ, ο άπληστος άντρας που με γδύνεις: κύρης πιο γαλήνιος απ’ τον
Καπετάνιο πάνου στο πλοίο του. Και τόσο πανί ξεγίνεται, δεν υπάρχει πιά
γυναίκα πάρ’ αποδεχτή. Ανοίγεται το θέρος που ζεί από θάλασσα. Κ’ η καρ-
διά μου σ’ ανοίγει γυναίκα πιο δροσάτη απ’ το πράσινο νερό: σπόρος και χυ-
μός από γλύκα, τ’ οξύ με το γάλα αναμιγμένο, το αλάτι με το πύρινο αίμα,
και το χρυσάφι και το ιώδιο, κ’ επίσης η γεύση του χαλκού στην πρώτη αρχή
της πίκρας- όλ’ η θάλασσα μέσα μου σα μέσα στη μητρικήν υδρία...
Και πάνου στο γιαλό του κορμιού μου ο θαλασσογεννημένος άντρας
ξαπλώθηκε. Άς δροσίσει το προσωπό του ώς μέσα στην πηγή κάτου απ’ τους
άμμους· κι άς χαρεί στο αλώνι μου, σαν το θεό τον σημαδεμένο από αρσενική
φτέρη...Διψάς, αγάπη μου; Είμαι η γυναίκα στα χείλη σου πιό καινούρια
απ’ τη δίψα. Και το πρόσωπό μου ανάμεσα στα χέρια σου σα μέσα στα δρο-
σερά χέρια ναυαγίου, ά! Άς σου είναι μέσα στη θερμή νύχτα δροσιά
μύγδαλου και γεύση αυγής, κι αρχική γνώση του καρπού στην ξενικήν αχτή.
Ονειρεύτηκα, ένα βράδι, νησιά πιο πρασ’ απ’ τ’ όνειρο...Κ’ οι
θαλασσοπόροι κατεβαίνουν στην αχτή αναζητώντας κάποιο κυανό νερό• βλέπουν
- είναι η άμπωτη- το ξαναγινωμένο κρεβάτι των περίρρυτων άμμων: η κλα-
ρωτή θάλασσ’ αφήνει εκεί, κατολισθαίνοντας, τα τριχώδη τούτ’ αποτυπώματα,
σα μεγάλες φαινικιές θανατωμένες, μεγάλα εκστατικά κορίτσια που δακρυσμένα
τα πλαγιάζει μέσα στις ποδιές των και μέσα στους λυμένους πλοκάμους των.
Κ’ είναι τούτες εδώ παραστάσεις του ονείρου. Μα εσύ ο άντρας με το
ευθύ μέτωπο, πλαγιασμένος μέσα στην πραγματικότητα του ονείρου, ρουφάς
μ’ ολοστρόγγυλο στόμα, και ξέρεις το καρχηδόνιο επιχρισμά του: σάρκα από
ρόδι και καρδιά απ’ αγριόσυκο, σύκο της Αφρικής και καρπός της Ασίας...
Καρποί της γυναίκας, ώ αγάπη μου, είναι πιό κι από καρπούς της θάλασσας:
από μένα, άβαφη κι αστόλιστη, δέξου τους αρραβώνες του θαλάσσιου Θέρους...»
3
«...Μοναξιά, στην καρδιά του αντρός. Παράδοξος ο άντρας, χωρίς αχτή,
πλάι στην παράχτια γυναίκα: Και θάλασσα ο ίδιος εγώ στην ανατολή σου,
σα στο χρυσόμικτον άμμο σου, άς πάω ακόμ’ αργοπορώντας, πάνου στην
αχτή σου, στο αργότατο ξετύλιγμα των χωματένιων βραχιολιών σου-γυναίκα
που γίνεται και ξεγίνεται με το κύμα που τη γεννά...
Κ’ εσύ αγνότερη ώς είσαι πιο γυμνή, με μόνα τα χέρια σου ντυμένη,
διόλου δεν είσαι Παρθένος των μεγάλων βυθών, ορειχάλκινη ή ασπρομάρμαρη
Νίκη που την ανασέρνουν, μαζί με τον αμφορέα, μέσα στούς μεγάλους• βράχους
φορτωμένους φύκια της μεροκαματιάς της θάλασσας• μα σάρκα γυναίκας
στο προσωπό μου, ζέστα γυναίκας κάτου απ’ την όσφρηση μου, και γυναίκα
που τη φωτίζει τ’ άρωμα της σαν της ρόδινης φωτιάς η φλόγ’ ανάμεσα στα μισοδεμένα δάχτυλα.
Και σαν το αλάτι μέσ’ στο στάρι, η θάλασσα στην πρώτη αρχή της μέσα
σου, η πραγματικότητα μέσα σου που υπήρξε από θάλασσα, σούδωσε τούτη
τη γεύση ευτυχισμένης γυναίκας και που τη ζυγώνουν...Και το προσωπό σου
είναι ανεστραμμένο, το στόμα σου καρπός να φαγωθεί, σε βάθος βάρκας, μέσα
στη νύχτα. Ελεύτερη η ανάσα μου πάνου στο λαιμό σου, και το φούσκωμα
απ’ όλες τις μεριές των άγριων νερών του πόθου, σα στις παλίρροιες κοντινής
σελήνης, όταν η θηλυκιά γής ανοίγεται στη λάγνη κ’ εύστροφη θάλασσα,
Στολισμένη φυσαλίδες, ώς μέσα στα τέλματα της, στις θειαφένιες ερήμους της,
κ’ η φουσκωμένη θάλασσα με τον κρότο μάγγανου, μέσα στα χόρτα, η νύχτα
είναι γεμάτη λουλουδίσματα...
Ώ αγάπη μου πούχεις τη γεύση θάλασσας, άς βόσκουν άλλοι μακριά
από θάλασσα το βουκολικό στο βάθος κλειστών φαραγγιών-δυόσμο,
μελισσόχορτο και μελίλωτο, χλιάδες άλυσσου και ρήγανης- κι ο ένας μιλάει
εκεί για μελισσοτρόφια κι ο άλλος μελετάει εκεί για προβατοτρόφια, κ’ η αθόρυβη
προβατίνα φιλεί τη γής στίς ρίζες των τοίχων από μαύρη γύρη. Τον καιρό που
τα ροδάκινα δένουνται, κ’ έχουν διαλεχτεί τα δεσίματα για την άμπελο, εγώ
έκοψα τον κανάβινο κόμπο που κρατεί το σκάφος στο λίκνο του, στο ξύλινο
λίκνο του. Κι έρωτας μου είναι πάνου στίς θάλασσες! Κι ο καημός μου είναι
πάνου στίς θάλασσες!...
Στενά είναι τα πλοία, στενός ο αρραβώνας• και πιό μέτρο σου, ώ
πιστό κορμί της Αγαπημένης... Και τ’ είναι το ίδιο τούτο κορμί παρ’ είκόνα
και σχήμα καραβιού; βάρκα και ναύς, κι αναθηματικός νάρθηκας ώς
μέσα στο μεσιανό άνοιγμα του• οδηγημένο σε σχήμα καρίνας, κι απάνου στις
καμπύλες της ταιριασμένο, λυγίζοντας το διπλόν αψίδιο από φίλντισι στον
πόθο των γεννημένων από θάλασσα καμπυλών...Οι συναρμοστές σκαφών,
σ’ όλους τους καιρούς, είχαν τούτον τον τρόπο να δένουν την τρόπιδα στο
παιγνίδι που παίζουν οι πόστες κ’ οι κυρτές στρώσες.
Πλοίο, όμορφό μου πλοίο, που ενδίδει στα ζευγάρια του και φέρει το
βάρος μιάς νύχτας, μου είσαι πλοίο φορτωμένο ρόδα. Σπαράζεις πάνου
στο νερό αλυσίδα προσφορές. Κ’ ιδού εμείς, ενάντια στο θάνατο, πάνου
στούς δρόμους από μαύρους άκανθους της ολοπόρφυρης θάλασσας...Απέραντη
η αυγή που τη λένε θάλασσα, απέρντ’ η έκταση των νερών, και πάνου στη
γή καμωμένη όνειρο στα μενεξεδένια σύνορα μας, όλ’ η φουσκοθαλασσιά
μακριά πού υψώνει και στεφανώνεται με υάκινθους σαν ένας λαός από εραστές!
Δεν υπάρχει πιο αψηλός σφετερισμός παρά στο πλοίο του έρωτα.
Saint-John Perse 1887-1975
ΜΤΦΡ. ΠΑΝΟΣ ΚΑΡΑΒΙΑΣ
22.5.08
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Σκέπαζ’ ω Δία,
με καταιγίδες σύνεφφα τον ουρανό σου
κι’ αφέντευε πα στις βουνοκορφές και στις βαλανιδιές,
παρόμοια με παιδί, που εύκολα
των γαϊδουραγκαθιών θερίζει τα κεφάλια-
το χέρι σου όμως μακριά
από τη γή μου κράτα
κι’ απ’ την καλύβα μου, που δεν την έχτισες εσύ,
καθώς κι από το τζάκι μου,
που για τη ζεστασιά του με ζηλεύεις.
Δεν ξέρω τίποτα πιο μίζερο
κάτω απ’ τον ήλιο από σάς, θεοί!
Με ψίχουλα
σείς τη Μεγαλοσύνη σας
από θυσίες θρέφετε
και προσευχές
και θα πεινούσατε, άν δε βρίσκουνταν
ζητιάνοι και παιδιά
κουτοί γεμάτοι ελπίδες.
Σάν είμουνα παιδί,
να πράξω τι, δεν ήξερα,
με μάτι σαστισμένο
τον ήλιο αγκάλιαζα, σαν νάταν κάποιο αυτί
εκεί ψηλά, τον πόνο μου ν’ ακούσει,
κάποια καρδιά, σάν τη δική μου,
να συμπονέσει τον κατατρεγμένο.
Εμένα ποιός με βοήθησε,
Όταν την περηφάνια των Τιτάνων πολεμούσα;
Ποιός απ’ το θάνατο με γλίτωσε
κι απ’ τη σκλαβιά;
Εσύ δεν είσουν φλογερή καρδιά μου κι άγια,
πού τάφερες μονάχη σου ώς το τέλος όλα,
και, γελασμένη συ νιά τότε και καλή,
βαθιά δε φχαριστούσες για τη σωτηρία μου
τον Κοιμισμένο αυτόν εκεί ψηλά;
Να σε τιμήσω εγώ; Γιατί;
Μήπως βαλσάμωσες ποτέ τον πόνο
Του Πονεμένου;
Μήπως σταμάτησες ποτέ τα δάκρυα
Του Φοβισμένου;
Μήπως δε μ’ έκαναν στ’ αμόνι απάνω άντρα
Ο παντοδύναμος ο χρόνος
κ’ η Μοίρα η αιώνια,
δικοί μου Αφέντες και δικοί σου;
Μήπως σου πέρασε απ’ το νού,
πώς θα μού ’ρχόταν σιχαμός για τη ζωή μου
καί θάφευγα στην ερημιά,
γιατί τα όνειρα της νιότης μου
δέν ωριμάσαν όλα;
Κάθουμαι εδώ και πλάθω ανθρώπους
απάνω στη δική μου εικόνα,
γενιά, πού νάναι σάν κ’ εμένα,
νά κλαίει και νάχει βάσανα,
νάχει χαρές κι απολάψες
και να σού δείχνει καταφρόνια,
Καθώς εγώ!
Joh.Wolf.Goethe «Ν. Εστία » 1- 6- 1952
ΜΤΦΡ. ΝΙΚΟΣ Α. ΣΕΡΕΣΛΗΣ
21.5.08
ΑΛΚΙΝΟΟΣ ΚΑΙ ΡΟΔΟΠΗ

ΑΛΚΙΝΟΟΣ ΚΑΙ ΡΟΔΟΠΗ
Πώς ανεβαίνεις στα ψηλά, γλυκειά, λαμπρή, ώ σελήνη!
Η άνοιξη πάει, κι έχει το πικρό Φθινόπωρο απομείνει!
Το θέρος το φανταχτερό κ' η άνοιξη η ανθισμένη
πέρνουν και την αγάπη μου μαζί τους, που πεθαίνει!
Το χελιδόνι είναι μακρυά, τα φύλλα σκόρπια χάμου.
Ώ έλα, Ροδόπη, ζύγωσε, σ' αποθυμώ κοντά μου.
Η αύρα, που ερωτικά φυσάει απ' το δικό σου στόμα,
μέρες του θέρους, όμορφες, θα μου θυμίση ακόμα,
και θα πλανέσω τον καιρό και τον πικρό μου πόνο,
τα στήθεια σου, απ' τη νειότη τους μεστά, σαν καμαρώνω.
Jean Μoreas 1856-1910
ΜΤΦΡ.ΤΕΛΛΟΣ ΑΓΡΑΣ
20.5.08
ΤΡΙΖΕΙ ΓΛΥΚΑ
O.V.de L. Milosz
ΤΡΙΖΕΙ ΓΛΥΚΑ
Τρίζει γλυκά και σκουριασμένα κάποιο αμάξι...
Κλαίει το δειλινό παλιά χαρά...Ποιός είν;...
Πρέπει να βγεί κανένας να κοιτάξει.
-«Καλησπέρα τι κάνετε, Μιλόρδε Σπλήν;»
Τάλογα, τάλογα των περασμένων χλιμιντρούν μ’ ανησυχία
Στης λήθης τα παράθυρα, μέσ’ στη βραδιά, μεσ’ στη βραδιά.
-«Τη ντίβα που σας έχει πάρει την καρδιά,
Μιλόρδε, την ξανάειδατε στην Ιταλία;»
Βρέχει, βρέχει γκυκά η παλιά βροχή, θλιμένα
Στις στέγες, στις κόκκινες στέγες του παλιού καιρού.
«-Eυχαριστώ για το θερμό σας γράμμα από τη Σιέννα•
Κι’ ο Νοέλ;-Mε θυμάται που και που;»
Ο πετεινός σου, ο πετεινός σου, ανεμοδείχτη, λέει ποτέ πιά,
Πόναω, πονάω μέσ’ στην ψυχή, ώ γιαγιά βραδυά
«-Γκόνταμ! Αυτοί οι τρισάθλιοι του Φθινοπώρου δρόμοι!
Ά, ναί ...Σάς χαιρετούν ο Γκόντουϊν κι ο Πέρσυ από τη Ρώμη.»
Αλλοτινή βραδιά, γλυκειά σαν κάποιος που, πιωμένος
Παλιό κρασί των είκοσι χρονών, κοιμάται πλάϊ στη φωτιά.
-«K’ έπειτα, ξέρετε, είμαι τόσο αφηρημένος!
Ξέχασα στο Βεζούβιο να κάνω μια βουτιά.»
Ν.Εστία 1-2- 1953
O.V.de L. Milosz 1877-1939
Μ.Τ.Φ.Ρ. ΜΗΤΣΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ
19.5.08
ΜΥΡΙΑΣΤΕΡΟΥΣΑ

Αγγελική ως θα ύψωνε το χέρι της να ευλόγα
διάβηκε με τα χείλη της άνθος γυμνό - στο δρόμο
κι είχε στου φραμπαλά άνθια ζωγραφιστά και φλόγα
καρφιτσωμένη - άλικο τριαντάφυλλο στον ώμο.
Μύρια στις γόβες της αστριά χρυσά ’χε κεντημένα
και -σαν που κυνηγιόντουσαν- δυό έρωτες στο μπάτη
κάτω απ' του ποδόγυρού της το κύμα, έπειτα το ένα
μετά το άλλο της -πουλιά- τα πόδια και τα επάτει.
Τι είναι η ζωή μας; Όνειρο! Κι εμείς ψυχές στο χρόνο
κι οσ' αστεράκια έχει ο ουρανός κι η γης οσ' άνθια -τ' όντις-
τόσα οι καημοί μου εγίνηκαν άνθια, και τα μαζώνω
και τόσοι πόνοι μου, τ' άστρια εκειά των γοβακιών της.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ
Αντιγραφή από το blog:Αλωνάκι της Ποίησης