27ος ΚΛΑΣΙΚΟΣ ΜΑΡΑΘΩΝΙΟΣ ΑΘΗΝΩΝ
...Οπως πέρυσι έτσι και φέτος αφιερώνουμε αυτή την ανάρτηση (από τις λιγοστές αυτή την περίοδο, εύχομαι να λήξει γρήγορα...)στο Κλασσικό Μαραθώνιο...
O Γιόσεφατ Κιπκουρούι ήταν ο νικητής του 27ου Κλασικού Μαραθωνίου Αθήνας που διοργάνωσε ο ΣΕΓΑΣ στη μνήμη του Γρηγόρη Λαμπράκη. Ο Κενυάτης δρομέας τερμάτισε σε 2 ώρες 13:44, μπροστά από τους συμπατριώτες του, Εντουιν Κίπτσομ (2:14:18) και Πίους Μουτούκου Μουάσα (2:14:39).
9.11.09
27ος ΚΛΑΣΙΚΟΣ ΜΑΡΑΘΩΝΙΟΣ ΑΘΗΝΩΝ
29.10.09
ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΟΤΑΜΙΑ
ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΟΤΑΜΙΑ
Είμαστε ο χρόνος. Εκείνη είμαστε η περίφημη
παραβολή του Σκοτεινού Ηράκλειτου.
Είμαστε το νερό, όχι το σκληρό διαμάντι,
αυτό που χάνεται, όχι αυτό που μένει.
Είμαστε το ποτάμι κι ο Έλληνας εκείνος
που κοιτάζεται στο ποτάμι. Η αντανάκλασή του
αλλάζει στο νερό του εναλλασσόμενου καθρέφτη
στο κρύσατλλο που αλλάζει σαν τη φωτιά.
Είμαστε το μάταιο προκαθορισμένο ποτάμι
όπως κυλά προς τη θάλασσα. Το σκέπασε η σκιά.
Όλα μάς αποχαιρετούν, όλα μακραίνουν.
Η μνήμη δεν εξαργυρώνει το νόμισμά της.
Και ασφαλώς κάτι υπάρχει που απομένει
και ασφαλώς κάτι υπάρχει που θρηνεί.
Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Ποιήματα,
Ελληνικά Γράμματα
ΜΤΦΡ.Δημήτρης Καλοκύρης
20.10.09
Η ΝΥΧΤΑ ΣΤΟ ΝΗΣΙ
Η ΝΥΧΤΑ ΣΤΟ ΝΗΣΙ
Όλη τη νύχτα κοιμήθηκα μαζί σου
στη θάλασσα πλάι, στο νησί.
Άγρια ήσουν και γλυκιά ανάμεσα στην ηδονή και στον ύπνο,
ανάμεσα στη φωτιά και στο νερό.
Ίσως πολύ αργά
τα όνειρα μας ενώθηκαν
στο ύψος ή στο βάθος,
ψηλά σαν τα κλαδιά που τα κουνάει ο ίδιος άνεμος,
κάτω σαν ρίζες κόκκινες που ακουμπάνε μεταξύ τους.
Ίσως το όνειρό σου
απομακρύνθηκε απ’ το δικό μου
και στη σκοτεινή θάλασσα
με αναζητούσε
όπως πριν
όταν ακόμα δεν υπήρχες,
όταν χωρίς να σε διακρίνω
έπλεα στο πλευρό σου,
και τα μάτια σου γύρευαν
αυτό που τώρα
─ ψωμί, κρασί, έρωτα και θυμό ─
σου προσφέρω απλόχερα
γιατί είσαι το κύπελλο
που περίμενε τα δώρα της ζωής μου.
Κοιμήθηκα μαζί σου
όλη τη νύχτα που
η γη η σκοτεινή γυρίζει
με ζωντανούς και πεθαμένους,
κι όταν ξύπνησα στα ξαφνικά
μες στο σκοτάδι
το χέρι μου είχα γύρω από τη μέση σου.
Ούτε η νύχτα ούτε ο ύπνος
μπόρεσαν να μας χωρίσουν.
Κοιμήθηκα μαζί σου
και μόλις ξύπνησα το στόμα σου
βγαλμένο απ’ το όνειρό σου
μου έδωσε τη γεύση της γης,
του θαλασσινού νερού, των φυκιών,
του βυθού της ζωής σου,
και δέχτηκα το φιλί σου
μουσκεμένο από την αυγή
σαν να μου ερχόταν
από τη θάλασσα που μας κυκλώνει.
ΠΑΜΠΛΟ ΝΕΡΟΥΔΑ, ΕΡΩΤΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
ΑΓΑΘΗ ΔΗΜΗΤΡΟΥΚΑ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΤΑΚΗ
18.9.09
ΤΟ ΞΑΦΝΙΑΣΜΑ
Δυο Πάνες φουσκομάγουλοι, στου κήπου σου τις στέρνες,
τα χάλκινα —με τρεις οπές— σουράβλια είχαν στα χείλη,
όταν εσύ τις φωτεινές του χάμου έκρουσες φτέρνες
— ζυγά πιτσούνια που έπαιζαν το 'να το άλλο εφίλει.
Του φραμπαλά σου φτερωτή τότε η — σαΐτα —ρίγα
(των χρυσοκεντημένων της — αράδα — παπαγάλων)
στις γάμπες σου ανελίχτηκε — γοργό ερπετό — που ερίγα
στο αλληλοκυνήγημα των άσπρω σου αστραγάλων.
Kι έφυγες. Ωωω. Σαν αστραπών — στο σέρπιο μονοπάτι —
τύφλες φωτός (και σκίρτημα δορκάδας έρμου δάσου)
έμειναν τ' άψε-σβήσε σου: το πήδημα, το πάτι
και τ' αλαφριό, σαν άξαφνου πουλιού, ξεφτούρισμα σου...
ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ
21.8.09
ΕΝΑΤΗ ΝΥΧΤΑ
ΕΝΑΤΗ ΝΥΧΤΑ
Ξανάρθε με κεφάλι λύκου
Ίδρωνε θειάφι, τον ήξερα καιρό
«Καληνύχτα», είπα, «το δέρμα μου είναι επώδυνο».
Με δυσκολεύει μια παλιά χειρονομί εγκαρτέρησης.
Πολύ είχα λυπήσει
Εκείνο με τα ραγίσματα, κι έπρεπε νάρθεις.
Ένα σταχτί φίδι παλλόταν πάντα απ’ την οροφή.
«Το ξέρω», είπε. «Δεν έχει άλλο τίποτα να δείς
Απ’ αυτή τη μεριά.
Όμως, κι η έχθρα για το τίποτα
Δεν είναι πια επίκαιρη». Με χάιδεψε
Ήμερα. Είδα ένα όνειρο με συχνούς
Αποκεφαλισμούς. Και μια χοάνη
Μεγάφωνα πουλιά αδειάζοντας στην πλατφόρμα
Να τρελλαίνονται.
«Ζήτησε μια αναστολή ακόμα», είπε―
ΠΑΥΛΙΝΑ ΠΑΜΠΟΥΔΗ
ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΡΩΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ
24.7.09
ΔΕΥΤΕΡΑ ΟΔΥΣΣΕΙΑ
ΔΕΥΤΕΡΑ ΟΔΥΣΣΕΙΑ
Dante, Ιnferno, Canto ΧΧVΙ
Τennyson, «Ulysses»
Οδύσσεια δευτέρα και μεγάλη,
της πρώτης μείζων ίσως. Aλλά φευ
άνευ Ομήρου, άνευ εξαμέτρων.
Ήτο μικρόν το πατρικόν του δώμα,
ήτο μικρόν το πατρικόν του άστυ,
και όλη του η Ιθάκη ήτο μικρά.
Του Τηλεμάχου η στοργή, η πίστις
της Πηνελόπης, του πατρός το γήρας,
οι παλαιοί του φίλοι, του λαού
του αφοσιωμένου η αγάπη,
η ευτυχής ανάπαυσις του οίκου
εισήλθον ως ακτίνες της χαράς
εις την καρδίαν του θαλασσοπόρου.
Και ως ακτίνες έδυσαν.
Η δίψα
εξύπνησεν εντός του της θαλάσσης.
Εμίσει τον αέρα της ξηράς.
Τον ύπνον του ετάραττον την νύκτα
της Εσπερίας τα φαντάσματα.
Η νοσταλγία τον κατέλαβε
των ταξιδίων, και των πρωινών
αφίξεων εις τους λιμένας όπου,
με τί χαράν, πρώτην φοράν εμβαίνεις.
Του Τηλεμάχου την στοργήν, την πίστιν
της Πηνελόπης, του πατρός το γήρας,
τους παλαιούς του φίλους, του λαού
του αφοσιωμένου την αγάπην,
και την ειρήνην και ανάπαυσιν
του οίκου εβαρύνθη.
Κ’ έφυγεν.
Ότε δε της Ιθάκης αι ακταί
ελιποθύμουν βαθμηδόν εμπρός του
κι έπλεε προς δυσμάς πλησίστιος,
προς Ίβηρας, προς Ηρακλείους στήλας,—
μακράν παντός Aχαϊκού πελάγους,—
ησθάνθη ότι έζη πάλιν, ότι
απέβαλλε τα επαχθή δεσμά
γνωστών πραγμάτων και οικιακών.
Και η τυχοδιώκτις του καρδιά
ηυφραίνετο ψυχρώς, κενή αγάπης.
Κ.Π.ΚΑΒΑΦΗΣ
Από τα Κρυμμένα Ποιήματα Ίκαρος 1993
3.7.09
ULISSES IN THE SEA

(ULISSES THINKING)
...TO LADY WHO VISIT THE BLOG FROM THE SOUTH...
THE SEA
ULISSES IN THE SEA
A great wave drove at him with toppling crest
spinning him round, in one tremendous blow,
and he went plunging overboard, the oar-haft
wrenched from his grip. A gust that came on howling
at the same instant broke his mast in two,
hurling his yard and sail far out to leeward.
Now the big wave a long time kept him under,
helpless to surface, held by tons of water,
tangled, too, by the seacloak of Kalypso.
Long, long, until he came up spouting brine,
with streamlets gushing from his head and beard;
but still bethought him, half-drowned as he was,
to flounder for the boat and get a handhold
into the bilge ―to crouch there, foiling death.
Across the foaming water, to and fro,
the boat careered like a ball of tumbleweed
blown on the autumn plains, but intact still.
So the winds drove this wreck over the deep,
East Wind and North Wind, then South Wind and West,
coursing each in turn to the brutal harry.
From THE ODYSSEY, book V lines 330-350
HOMER
Translated by Robert Fitzgerald
25.6.09
Ο ΛΥΚΟΣ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ

Ο ΛΥΚΟΣ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ
Η λάμψη του χιονιού. Οι κέδροι σα γαλάζιες φλόγες.
Το φεγγάρι είν’ ασημένιο μάτι.
Το τρίξιμο απ’ τα κόκαλα των οδοιπόρων. Η μακρινή ηλιαχτίδα.
Σα μια συνομιλία σβησμένη. Ο άνεμος στο δροσερό σεντόνι.
Η στιγμιαία βροχή. Το σιτεμένο ταμπούρλο. Η σακούλα.
Τα μάτια από χρυσή βροχή.
Το σύννεφο και το φεγγάρι. Η ασημένια του όψη μιας στιγμής.
Το πέτρινο δρομάκι. Ο άνεμος στο υγρό σεντόνι.
Η απόμακρη βροντή. Τ’ ανάλαφρο σου βήμα.
Το σύννεφο θολώνει τον καθρέφτη. Η ματωμένη του όψη.
Το δάσος είναι γαλανό. Η βροντή στο τέλος του δρόμου. Το ταμπούρλο.
Το καλύβι. Ο νοτερός καπνός. Το φώς μέσ’ απ’ τα κουρτινάκια.
Ο άνεμος είν’ ο χτύπος. Οι κραυγές. Το ύψωμα.
Ο λύκος τη νύχτα. Ο λύκος στην πόρτα. Η σύντομη αστραπή.
Το δάχτυλο δείχνει. Το μάτι με πέρλες βροχής.
Η ματωμένη μούρη του στην πόρτα. Η μυρουδιά του καμένου ξύλου.
Η βροχή διαλύει το πέπλο της. Λιώνει τη γάζα στην όψη της.
Το αίμα. Η βροχή στο λαιμό.
Η καταδίωξη μέσ’ απ’ τους γαλάζιους κέδρους. Τ’ ανεμοπανταλόνι.
Το μαχαίρι στην τσάντα. Η νερένια πληγή.
Το φεγγάρι είναι μάτι ματωμένο. Οι κέδροι είναι φλόγες γαλάζιες.
Ο λύκος στο δάσος. Η απόμακρη βροντή.
Ο νοτερός καπνός στο σπίτι. Το αίμα στο χιόνι.
Το σπίτι τ’ άδειο.
Το μάτι με πέρλες βροχής. Ο άνεμος στο παγερό σεντόνι.
Το μαχαίρι στο χιόνι.
FELIX DE AZUA
ΗΛΙΑΣ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
19.6.09
ΥΠΑΡΧΕΙΣ

(PICASSO, ΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ)
ΥΠΑΡΧΕΙΣ
ΥΠΑΡΧΕΙΣ
Στο σύννεφο το κόκκινο της δύσης
Στις βαθιές κρυφές μου παραισθήσεις
Στην ερωτική ορμή μου
Στο ρίγος που περνάει το κορμί μου
Στο τρελλό νεανικό μου πάθος
Στο καυτό του πόθου μου το βάθος
ΥΠΑΡΧΕΙΣ
Στο αντιφέγγισμα του φεγγαριού, στο δάκρυ
Στου δικού μου του παράδεισου την άκρη
Στου ερωτιασμού μου την ανείπωτη μαγεία
Στων αχτίδων του ήλιου τη θωπεία
Στα σκισμένα πέπλα της ντροπής μου
Στις ασύδοτες κραυγές της ηδονής μου
Υπάρχεις
Στην τρέλλα του χθές, του σήμερα, του τώρα
Σ’ αυτήν την τραγική του τέλους μας την ώρα...
ΥΠΑΡΧΕΙΣ
1978
Στο Ντίνο
Καίτη Κανδηλώρου
Πολύπους ίππος
Ποιήματα
Αθήνα 2009
18.6.09
GABRIELLE DIDOT

GABRIELLE DIDOT
Το βράδυ ετούτο κάρφωσε μ’ επιμονή το νου μου
κάποια γυναίκα που άλλοτες εγνώρισα, κοινή,
που ωστόσο αυτή ξεχώριζεν από τις αδελφές της,
γιατί ήταν πάντοτε σοβαρή, θλιμμένη και στυγνή.
Θυμάμαι που την πείραζαν συχνά τ’ άλλα κορίτσια,
γελώντας την για το ύφος της το τόσο σοβαρό,
και μεταξύ τους έλεγαν, αισχρό κάνοντας σχήμα,
πως θα συνήθιζε και αυτή με τον καιρό.
Κι αυτή, ψυχρή και σιωπηλή, καθόταν στη γωνιά της,
ενώ μια γάτα χάιδευε με αυτάκια μυτερά
κι ένα σκυλί που δίπλα της στεκόταν λυπημένο –
ένα σκυλί όπου ποτέ δεν κούναε την ουρά.
Κι έμοιαζ’ η γάτα, που αυστηρή την κοίταζε στα μάτια,
η πλήξη ως να ’ταν, που με μάτια κοίταε ζοφερά,
και το σκυλί που εδάγκωνε το κάτασπρό της χέρι,
η τύψη ως να ’ταν έμοιαζε, που εδάγκωνε σκληρά.
Πολλές φορές περίεργες την εκύκλωναν σκέψεις
και προσπαθούσε – μου ’λεγε- συχνά να θυμηθεί,
το νου της βασανίζοντας τις ώρες της ανίας,
όσους μαζί της είχανε μια νύχτα κοιμηθεί.
Ώρες πολλές εκοίταζα τα σκοτεινά της μάτια
κι ενόμιζα πως έβλεπα βαθιά μέσα σ’ αυτά
τρικυμισμένες θάλασσες, νησιά του αρχιπελάγους
και καραβάκια που έφευγαν με τα πανιά ανοιχτά.
Απόψε αναθυμήθηκα κάποια κοινή γυναίκα
κι ένα τραγούδι εσκάρωσα σε στύλ μπωντλαιρικό,
που ως το διαβάζεις, σιωπηλέ, παράξενε αναγνώστη,
γελάς γι’ αυτόν που το ’γραψε, με γέλιο ειρωνικό.
ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ
6.6.09
PRELUDIO

PRELUDIO
Odio l’ usata poesia...
Μισώ την ποίηση την κοινή· το αφήνει
το κορμί της, χωρίς να λαχταρίζη,
του πρόστυχου· και πέφτει στα φιλιά του
κι αποκοιμιέται.
Δική μου είν’ η στροφή που πάει, χορεύτρα,
ρυθμικά και σκιρτά, σαν την παινεύουν,
ολάγρυπνη. Πετά, τη φτεραδράχνω,
γυρνά, δε θέλει.
Στο σφιχταγκάλιασμα όμοια του Σιλβάνου
του αντιστέκεται η βάκχη· στριμωμένα
μια στιγμή, της ορθώνονται πιο ωραία
τα ολόανθα στήθια.
Ανάκατα, φιλιά, σκούσματ’ , απάνου
στο πυρό στόμα· αστράφτει μαρμαρένιο
το μέτωπο· λυμένα τα μαλλιά της
αεροσαλεύουν.
GIOSUE CARDUCCI
ΜΤΦΡ. ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ
2.6.09
ΜΙΚΡΑ

1. Όταν φτάσεις στη σιωπή θα ξέρεις.
2.Tραγούδα το χειμώνα, που σε έκανε να νιώσεις την 'Ανοιξη.
3. Nα στοχάζεσαι μόνο είναι εγωϊσμός. Nα στοχάζεσαι και να δίνεις, είναι καθήκον.
4. Ένας σκοπός, δεν είναι δα και μικρή υπόθεση.
5. Eίδωλα. Λιβάνι τους η ανθρώπινη ματαιοδοξία.
6 Aυταπάτη ανόδου. Tρέχει ανάποδα σε κυλιόμενη σκάλα.
7. H μνήμη βοηθάει να πας βαθειά στο μέλλον.
8. Προσποιητή μετριοφροσύνη. Xυδαιότερη από την έλλειψή της.
9. H προοπτική γεννάει όνειρα. Kι είναι από τις ωραιότερες η μοιρασιά τους.
10. Yπάρχω. Eίπαν ότι με αγαπάνε.
11. Kάπου εδώ. Σε τούτο τον μικρόκοσμο κρύβεται η ευτυχία.
12. 'Αρχισε τα όνειρα πριν το χάραμα και ξέχασε το παράθυρο κλειστό.
13. Kαλοντυμένος. H φόδρα στο σακκάκι του με τρύπα, στη θέση της καρδιάς.
14. Όσο κι αν σε βαραίνει η θλίψη, πλύνε το πρόσωπο βάλε τα καλά σου και βγες στο φώς. Mέσα από τη λάσπη τους, θα αναδυθείς πεντακάθαρος. Bγες στους ανθρώπους και κυρίως στο φως.
15. Γραφειοκράτες, που δικαιολογούν την ύπαρξή τους με μιάν υπογραφή σχεδιάζουν τρύπες στο αντίσκηνο του ποιητή.
16. Tο πρώτο βήμα ελευθερίας, όταν δεν ήθελε να αποδείξει στον εαυτό του τίποτα. Δεύτερο, όταν δεν ήθελε να αποδείξει τίποτα στους άλλους.
17. Eρωτευμένος με τη ζωή και χορτάτος τόσο, που ο θάνατος δεν θα του στερούσε τίποτα.
18. Yπάρχουν ταίρια που το ένα μισό εξαφανίζει το άλλο, αγνοώντας ότι εξαφανίζεται αυτό το ίδιο το ταίρι.
19. Tο μοναδικό ρούχο που μας ζεσταίνει τους χειμώνες, είναι οι στιγμές, που δεν αποτελούν είδηση για κανέναν.
20. Φτιάχνουμε βάθρα ειδώλων και δεν ξέρουμε τι να στήσουμε πάνω τους. Kάποιοι τα τυλίγουν με πλαστικές σημαίες συγκεντρώσεων.
21. Mα, τι φταίει εκείνη που την φόρτωσες με όσα ήθελες να ’χει;
22. Nα φοβάσαι τις αποστάσεις. Ωραιοποιούν το παρελθόν και τους ήρωές του.
23. Στην ανωνυμία, πλουσιότερος.
24. Έγδαρε το πρόσωπο, αλλάζοντας μάσκες αυτοσυντήρησης.
25. Oι ναυτικοί χαμογελούν, γιατί έζησαν τη μοναξιά ανάμεσα σε ανθρώπους και αγάπησαν ότι φοβόνταν περισσότερο. Tη θάλασσα.
...Μικρές ποιητικές συνθέσεις του Γιώργου Δουατζή που αντέγραψα από το http://www.radioart.gr/Gr/perasma.php
από εκεί παίρνω και τον τίτλο που δίνω στην σημερινή ανάρτηση, η φωτογραφία είναι επίσης του Γιώργου Δουατζή!
