
PHOTO:Andrew Maidanik
ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΕΡΙΣΤΟΛΙΣΤΗ
Κορίτσι αγνό ξαπλώθηκε μαζί μου:
σαν να ’μουν στο γιαλό λευκής θαλάσσης,
σαν να ’μουν στην ψυχή ευλαμπούς αστέρος
αργών συμπάντων.
Απ’ το βαρύ, το πρασινό της βλέμμα
το φώς ξερό νερό να πέφτει σάμπως,
σε διάφεγγους βαθιούς ενάστρους κύκλους
νωπής ισχύος.
Το στήθος της σα δίφλογος πυρσώνας
ορθό να καίει σε μέρη δυό στημένο,
διπλό τα πόδια της ποτάμι να ’ναι
φωτιάς και θάμβους.
Χρυσά σαν κλίμα μόλις μεστωμένο
τα μάκρη του κορμιού της τα ημερήσια
γιομάτα φρούτα ξέχειλα ώς απάνω
και πύρ μυστήριο.
Τίτλος πρωτοτύπου:Angela adonica
PABLO NERUDA
Μτφρ.ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ
Η ΣΤΕΙΡΩΣΗ ΤΩΝ ΑΣΤΕΡΩΝ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΥΠΩΘΗΤΩ
16.12.08
ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΕΡΙΣΤΟΛΙΣΤΗ
12.12.08
[ΞΕΘΥΜΑΝΕ Η ΟΡΓΗ ΜΟΥ…]

[ΞΕΘΥΜΑΝΕ Η ΟΡΓΗ ΜΟΥ…]
Ξεθύμανε η οργή μου, τόσος κόπος με παραμορφώνει
μα δεν σας χάνω ούτε στιγμή απ’ τα μάτια μου, γυναίκες
βουερές, άστρα βουβά πάντα μπροστά μου θα σας βλέπω,
τρέλα.
Εσένα είναι των άστρων το αίμα που σε ζωντανεύει, το
φως τους που σε υποβαστάζει. Στ’ άνθη πάνω στυλώνεσαι
με τ’ άνθη, στις πέτρες πάνω με τις πέτρες.
Λευκή στη θύμηση που σβήνει κι εκτεθειμένη κι έναστρη
αχτιδοβολώντας από τα ίδια σου τα δάκρυα, τ’ άφαντα.
Πάω χαμένος.
[ΠΟΡΤΟΚΑΛΕΝΙΑ Η ΚΟΜΗ ΣΟΥ...]
Πορτοκαλένια η κόμη σου μες στο κενό του κόσμου
Στα τζάμια που τα θάμπωσαν ίσκιοι γεμάτη από σιωπή
Κι όπου τα χέρια μου γυμνά ζητάν να πιάσουν το είδωλό σου
Χιμαιρικό το σχήμα της καρδιάς σου
Κι ο έρωτας σου ολόιδιος με τον χαμένο πόθο μου
Ω στεναγμοί από μοσχολίβανο και βλέμματα και ονείρατα
Κι όμως δεν ήσουν πάντα πλάι μου. Είναι σκοτεινιασμένη
Ακόμα η θυμησή μου απο το πηγαινέλα σου
Με λόγια εκφράζεται κι ο χρόνος όπως ο Έρωτας.
PAUL ELUARD
Μτφρ.ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ
ΞΕΝΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ
ΜΑΡΙΑ ΛΑΪΝΑ- ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
10.12.08
ALMA PERDIDA

ALMA PERDIDA
Δκή σας, ακαθόριστες λαχτάρες· ενθουσιασμοί·
σκέψεις μετά το πρόγευμα· διαχύσεις της καρδιάς·
μαλάκωμα ύστερ’ από την ικανοποίηση
των αναγκών των φυσικών· αναλαμπές του πνεύματος·διαταράξεις
όταν γίνεται η χώνεψη· ηρεμία
μετά την καλή χώνεψη· χαρές χωρίς αιτία·
ταραχές της κυκλοφορίας του αίματος· ερωτικές ενθύμησες·
μυρωδιά θυμαριού στο μπάνιο το πρωί· όνειρα ερωτικά·
μεγάλο καστιλιάνικο κέφι μου, απέραντη
πουριτάνικη θλίψη μου, προσωπικά μου γούστα:
σοκολάτες, μπομπόνια τόσο που να καιν, ζαχαρωμένα, παγωμένα πιοτά·
πούρα που σε μουδιάζουνε· και σεις, που φέρνετε ύπνο, σιγαρέτα·
χαρές της γρηγοράδας· γλύκα του να ’σαι καθισμένος· καλοσύνη
του ύπνου μες στ’ απόλυτο σκοτάδι·
μεγάλη ποίηση των πιο κοινών πραγμάτων· μικροπεριστατικά, ταξίδια·
ατσίγγανοι· περίπατοι με το έλκηθρο· βροχή στη θάλασσα·
τρέλα μιάς νύχτας πυρετού, μόνος με μερικά βιβλία·
απάνω κάτω του καιρού και της θερμοκρασίας·
στιγμές από μι’ άλλη ζωή ξαναφερμένες· θύμησες· προφητείες·
ω, εσείς λαμπάδες της κοινής ζωής και της συνηθισμένης,
δική σας η χαμένη αυτή ψυχή.
Valery Larbaud
Μτφρ.ΜΗΤΣΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ
ΞΕΝΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΑΙΩΝΑ
ΜΑΡΙΑ ΛΑΪΝΑ-ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
8.12.08
ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΑΓΟΡΙ
Το Μικρό Αγόρι
Ξέρω, θα πεις,
ποιός νοιάζεται για τη θλίψη σου
και πόσο έχει δικαίωμα να θλίβεται ένας συνεργός;
Διότι το ξέρω κι εγώ
ότι η σφαίρα που σκότωσε το μικρό αγόρι
έχει ένα μόριο από τον εαυτό μου.
Ναι, είναι το ένα δεκάκις εκατομμυριοστό,
αλλά αυτό δεν αναιρεί τη δολοφονική τροχιά του
ούτε την ευθύνη μου.
Είναι το μόριο που γέννησε
η ανοχή μου στην προϊούσα σήψη.
Είναι το μόριο που δημιούργησε
η ελλειμματική μου αντίσταση στην αδράνεια
την οποία επιζητούσαν για να οικοδομήσουν
τον κτηνώδη κόσμο τους.
Είναι το μόριο που υπήρξε από την αδυναμία μου
να πολεμήσω τα κυρίαρχα όπλα τους,
το φόβο και την ανασφάλεια.
Είναι το μόριο που οικοδόμησε αυτό το περιβάλλον,
του οποίου δημιουργήματα είναι οι θύτες,
τα θύματα σημερινά κι αυριανά,
τα μικρά αγόρια και κορίτσια,
οι χιλιάδες άνεργοι, οι αδύναμοι,
οι μη έχοντες, μη περιθαλπόμενοι,
οι γέροντες, οι άρρωστοι, οι ανασφαλείς,
οι καταθλιπτικοί, οι ανεχόμενοι
και κυρίως απέλπιδες.
Μην αναρωτηθείς τι ζητούν αυτά
τα πανέμορφα παιδιά στους δρόμους
τώρα που δεν έχουν νόημα συγνώμες
και ενοχικά βουρκωμένα μάτια.
Άκουσα παιδικές φωνές σε ώριμα τραγούδια
σαρωτικά που διαπερνούν τη θλίψη.
Οι γροθιές διεκδίκησης
οι ανάσες ζωογόνες
οι δρόμοι φωτεινοί
και κυρίως ανθρώπινοι.
Και μη με συμπονέσεις.
Απλά πάρε τα λόγια μου στο δισάκι σου
κι εξαργύρωσε την πείρα μου
στους αγώνες των αυριανών ημερών.
Γιώργος Δουατζής
28.11.08
ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟ ΥΜΝΟ ΤΩΝ «ΧΑΡΙΤΩΝ»

ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟ ΥΜΝΟ ΤΩΝ «ΧΑΡΙΤΩΝ»
...Άλαφροφύσητη αύρα στο νιό φέρνει
τον πέπλο της παρθένας, που τον είδε
την ολόξανθη κόμη της να κρύβει...
Πρός την πνοή του ανέμου τρέχει, βρίσκει
το φορεμά της πάνω σ’ ένα θάμνο,
κ’ η κόρη βυθισμένη μες στης λίμνης
το κρύο νερό χαιρόταν τη δροσιά του
κάτου απ’ της καλοκαιρινής σελήνης
τη λάμψη, και βαθειά μες στην καρδιά της
ο μυστικός έρωτας τραγούδουσε.
Κι’ ο απότολμος ερωτιάρης τα κάλλη
του κορμιού της στο διάφανο κρουστάλλι
θάβλεπε νάχουν πλιό μεγάλη χάρη
αν μια ροδακινιά, με τα γυρμένα
πολύκαρπα κλαδιά στα νερά επάνω,
δεν έκρυβε την κόρη που ελουζόταν.
Κ’ εκείνη από τη φυλλωσιά κυττάζει
το νιό που γύρω εκεί παραμονεύει
κι’ απ’ τη ροδακινιά γοργοπηγαίνει
στο θάμνο που κρατεί το φορεμά της...
Θέλει, μα δεν τολμάει, να τη φωνάξει.
Ξάφνου από μια σπηλιά πούταν πλιό πέρα
ψίθυρο σιγαλό γρικάει και φεύγει.
Κ’ εγλύτωσεν η κόρη τρομασμένη
κ’ εκεί δεν ξαναπήγε μοναχή της.
Έκρυβαν τη σπηλιά μεγάλα δέντρα
κι’ ο νιός κόβει κλωνάρι και χτυπάει
σκληρά κοπάδι από άγρια περιστέρια
που γύρω του επετούσαν και τα μάτια
του εσκεπάζαν. Και τέλος νικημένα
τρεμοφτέρουγα φεύγουνε στο αγέρι.
Και τότε ο νιός τα μάτια του γυρίζει
στη σπηλιά τη σελινοφωτισμένη
κι’ αντικρύζει, σε ολανθισμένο στρώμα,
Νεράϊδα κοιμισμένη πλάϊ σε Φαύνο...
κι’ ελπίζει γλυκά κι’ ο ίδιος να μπορέσει
Έτσι κρυφά την κόρη να μαγέψει.
Ugo Foscolo
Μτφρ.Μ. ΣΙΓΟΥΡΟΣ
27.11.08
Η ΒΑΛΑΝΙΔΙΑ


Η ΒΑΛΑΝΙΔΙΑ
Στην δασκάλα δεσποινίδα Brigida Walker
Ι
Αυτή η γυναικεία ψυχή, λεπτή και στιβαρή,
τρυφερή στην αγάπη, αυστηρή στη σοβαρότητα,
είναι η λαμπρή βαλανιδιά με μυρωμένον ίσκιο,
που πάει στ’ άγρια μπράτσα της μια ολάνθιστη μυρτιά.
Πολτός τρυφερών νάρδων, πολτός δρυών αγέρωχων,
της ζύμωσαν τη ροδαλή τη σάρκα της καρδιάς της,
και με όλη τη σκληράδα και την υπεροψία της, αν προσέξεις
ενα τρέμουλο συγκίνησης πάλλει στη φυλλωσιά της.
Κορυδαλλοί χιλιάδες μαθαίνουνε να τραγουδούν
στο φυλλωμά της, και στους ανέμους σκόρπισαν
να πλημμυρίσουνε με δοξασμούς τα ουράνια. Ω ευγενική
βαλανιδιά! Να φιλήσω το λαβωμένο σου κορμό
και με το χέρι μου υψωμένο να ευλογήσω, ώρα πολλή,
την αγιασμένη μάζα σου φτιαγμένη απ’ το θεό!
ΙΙ
Το βάρος από τις φωλιές ποτέ δεν σε λυγίζει.
ούτε και το φορτίο τους θέλεις ν’ αποτινάξεις.
Άλλη έγνοια δε φουρτούνιασε τα ευαίσθητα κλαδιά σου,
έξω απ’ το να είσαι φουντωτή, πλατιά για να σκεπάσεις.
Η ζωή (ένας άνεμος) περνά απ’ τη φυλωσιά σου
σαν μια γλυκιά σαγήνη, χωρίς βία, χωρίς φωνή·
και η φουρτουνιασμένη ζήση χτυπάει τ’ άρμενά σου
με τον γαλήνιο ρυθμό που είναι ο ρυθμός του Θεού.
Απ’ το να δέχεσαι τόσες φωλιές, τόσο τραγούδι,
από το να δημιουργεί τόσο άρωμα και θαλπωρή
το στήθος σου, τόση φροντίδα αγνή και τόση αγάπη,
όλο το ηρωικό σου ξύλο, βαλανιδιά, έχει αγιάσει!
Η ομορφιά στα φύλλα σου έχει πιά γίνει αιώνια
και σαν έρθει φθινόπωρο ποτέ δεν θα τ’ αγγίξει!
ΙΙΙ
Βαλανιδιά, ευγενική βαλανιδιά, σε τραγουδώ!
Ποτέ ο κορμός σου ας μην γευτεί την πίκρα από το κλάμα,
μπροστά σου ας γονατίζει ο ξυλοκόπος της ανθρώπινης
κακίας, με τα τσεκούρια του· και όταν
ο κεραυνός του Θεού σε βρεί ας γίνει απαλός
και πλατύς σαν το στήθος σου, το στήθος του Θεού!
Gabriela Mistral
Ρήγας Καππάτος
Εκδόσεις ΕΚΑΤΗ
LA ENCINA
A la maestra Señorita Brígida Walker.
I
ESTA alma de mujer viril y delicada,
dulce en la gravedad, severa en el amor,
es una encina espléndida de sombra perfumada,
por cuyos brazos rudos trepara un mirto en flor.
Pasta de nardos suaves, pasta de robles fuertes,
le amasaron la carne rosa del corazón,
y aunque es altiva y recia, si miras bien adviertes
un temblor en sus hojas que es temblor de emoción.
Dos millares de alondras el gorjeo aprendieron
en ella, y hacia todos los vientos se esparcieron
para poblar los cielos de gloria. ¡Noble encina,
déjame que te bese en el tronco llagado,
que con la diestra en alto, tu macizo sagrado
largamente bendiga, como hechura divina!
II
El peso de los nidos ¡fuerte! no te ha agobiado.
Nunca la dulce carga pensaste sacudir.
No ha agitado tu fronda sensible otro cuidado
que el ser ancha y espesa para saber cubrir.
La vida (un viento) pasa por tu vasto follaje
como un encantamiento, sin violencia, sin voz;
la vida tumultuosa golpea en tu cordaje
con el sereno ritmo que es el ritmo de Dios.
De tánto albergar nido, de tánto albergar canto,
de tánto hacer tu seno aromosa tibieza,
de tánto dar servicio, y tánto dar amor,
todo tu leño heroico se ha vuelto, encina, santo.
Se te ha hecho en la fronda inmortal la belleza,
¡y pasará el otoño sin tocar tu verdor!
III
¡Encina, noble encina, yo te digo mi canto!
Oue nunca de tu tronco mane amargor de llanto,
que delante de ti prosterne el leñador
de la maldad humana, sus hachas; y que cuando
el rayo de dios hiérate, para ti se haga blando
y ancho como tu seno, el seno del Señor!
Gabriela Mistral
21.11.08
ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΜΟΥ...

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΜΟΥ...
Τα μάτια της αγάπης μου στολίζει
μια γλυκειά λάμψη· κι’ όπου κι’ αν προβάλει
χίλια μάγια τριγύρω της σκορπίζει,
και θνητός δεν ξανάειδε τέτοια κάλλη.
Άπ’ το φώς τους μια χάρη ρέει αγάλι
και κάνει την καρδιά να λαχταρίζει...
κι’ αν τότε πω να μην γυρίσω πάλι
τίποτε η θελησή μου δεν αξίζει.
Γυρίζω εκεί που έπεσα νικημένος
τη μαγική της σαν πρωτοείδα χάρη
κι’ η ματιά μου ζητάει θάρρος να πάρει.
Δεν τη βρίσκω σαν φτάνω συντριμμένος
κι’ ο πόθος που με φέρνει πάει να σβήσει•
μα ο Έρωτας ποτέ δε θα μ’ αφήσει.
DANTE 1265-1321
Μτφρ.Μ.ΣΙΓΟΥΡΟΣ
18.11.08
ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΠΟΥΧΕΙ...

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΠΟΥΧΕΙ...
Τα μάτια, πούχει ο έρωτας φωλιάσει,
τάειδα κ’ έμεινα τόσο φοβισμένος
γιατί σαν νάμουν καταφρονεμένος
μ’ εκύτταζαν· κ’ η καρδιά μου έχει σπάσει.
Κι’ άν δεν είχε γλυκά χαμογελάσει
σ’ εμένα η κόρη θάμουν πονεμένος,
κι’ ο ίδιος ο Έρωτας θάταν λυπημένος
πως μ’ επλάνεσε και μ’ έχει δαμάσει.
Το λογισμό μου ένοιωθα να σαλεύει,
μόλις εκείνη μ’ είχεν αντικρύσει,
πνεύμα που απ’ τον ουρανό εκατέβη
γι’ αγάπη αληθινή να μου μιλήσει...
Κι’ εξάνοιγα την ηθική ομορφιά της
σαν να βρισκόμουν μέσα στην καρδιά της.
Guido Cavalcanti 1260-1300
Μτφρ.Μ. ΣΙΓΟΥΡΟΣ
14.11.08
ΜΟΝΟΤΟΝΙΑ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΑ
Ή θάλασσα με κύματα από τσίγκο κι αφριστόν
ασβέστη, μας πολιορκεί
με τον απέραντο καημό της.
Όλα μοιάζουν-
στη δύση, στην ανατολή, στο νότο, στο βορρά,
κι ο ουρανός και το νερό-, σκληρά και γκρίζα,
άσπρα και στεγνά.
Ποτέ τόσο μεγάλο
χασμουρητό δεν έσκαψε βαθιά τον κόσμο!
Έχουνε οι ώρες ίδιο μέτρο
καθώς ακέρια η θάλασσα κι ακέριος ο ουρανός
άσπρος και γκρίζος, στεγνός και σκληρός.
κάθε ώρα και μιά θάλασσα, στεγνή και γκρίζα,
κι ένας ουρανός, άσπρος και σκληρός.
Κι από τον πύργο της ψυχής τον μισογκρεμισμένο
Κανένας δεν μπορεί να βγεί!
Σ’ όλα τα πλάτη-στο βοριά,
στο νότο, στην ανατολή, στη δύση-,
μιά θάλασσα από τσίγκο κι από γύψο,
κι ένας, όπως η θάλασσα, από γύψο
κι από τσίγκο ουρανός,
της θλίψης ανεξάντλητα κοιτάσματα,
Χωρίς αυγή, χωρίς ηλιοβασίλεμα....
Juan Ramon Jimenez
Μτφρ.Πέτρος Α.Δήμας
Εκδόσεις Σοκόλη
11.11.08
ΚΛΑΣΣΙΚΟΣ ΜΑΡΑΘΩΝΙΟΣ ΑΘΗΝΑΣ

Όπως πέρυσι έτσι και φέτος αφιερώνουμε μια ανάρτηση στον Διεθνή Κλασσικό Μαραθώνιο που έγινε προχθές Κυριακή στις 9-11-08 και ανέδειξε νικητή τον Κενυάτη Νίκολα Πολ Λεκουράα με 2 ώρες 12 λεπτά και 42 δευτερόλεπτα.
8.11.08
ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ

ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ
«Είπατε τω Βασιλεί:»
ΜΑΝΤΕΙΟΝ ΤΩΝ ΔΕΛΦΩΝ
Το λάλο εσώπασε νερό για πάντα και στη στείρα
την κοίτη του εγείρανε βαριά και μαραθήκαν
οι δάφνες οι ελληνικές και της ελιάς οι κλώνοι:
ενάντια, Ιουλιανέ, μάταια πας στη Μοίρα.
Αφήσανε τον Όλυμπο παντέρημο οι Θεοί,
οι Αθηναίοι των νικών ξεχάσαν τον παιάνα
και Σύροι ναύτες άκουσαν μια νύχτα σκοτεινή
να κλαίνε στις ελληνικές ακτές τον Μέγα Πάνα.
Στον ομφαλό του ελληνικού κόσμου, την Ολυμπία,
σήμερα μήτε Πίνδαροι, μήτε φωνή καμία:
μέσα στο φώς ασάλευτη φαντάζει τώρα ως τάφος.
Δεν εσταυρώθηκε ο Θεός της Ναζαρέτ μονάχος,
Ιουλιανέ, αλλά μ’ αυτόν μαζί η πλατιά οικουμένη
στον ξύλινο του Γολγοθά σταυρό είναι σταυρωμένη.
ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ
5.11.08
ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗΣ

Don Quijote and Sancho Panza by PICASSO
ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗΣ
Ατσάλινος και σοβαρός απάνω στ’ αλογό του
το αχαμνό, του Θερβάντες ο ήρωας περνάει•
και πίσω του, στο στωικό γαïδούρι του καβάλα,
ο ιπποκόμος του ο χοντρός αγάλια ακολουθάει.
Αιώνες που ξεκίνησε κι αιώνες που διαβαίνει
με σφραγισμένα απίσημα, ερμητικά τα χείλια
και με τα μάτια εκστατικά, το χέρι στο κοντάρι,
πηγαίνοντας στα γαλανά της Χίμαιρας βασίλεια...
Στο περασμά του απ’ τους πλατιούς του κόσμου δρόμους, όσοι
τον συντυχαίνουν, για τρελό τον παίρνουν, τον κοιτάνε,
τον δείχνει ο ένας του αλλουνού―κι ειρωνικά γελάνε.
Ώ ποιητή! Παρόμοια στο διάβα σου οι κοινοί
οι άνθρωποι χασκαρίζουνε. Άσε τους να γελάνε:
Οι Δον Κιχώτες παν μπροστά κι οι Σάντσοι ακολουθάνε!
ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ
ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΕΚΛΟΓΗ
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ:ΑΛΟΗ ΣΙΔΕΡΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΣΤΙΑ