18.9.09

ΤΟ ΞΑΦΝΙΑΣΜΑ


Το ΞΑΦΝΙΑΣΜΑ

Δυο Πάνες φουσκομάγουλοι, στου κήπου σου τις στέρνες,
τα χάλκινα —με τρεις οπές— σουράβλια είχαν στα χείλη,
όταν εσύ τις φωτεινές του χάμου έκρουσες φτέρνες
— ζυγά πιτσούνια που έπαιζαν το 'να το άλλο εφίλει.
Του φραμπαλά σου φτερωτή τότε η — σαΐτα —ρίγα
(των χρυσοκεντημένων της — αράδα — παπαγάλων)
στις γάμπες σου ανελίχτηκε — γοργό ερπετό — που ερίγα
στο αλληλοκυνήγημα των άσπρω σου αστραγάλων.
Kι έφυγες. Ωωω. Σαν αστραπών — στο σέρπιο μονοπάτι —
τύφλες φωτός (και σκίρτημα δορκάδας έρμου δάσου)
έμειναν τ' άψε-σβήσε σου: το πήδημα, το πάτι
και τ' αλαφριό, σαν άξαφνου πουλιού, ξεφτούρισμα σου...

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ

21.8.09

ΕΝΑΤΗ ΝΥΧΤΑ

ΕΝΑΤΗ ΝΥΧΤΑ

Ξανάρθε με κεφάλι λύκου
Ίδρωνε θειάφι, τον ήξερα καιρό
«Καληνύχτα», είπα, «το δέρμα μου είναι επώδυνο».
Με δυσκολεύει μια παλιά χειρονομί εγκαρτέρησης.
Πολύ είχα λυπήσει
Εκείνο με τα ραγίσματα, κι έπρεπε νάρθεις.
Ένα σταχτί φίδι παλλόταν πάντα απ’ την οροφή.

«Το ξέρω», είπε. «Δεν έχει άλλο τίποτα να δείς
Απ’ αυτή τη μεριά.
Όμως, κι η έχθρα για το τίποτα
Δεν είναι πια επίκαιρη». Με χάιδεψε
Ήμερα. Είδα ένα όνειρο με συχνούς
Αποκεφαλισμούς. Και μια χοάνη
Μεγάφωνα πουλιά αδειάζοντας στην πλατφόρμα
Να τρελλαίνονται.

«Ζήτησε μια αναστολή ακόμα», είπε―

ΠΑΥΛΙΝΑ ΠΑΜΠΟΥΔΗ

ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΡΩΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

24.7.09

ΔΕΥΤΕΡΑ ΟΔΥΣΣΕΙΑ

ΔΕΥΤΕΡΑ ΟΔΥΣΣΕΙΑ

Dante, Ιnferno, Canto ΧΧVΙ
Τennyson, «Ulysses»

Οδύσσεια δευτέρα και μεγάλη,
της πρώτης μείζων ίσως. Aλλά φευ
άνευ Ομήρου, άνευ εξαμέτρων.

Ήτο μικρόν το πατρικόν του δώμα,
ήτο μικρόν το πατρικόν του άστυ,
και όλη του η Ιθάκη ήτο μικρά.

Του Τηλεμάχου η στοργή, η πίστις
της Πηνελόπης, του πατρός το γήρας,
οι παλαιοί του φίλοι, του λαού
του αφοσιωμένου η αγάπη,
η ευτυχής ανάπαυσις του οίκου
εισήλθον ως ακτίνες της χαράς
εις την καρδίαν του θαλασσοπόρου.

Και ως ακτίνες έδυσαν.

Η δίψα
εξύπνησεν εντός του της θαλάσσης.
Εμίσει τον αέρα της ξηράς.
Τον ύπνον του ετάραττον την νύκτα
της Εσπερίας τα φαντάσματα.
Η νοσταλγία τον κατέλαβε
των ταξιδίων, και των πρωινών
αφίξεων εις τους λιμένας όπου,
με τί χαράν, πρώτην φοράν εμβαίνεις.

Του Τηλεμάχου την στοργήν, την πίστιν
της Πηνελόπης, του πατρός το γήρας,
τους παλαιούς του φίλους, του λαού
του αφοσιωμένου την αγάπην,
και την ειρήνην και ανάπαυσιν
του οίκου εβαρύνθη.
Κ’ έφυγεν.

Ότε δε της Ιθάκης αι ακταί
ελιποθύμουν βαθμηδόν εμπρός του
κι έπλεε προς δυσμάς πλησίστιος,
προς Ίβηρας, προς Ηρακλείους στήλας,—
μακράν παντός Aχαϊκού πελάγους,—
ησθάνθη ότι έζη πάλιν, ότι
απέβαλλε τα επαχθή δεσμά
γνωστών πραγμάτων και οικιακών.
Και η τυχοδιώκτις του καρδιά
ηυφραίνετο ψυχρώς, κενή αγάπης.

Κ.Π.ΚΑΒΑΦΗΣ

Από τα Κρυμμένα Ποιήματα Ίκαρος 1993

3.7.09

ULISSES IN THE SEA


(ULISSES THINKING)

...TO LADY WHO VISIT THE BLOG FROM THE SOUTH...

THE SEA

ULISSES IN THE SEA

A great wave drove at him with toppling crest
spinning him round, in one tremendous blow,
and he went plunging overboard, the oar-haft
wrenched from his grip. A gust that came on howling
at the same instant broke his mast in two,
hurling his yard and sail far out to leeward.
Now the big wave a long time kept him under,
helpless to surface, held by tons of water,
tangled, too, by the seacloak of Kalypso.
Long, long, until he came up spouting brine,
with streamlets gushing from his head and beard;
but still bethought him, half-drowned as he was,
to flounder for the boat and get a handhold
into the bilge ―to crouch there, foiling death.
Across the foaming water, to and fro,
the boat careered like a ball of tumbleweed
blown on the autumn plains, but intact still.
So the winds drove this wreck over the deep,
East Wind and North Wind, then South Wind and West,
coursing each in turn to the brutal harry.

From THE ODYSSEY, book V lines 330-350
HOMER
Translated by Robert Fitzgerald

25.6.09

Ο ΛΥΚΟΣ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ


Ο ΛΥΚΟΣ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ

Η λάμψη του χιονιού. Οι κέδροι σα γαλάζιες φλόγες.
Το φεγγάρι είν’ ασημένιο μάτι.

Το τρίξιμο απ’ τα κόκαλα των οδοιπόρων. Η μακρινή ηλιαχτίδα.

Σα μια συνομιλία σβησμένη. Ο άνεμος στο δροσερό σεντόνι.

Η στιγμιαία βροχή. Το σιτεμένο ταμπούρλο. Η σακούλα.

Τα μάτια από χρυσή βροχή.
Το σύννεφο και το φεγγάρι. Η ασημένια του όψη μιας στιγμής.

Το πέτρινο δρομάκι. Ο άνεμος στο υγρό σεντόνι.
Η απόμακρη βροντή. Τ’ ανάλαφρο σου βήμα.

Το σύννεφο θολώνει τον καθρέφτη. Η ματωμένη του όψη.
Το δάσος είναι γαλανό. Η βροντή στο τέλος του δρόμου. Το ταμπούρλο.

Το καλύβι. Ο νοτερός καπνός. Το φώς μέσ’ απ’ τα κουρτινάκια.
Ο άνεμος είν’ ο χτύπος. Οι κραυγές. Το ύψωμα.

Ο λύκος τη νύχτα. Ο λύκος στην πόρτα. Η σύντομη αστραπή.
Το δάχτυλο δείχνει. Το μάτι με πέρλες βροχής.

Η ματωμένη μούρη του στην πόρτα. Η μυρουδιά του καμένου ξύλου.
Η βροχή διαλύει το πέπλο της. Λιώνει τη γάζα στην όψη της.

Το αίμα. Η βροχή στο λαιμό.

Η καταδίωξη μέσ’ απ’ τους γαλάζιους κέδρους. Τ’ ανεμοπανταλόνι.
Το μαχαίρι στην τσάντα. Η νερένια πληγή.

Το φεγγάρι είναι μάτι ματωμένο. Οι κέδροι είναι φλόγες γαλάζιες.
Ο λύκος στο δάσος. Η απόμακρη βροντή.

Ο νοτερός καπνός στο σπίτι. Το αίμα στο χιόνι.
Το σπίτι τ’ άδειο.

Το μάτι με πέρλες βροχής. Ο άνεμος στο παγερό σεντόνι.
Το μαχαίρι στο χιόνι.

FELIX DE AZUA
ΗΛΙΑΣ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

19.6.09

ΥΠΑΡΧΕΙΣ


(PICASSO, ΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ)

ΥΠΑΡΧΕΙΣ

ΥΠΑΡΧΕΙΣ
Στο σύννεφο το κόκκινο της δύσης
Στις βαθιές κρυφές μου παραισθήσεις
Στην ερωτική ορμή μου
Στο ρίγος που περνάει το κορμί μου
Στο τρελλό νεανικό μου πάθος
Στο καυτό του πόθου μου το βάθος
ΥΠΑΡΧΕΙΣ
Στο αντιφέγγισμα του φεγγαριού, στο δάκρυ
Στου δικού μου του παράδεισου την άκρη
Στου ερωτιασμού μου την ανείπωτη μαγεία
Στων αχτίδων του ήλιου τη θωπεία
Στα σκισμένα πέπλα της ντροπής μου
Στις ασύδοτες κραυγές της ηδονής μου
Υπάρχεις
Στην τρέλλα του χθές, του σήμερα, του τώρα
Σ’ αυτήν την τραγική του τέλους μας την ώρα...
ΥΠΑΡΧΕΙΣ

1978
Στο Ντίνο

Καίτη Κανδηλώρου
Πολύπους ίππος
Ποιήματα
Αθήνα 2009

18.6.09

GABRIELLE DIDOT


GABRIELLE DIDOT


Το βράδυ ετούτο κάρφωσε μ’ επιμονή το νου μου
κάποια γυναίκα που άλλοτες εγνώρισα, κοινή,
που ωστόσο αυτή ξεχώριζεν από τις αδελφές της,
γιατί ήταν πάντοτε σοβαρή, θλιμμένη και στυγνή.

Θυμάμαι που την πείραζαν συχνά τ’ άλλα κορίτσια,
γελώντας την για το ύφος της το τόσο σοβαρό,
και μεταξύ τους έλεγαν, αισχρό κάνοντας σχήμα,
πως θα συνήθιζε και αυτή με τον καιρό.

Κι αυτή, ψυχρή και σιωπηλή, καθόταν στη γωνιά της,
ενώ μια γάτα χάιδευε με αυτάκια μυτερά
κι ένα σκυλί που δίπλα της στεκόταν λυπημένο –
ένα σκυλί όπου ποτέ δεν κούναε την ουρά.

Κι έμοιαζ’ η γάτα, που αυστηρή την κοίταζε στα μάτια,
η πλήξη ως να ’ταν, που με μάτια κοίταε ζοφερά,
και το σκυλί που εδάγκωνε το κάτασπρό της χέρι,
η τύψη ως να ’ταν έμοιαζε, που εδάγκωνε σκληρά.

Πολλές φορές περίεργες την εκύκλωναν σκέψεις
και προσπαθούσε – μου ’λεγε- συχνά να θυμηθεί,
το νου της βασανίζοντας τις ώρες της ανίας,
όσους μαζί της είχανε μια νύχτα κοιμηθεί.

Ώρες πολλές εκοίταζα τα σκοτεινά της μάτια
κι ενόμιζα πως έβλεπα βαθιά μέσα σ’ αυτά
τρικυμισμένες θάλασσες, νησιά του αρχιπελάγους
και καραβάκια που έφευγαν με τα πανιά ανοιχτά.

Απόψε αναθυμήθηκα κάποια κοινή γυναίκα
κι ένα τραγούδι εσκάρωσα σε στύλ μπωντλαιρικό,
που ως το διαβάζεις, σιωπηλέ, παράξενε αναγνώστη,
γελάς γι’ αυτόν που το ’γραψε, με γέλιο ειρωνικό.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

6.6.09

PRELUDIO



PRELUDIO
Odio l’ usata poesia...


Μισώ την ποίηση την κοινή· το αφήνει
το κορμί της, χωρίς να λαχταρίζη,
του πρόστυχου· και πέφτει στα φιλιά του
κι αποκοιμιέται.

Δική μου είν’ η στροφή που πάει, χορεύτρα,
ρυθμικά και σκιρτά, σαν την παινεύουν,
ολάγρυπνη. Πετά, τη φτεραδράχνω,
γυρνά, δε θέλει.

Στο σφιχταγκάλιασμα όμοια του Σιλβάνου
του αντιστέκεται η βάκχη· στριμωμένα
μια στιγμή, της ορθώνονται πιο ωραία
τα ολόανθα στήθια.

Ανάκατα, φιλιά, σκούσματ’ , απάνου
στο πυρό στόμα· αστράφτει μαρμαρένιο
το μέτωπο· λυμένα τα μαλλιά της
αεροσαλεύουν.

GIOSUE CARDUCCI

ΜΤΦΡ. ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

2.6.09

ΜΙΚΡΑ


1. Όταν φτάσεις στη σιωπή θα ξέρεις.
2.Tραγούδα το χειμώνα, που σε έκανε να νιώσεις την 'Ανοιξη.
3. Nα στοχάζεσαι μόνο είναι εγωϊσμός. Nα στοχάζεσαι και να δίνεις, είναι καθήκον.
4. Ένας σκοπός, δεν είναι δα και μικρή υπόθεση.
5. Eίδωλα. Λιβάνι τους η ανθρώπινη ματαιοδοξία.
6 Aυταπάτη ανόδου. Tρέχει ανάποδα σε κυλιόμενη σκάλα.
7. H μνήμη βοηθάει να πας βαθειά στο μέλλον.
8. Προσποιητή μετριοφροσύνη. Xυδαιότερη από την έλλειψή της.
9. H προοπτική γεννάει όνειρα. Kι είναι από τις ωραιότερες η μοιρασιά τους.
10. Yπάρχω. Eίπαν ότι με αγαπάνε.
11. Kάπου εδώ. Σε τούτο τον μικρόκοσμο κρύβεται η ευτυχία.
12. 'Αρχισε τα όνειρα πριν το χάραμα και ξέχασε το παράθυρο κλειστό.
13. Kαλοντυμένος. H φόδρα στο σακκάκι του με τρύπα, στη θέση της καρδιάς.
14. Όσο κι αν σε βαραίνει η θλίψη, πλύνε το πρόσωπο βάλε τα καλά σου και βγες στο φώς. Mέσα από τη λάσπη τους, θα αναδυθείς πεντακάθαρος. Bγες στους ανθρώπους και κυρίως στο φως.
15. Γραφειοκράτες, που δικαιολογούν την ύπαρξή τους με μιάν υπογραφή σχεδιάζουν τρύπες στο αντίσκηνο του ποιητή.
16. Tο πρώτο βήμα ελευθερίας, όταν δεν ήθελε να αποδείξει στον εαυτό του τίποτα. Δεύτερο, όταν δεν ήθελε να αποδείξει τίποτα στους άλλους.
17. Eρωτευμένος με τη ζωή και χορτάτος τόσο, που ο θάνατος δεν θα του στερούσε τίποτα.
18. Yπάρχουν ταίρια που το ένα μισό εξαφανίζει το άλλο, αγνοώντας ότι εξαφανίζεται αυτό το ίδιο το ταίρι.
19. Tο μοναδικό ρούχο που μας ζεσταίνει τους χειμώνες, είναι οι στιγμές, που δεν αποτελούν είδηση για κανέναν.
20. Φτιάχνουμε βάθρα ειδώλων και δεν ξέρουμε τι να στήσουμε πάνω τους. Kάποιοι τα τυλίγουν με πλαστικές σημαίες συγκεντρώσεων.
21. Mα, τι φταίει εκείνη που την φόρτωσες με όσα ήθελες να ’χει;
22. Nα φοβάσαι τις αποστάσεις. Ωραιοποιούν το παρελθόν και τους ήρωές του.
23. Στην ανωνυμία, πλουσιότερος.
24. Έγδαρε το πρόσωπο, αλλάζοντας μάσκες αυτοσυντήρησης.
25. Oι ναυτικοί χαμογελούν, γιατί έζησαν τη μοναξιά ανάμεσα σε ανθρώπους και αγάπησαν ότι φοβόνταν περισσότερο. Tη θάλασσα.

...Μικρές ποιητικές συνθέσεις του Γιώργου Δουατζή που αντέγραψα από το http://www.radioart.gr/Gr/perasma.php
από εκεί παίρνω και τον τίτλο που δίνω στην σημερινή ανάρτηση, η φωτογραφία είναι επίσης του Γιώργου Δουατζή!

31.5.09

ΚΥΜΟΘΟΗ


ΚΥΜΟΘΟΗ

Μα εσύ, σα να λουλούδιασες το χάσμα
π’ άνοιξε τ’ άγριο χέρι του σεισμού!
Ψυχή, τι θέλεις από εμέ; Είσαι πλάσμα,
η το φάντασμα τάλυωτου καημού;

Στους βαθιούς ουρανούς τανάβλεμμα σου
καρφώνεται, και κείνοι ξεκινούν
για νάρθουν πιο σιμά, της ζωγραφιάς σου
πολεμώντας κορνίζες να γενούν.

Στο προσωπό σου δυό στοιχιά κονεύουν,
δυό αζωγράφιστα μάτια λατρευτά·
μάχονται μέσα εκεί και βασιλεύουν
η νύχτα και η αυγή ζευγαρωτά.

Και τα χέρια σου τα λαχταρισμένα,
και τα χέρια σου τα λειτουργικά,
σηκώνονται η ανοίγονται, γραμμένα
να μοιράσουν καινούρια ριζικά.

Κορώνα του βραδιού, να! το φεγγάρι,
και κορώνα είσ’ εσύ του φεγγαριού,
απάνου απ’ όλα, της ψυχής η χάρη
με την άχνα του μαργαριταριού.

Στη δουλεψή σου και καρδιές και μοίρες,
ανθεί και η πέτρα από τ’ ακκούμπισμά σου·
από του Κολωνού τ’ αηδόνια πήρες
το μιλημά σου.

Κωστής Παλαμάς

29.5.09

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ


Ο ΠΟΙΗΤΗΣ
Lorsque j’ai donne mes vers a la foule…

Όταν τους στίχους μου έδωκα στον κόσμο, την καρδιά μου
την κρέμασα σ’ ενός χασάπη τα τσεγγέλια,
τη σπαρασμένη μου καρδιά, με το αίμα της που τρέχει
στο μαύρο το πεζούλι και το γλύφει ο σκύλος.

Τυλίγεται στο σίδερο σαν κρεμεζί ξεσκλίδι,
τα χέρια τα πιο πρόστυχα μπορούν και την αγγίζουν,
κοπάδι κάποτε μεθούν απάνου της οι μύγες,
που ένα, θαρρείς, μαυριδερό κουρέλι τη σκεπάζει.

Όσοι πορεύονται με φήμη ξεφτυσμένη, σάπια,
όσοι και συνροφιά κανένας δεν τους κάνει,
όσοι κακούργοι και αργοί ζούν, του κόσμου αποδιωγμένοι,
άπό μπροστά της δεν περνούνε δίχως να τη φτύσουν

την ανοιγμένη αυτή καρδιά με το αίμα της που τρέχει
στο μαύρο το πεζούλι και το γλύφει ο σκύλος.
Όταν τους στίχους έδωκα στον κόσμο, την καρδιά μου
Την κρέμασα σ’ ενός χασάπη τα τσεγγέλια.

ANGELLIER

ΜΤΦΡ.ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

16.5.09

ΗΔΟΝΙΣΜΟΣ


(Hands Picasso)

Από τραγούδια έν' άυλο κομπολόι
σ' εσέ δεν ήρθα σήμερα να δώσω.
Με τα παιγνίδια, εγώ θα σε λιγώσω
και με τα ξόρκια, αγάπη μου, ενός γόη.

Γυμνοί. Και σαν κισσός θα σκαρφαλώσω
για να φάω το κορμί σου που με τρώει.
Του λαγκαδιού σου τη δροσάτη χλόη
με το χέρι θρασά θα την πυρώσω.

Το κρασί που ξανάφτει και το γάλα
που κοιμίζει, θα φέρω στάλα στάλα
μ' όλο μου το κορμί να σε ποτίσω.

Και στα πόδια σου τ' ασπροσκαλισμένα
δυό βάζα που μού παίρνουνε τα φρένα
στερνή μανία το μέλι μου θα χύσω.

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ