9.4.09

ΟΙ ΑΣΑΛΕΥΤΕΣ ΚΥΡΙΕΣ ΤΩΝ ΕΠΑΡΧΙΩΝ



ΟΙ ΑΣΑΛΕΥΤΕΣ ΚΥΡΙΕΣ ΤΩΝ ΕΠΑΡΧΙΩΝ

Βρίσκω στις επαρχίες που τριγυρίζω
κάποιες κυρίες θλιμμένες και χλωμές,
που ζούνε πάντα σ’ ένα χάος γκρίζο
γεμάτο ανία, πλήξη και τιμές.

Στα σκοτεινά σαλόνια τους κινούνται
σαν τις ψυχές στον Άδη, έτσι θαρρώ.
Έρχονται οι ξένοι, μάταια συγκινούνται
και προσφέρουν το χέρι τους το αβρό.

Πόσα χεράκια τέτοια έχω φιλήσει!
Ήταν κρύα, παγωμένα, νεκρικά,
σάμπως να τάχε ο θάνατος αγγίσει
μάταια κι αυτός και δοκιμαστικά.

Στίς πληχτικές εκείνες ατμοσφαίρες
Του κάκου οι ερωτικοί χτυπούν παλμοί,
ζωντανεύουν σα φίδια οι χρυσές βέρες
και πνίγουν της καρδιάς την όποια ορμή!

Οι σύζυγοι αυστηρή εθιμοτυπία
κρατούν μαζί τους και τις απατούν.
Κάπου-κάπου ξεσπά η ζηλοτυπία,
μα σγγνώμη αυτές πρώτες τους ζητούν.

Παιδιά δεν έχουν. Στείρες, ή είχαν ένα
που πέθανε μικρό από ιλαρά.
Φυλάν λίγα μαλλάκια του κρυμμένα―
τα βλέπουνε και κλαίν κάθε φορά.

Στη μουσική ζητούν παραμυθία
και στ’ αυθόρμητα δάκρυα πού και πού.
Ά, ναί! Πολλές ιδρύουν και σωματεία
θρησκευτικού ή κοινωνικού σκοπού.

Παράξενα που με κυττούν τον πλάνο
οι ασάλευτες κυρίες των επαρχιών!
Μόλις φύγω καθίζουνε στο πιάνο
να γεμίσουν το χάος των καρδιών.

Μα τίποτε ποτέ δε θα γεμίσει
της ζωής τους το απέραντο κενό...
Πόσες τέτοιες κυρίες έχω γνωρίσει!
Με θυμούνται; Καμμιά δε λησμονώ.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣ