31.12.07

ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ ΤΟΥ ΣΤΡΕΙΔΙΟΥ


ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ ΤΟΥ ΣΤΡΕΙΔΙΟΥ

Αρκεί ωστόσο
κι ένας απλός σουγιάς
με χοντρή μικρή λεπίδα
για το άνοιγμα

κι αν είσαι άπειρος
πάρε ένα πανί
για να μην κοπείς
Σπρώχνεις

τη μύτη του μαχαιριού
στην πιο παχιά πλευρά
ακριβώς στον σφιγκτήρα
ανάμεσα στις δυο θυρίδες

σπάζεις το καπάκι
βγάζεις από μέσα τα σπασμένα κομμάτακια
αλλά ποτέ το νερό
που πρέπει να ρουφήξεις

αφού πρώτα φας τη σάρκα
Στρείδια που ανοίγουν
από μόνα τους καλύτερα
να μην τα τρώς

Μαζί με το νερό πίνεις
τις κραυγές των γαρίδων
τον ίσκιο των κυμάτων
και τη δίνη του βυθού

Μαζί με τη σάρκα μασουλάς
και την αγάπη Δεν σ’αφήνει
πια ήσυχο σαν να πρόκειται
ν’ανακαλύψεις στον κόλπο της

μεγάλες χάρες και δεινά
και μέσα σου θεριεύει ένας καημός
που παίρνει στο κατόπι τη ζωή σου
και δεν λέει να με τίποτα να κοπάσει

JOACHIM SARTORIUS
Αλεξάνρεια & ΑΛΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
ΜΤΦΡ.ΣΠΥΡΟΣ ΜΟΣΚΟΒΟΥ / ΝΕΦΕΛΗ

29.12.07

ΚΕΡΙΑ


Κεριά
Του μέλλοντος οι μέρες στέκοντ' εμπροστά μας
σα μιά σειρά κεράκια αναμένα -
χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.

Οι περασμένες μέρες πίσω μένουν,
μια θλιβερή γραμμή κεριών σβησμένων•
τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,
κρύα κεριά, λιωμένα, και κυρτά.

Δεν θέλω να τα βλέπω• με λυπεί η μορφή των,
και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι.
Εμπρός κυττάζω τ' αναμένα μου κεριά.

Δεν θέλω να γυρίσω να μη διω και φρίξω
τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,
τι γρήγορα που τα σβυστά κεριά πληθαίνουν.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης

27.12.07

ΤΟ ΝΗΣΙ ΣΤΗ ΛΙΜΝΗ


ΤΟ ΝΗΣΙ ΣΤΗ ΛΙΜΝΗ
Θεέ μου, Αφροδίτη, Ερμή, προστάτη των κλεφτών,
Δώστε μου, σας παρακαλώ πολύ, εν ώρα ανάγκης, ένα μικρό κα-
πνοπωλείο,
Με τα γυαλιστερά κουτάκια
στιβαγμένα τακτικά στα ράφια
Και τον ανάριο, μυρωδάτο καπνό
και το σέρτικο
Και τον ξανθό Βιρτζίνια
σκόρπιο κάτω από τις γυαλιστερές, γυάλινες βιτρίνες,
Και μια όχι και τόσο λιγδιασμένη ζυγαριά
Και τα τσουλάκια να μπουκέρνουν για καναδυό κουβέντες του
ποδαριού,
Να πούνε την παρόλα τους και να σιάξουν λίγο τα μαλλιά τους.
Θεέ μου, Αφροδίτη, Ερμή, προστάτη των κλεφτών,
Δανείστε μου ένα μικρό καπνοπωλείο
ή στρώστε με σε κάποιο, τέλος πάντων, επάγγελμα
Μακριά από το κερατένιο τούτο επάγγελμα του λογοτέχνη
που πρέπει να' χεις πάντα τα μυαλά σου τετρακόσια.

Ezra Pound
Μετάφραση: Τάσος Κόρφης, Αθήνα, εκδ. Πρόσπερος, 1981

23.12.07

Ο ΝΕΚΡΟΣ ΤΙΣ ΓΙΟΡΤΕΣ


Ο ΝΕΚΡΟΣ ΤΙΣ ΓΙΟΡΤΕΣ
Εδώ και πολλά χρόνια
σαν πλησιάζουν τα Χριστούγεννα
(αυτός) ο νεκρός γεννιέται μέσα μου
δε θέλει δώρα
δε θέλει χρήματα
πάγο και χρόνια
χιόνια και πάγο
σκισμένα ρούχα
αχνά παπούτσια
ο χρυσός νεκρός
θα βγει έξω
δεν τον γνωρίζει κανένας
τον αλήτη νεκρό
θα κάτσει στο πικρό καφενείο
να πιεί τον καφέ του
κι ύστερα πάλι
σε λίγες μέρες
ήσυχα θα πεθάνει
(ο νεκρός)

όταν έρθει ο χρόνος

κι όλες οι ρόδες
κόκκινες όπως πρώτα
θα γυρίζουν πάλι.

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

21.12.07

Η ΚΟΜΗ


Η ΚΟΜΗ

Η κόμη, φλόγας πέταγμα, τώρα
Που έσβησε ο πόθος της να την αφήσει λεύτερη,
Κείτεται αφημένη (θαμπό θα 'λεγα διάδημα)
Στο μέτωπό της στέμμα, την αρχική εστία της.

Μα, δίχως στεναγμό ή θλίψη γι' αυτό το σύννεφο το λαμπερό,
Το πύρωμα της φωτιάς, της πάντα εσωτερικής
Αυτής της μιας και μόνης, αδιάκοπα υπάρχει
Στο σπίθισμα της καθαρής και γελαστής ματιάς.

Προσβάλλει η τόλμη του τρυφερού εραστή
Αυτήν που, μη κινώντας τα στολισμένα δάχτυλά της,
Τη θηλυκότητά της λιγότερο δε δείχνει,
Αστραποβόλα, κάνοντας έτσι τον ποιητή

Να σπέρνει με πετράδια τις αμφιβολίες του
Όπως μια προστατευτική, μια δάδα χαρωπή.

Stéphane Mallarme
Ποίηση και μουσική /Πλέθρον
ΜΤΦΡ. Αλέξης Ζήρας
Χαρακτικό:PICASSO

LA CHEVELURE...

La chevelure vol d'une flamme à l'extrême
Occident de désirs pour la tout déployer
Se pose ( je dirais mourir un diadème )
Vers le front couronné son ancien foyer

Mais sans or soupirer que cette vive nue
L'ignition du feu toujours intérieur
Originellement la seule continue
Dans le joyau de l'oeil véridique ou rieur

Une nudité de héros tendre diffame
Celle qui ne mouvant astre ni feux au doigt
Rien qu'à simplifier avec gloire la femme
Accomplit par son chef fulgurante l'exploit

De semer de rubis le doute qu'elle écorche
Ainsi qu'une joyeuse et tutélaire torche.

Stephane Mallarmé (1842-1898)

19.12.07

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ



ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ
Οι εκατό μνηστήρες της βασίλισσας Πηνελόπης είχαν σκοτωθεί και τα πτώματά τους, το ένα μετά το άλλο, τα έβγαλαν από τη σάλα της γιορτής τυλιγμένα με χαλιά. Μολονότι κόντευαν μεσάνυχτα, το σπίτι ήταν ακόμη στο πόδι μετά τα φοβερά συμβάντα, τα παράθυρα άπλωναν φως μέσα στη νύχτα κι οι υπηρέτες έτρεχαν πέρα - δώθε. Ακουγόταν πως στη μεγάλη αίθουσα σάρωναν με σκούπες το αίμα απ' το πλακόστρωτο.

Στο λαμπροφώτιστο υπνοδωμάτιο ο Οδυσσέας άρχισε να μιλάει στη γυναίκα του την Πηνελόπη για τις εικοσάχρονές του περιπέτειες· για την Τροία, για τη διαμάχη των βασιλιάδων στο στρατόπεδο·για το ταξίδι της επιστροφής και τα παράξενα της μακρυνής θάλασσας. Όμως όταν έφτασε στη Σκύλλα και τη Χάρυβδη, παρατήρησε πως η Πηνελόπη δίπλα του είχε αποκοιμηθεί. Και σκέφτηκε: τράβηξε πολλά σήμερα η καημένη· θα συνεχίσω αύριο. Κι ακούμπησε το κεφάλι του πλάι στο δικό της, πάνω στο πορφυρένιο προσκεφάλι.

Στο βασιλικό παλάτι είχαν να γίνουν και να μπουν στη θέση τους πολλά, γιατί οι νεαροί που έβραζε το αίμα τους, τα είχαν κάνει όλα άνω κάτω. Ο Οδυσσέας κατάστρωσε ένα σχέδιο, πήρε αναφορά από τους επιστάτες του και ρίχτηκε στη δουλειά. Έστρωσε τη μεγάλη αίθουσα με καινούργιες μαρμάρινες πλάκες, για να σβήσει και την τελευταία ανάμνηση του κρασιού μα και του αίματος που χύθηκε. Τα κελλάρια και οι αποθήκες είχαν αδειάσει ως τη μέση κι έπρεπε να γεμίσουν πάλι. Τα ελαιοτριβεία, παλιότερα καμάρι της βασιλικής οικονομίας, χρόνια τώρα δεν χρησιμοποιούνταν και ήθελε χρόνο και κόπο για να τα ξαναφτιάξουν.

Πίσω από το σπίτι οι μνηστήρες είχαν φυτέψει έναν μεγάλο ανθόκηπο και την φροντίδα του την είχαν αναθέσει σε έναν Σύρο κηπουρό. Εκεί καλλιεργούσαν νάρκισσους και γαρύφαλα κι εκείνα τα εκατόφυλλα ρόδα, που μόλις τότε είχε ευδοκιμήσει η καλλιέργειά τους. Μ' αυτά τα λουλούδια oι μνηστήρες στόλιζαν τα γιορτινά τραπέζια κι έφερναν μεγάλες ανθοδέσμες στη βασίλισσα, που συναγωνίζονταν για την εύνοιά της. Η Πηνελόπη δεχόταν μ' ευχαρίστηση τις προσφορές των λουλουδιών και στόλιζε μ' αυτά τα χάλκινα βάζα στα περβάζια της κρεββατοκάμαρας.

Τώρα ο Οδυσσέας ξεπάτωσε τον ανθόκηπο και στη θέση του έβαλε μια φυτεία λαχανικών με ποτιστικά κανάλια από τσιμέντο, όπως αυτά που είχε δει στην Αίγυπτο. Τα λαχανικά ευδοκίμησαν και έδωσαν πτηνοτροφή για μερικούς μήνες. Όμως τα χάλκινα βάζα της βασίλισσας θα έμεναν πια άδεια.

Στο μακρυνό ταξίδι της επιστροφής απ' όλα πιο πολλή χαρά έδινε στον Οδυσσέα το πως θα διηγιόταν στη γυναίκα του όλες αυτές τις περιπέτειες και πως εκείνη θα κρεμόταν αχόρταγα απ' τα χείλη του και θα τον διέκοπτε με ερωτήσεις.

Όμως γρήγορα κατάλαβε πως δεν ήταν τόσο προσεκτικός ακροατής σαν τους Φαίακες, που δύο μέρες ολάκερες άκουγαν με προσήλωση τη μελωδική του αφή γηση.

Όταν άρχισε τη διήγηση στην Πηνελόπη, εκείνη δούλευε αμίλητη το χρυσό σχέδιο ενός κεντήματος και κοίταζε αφηρημένη απ' το παράθυρο. Όταν κάποτε της έκανε μια ερώτηση, κατάλαβε πως μπέρδευε τους Λαιστρυγόνες με τους Λωτοφάγους· κι αυτό τον πόναγε, γιατί θυμόταν με ακρίβεια τις εμπειρίες του, που όσο γίνονταν πιο μακρυνές, όλο και πιο πολύ τις αγαπούσε.

Μόνον όταν μιλούσε για τη νύμφη Καλυψώ φαινόταν ν' ακούει προσεκτικότερα. Και το ενδιαφέρον της αυτό τον ερέθιζε κι εξιστορούσε τούτο το κομμάτι της περιπλάνησής του πιο διεξοδικά: το μοναχικό νησί, το θαυμαστό ιερό άλσος, που στα δέντρα του φώλιαζαν τα θαλασσοπούλια, και την ευωδιαστή σπηλιά της θεάς.

Πόσο καιρό έμεινες σ' αυτή την Καλυψώ; ρώτησε μια φορά. Επτά χρόνια, απάντησε αυτός.

Έσκυψε στο εργόχειρό της και τα μάτια της σκοτείνιασαν.

Τον καιρό που έλειπε ο Οδυσσέας, κάθε βράδυ, την ώρα που ανάβουν τα φώτα, άρχιζε στη μεγάλη αίθουσα η γιορτή των μνηστήρων. Και η Πηνελόπη άκουγε που 'φταναν ως το δωμάτιό της ο θόρυβος του συμποσίου, ο ήχος του αυλού και οι χαρούμενες φωνές των αντρών, που της ήταν αφοσιωμένοι.

Μερικές φορές, σκεπασμένη με τον πέπλο, ανέβαινε κρυφά στη στοά που περιέτρεχε ψηλά την αίθουσα και κοίταζε πίσω από έναν στύλο τους άντρες, που κάθονταν σε επίχρυσα καθίσματα: τον θεϊκό Αντίνοο - τα μάτια του ήταν σαν τη νύχτα - τον ευγενή μεσόκοπο Ευρύμαχο και τον Μένωνα, που ακόμη ήταν παλικαράκι. Τώρα ο αυλός είχε βουβαθεί και όλα στο σπίτι ακολουθούσαν την κανονική τους πορεία. Όμως, πάντοτε, όταν ερχόταν η ώρα που άναβαν τα φώτα, η βασίλισσα γινόταν ανήσυχη κι έδειχνε να της λείπει αυτός ο ήχος κι αυτές οι μακρυνές φωνές, που όλες τώρα είχαν πεθάνει. Και μία φορά δεν μπόρεσε να κρατηθεί·έριξε πάνω της τον πέπλο, όπως τότε, ανέβηκε στη στοά και κοίταζε κάτω στη σάλα. Εκεί στέκονταν τα επίχρυσα καθίσματα σε μεγάλες σειρές πλάι στον τοίχο, το καθένα σκεπασμένο με ένα κάλυμμα από γκρίζο λινό ύφασμα.

Και μέσα στη σιωπή άκουσε την φωνή του άντρα της, που έλεγε: Εύμαιε, μην τ' αφήνεις άλλο τα γουρουνάκια έξω μες στη νύχτα·άρχισε να κάνει ψύχρα. Όταν κάποτε έφεραν στο τραπέζι ένα στρογγυλό κεφάλι κατσικίσιο τυρί, σαν κι αυτά που έχουν σ' όλα τα νησιά της Μεσογείου, ο Οδυσσέας δεν κρατήθηκε και γέλασε μόνος του. Δεν τον ρώτησε, τι τρέχει, κι έτσι άρχισε από μόνος του να διηγείται: Αυτό το κατσικίσιο τυρί μου θυμίζει τη σπηλιά του Πολύφημου. Είχε εκατοντάδες τέτοια κεφάλια σε σανίδες τριγύρω στους πέτρινους τοίχους. Και μόλις χωθήκαμε στη σπηλιά, οι πιστοί μου σύντροφοι κι εγώ, τότε είπα…

Φίλε μου, τον διέκοψε, φαίνεται ότι δεν ξέρεις πως μου την έχεις κιόλας πει αυτή την ιστορία τέσσερις φορές. Την ξέρω λοιπόν· πώς μεθύσατε τον καημένο τον γέρο, πώς του βγάλατε - δέκα ενάντια σ' έναν - το μοναδικό του μάτι, τα έχω ακούσει πιο πολύ απ' όσο θέλω. Περισσότερο θα ήθελα να μάθω για σένα, τι έκανες αυτά τα δέκα χρόνια στην Καλυψώ.

Επτά χρόνια, απάντησε.

Χθες έλεγες δέκα· έχεις, φαίνεται, πει τόσα ψέμματα στα ταξίδια σου, καημένε μου φίλε, που δεν ξέρεις πια να πεις την αλήθεια. Όμως είτε δέκα χρόνια ήταν είτε επτά, ήταν σίγουρα πολύς καιρός και φαίνεται πως καλοπέρασες εκεί. Απάντησε λοιπόν στην ερώτησή μου: τι έκανες τόσο καιρό;

Τώρα έπρεπε να της απαντήσει: Γυναίκα, όλα αυτά τα χρόνια νοσταλγούσα εσένα· αυτά τα χρόνια καθόμουν στην αμμουδιά του μακρυνού νησιού, κοίταζα πέρα από τη θάλασσα και παρακαλούσα τους θεούς, να μπορέσω να δω μια φορά μονάχα ακόμα τον καπνό του σπιτιού σου. Έτσι έπρεπε να απαντήσει. Βλέποντας όμως πως τα μάτια της τον κοίταζαν παγερά και σκληρά, τα κράτησε μέσα του αυτά. Και ποτέ της δεν έμαθε για τη μεγάλη του νοσταλγία για την πατρίδα.

Έπινα κρασί εκεί, απάντησε ήρεμα, το κρασί είναι καλό σ' αυτά τα νησιά, μολονότι λίγο ξυνό.

Ένα χρόνο μετά την επιστροφή του Οδυσσέα, πέθανε ο πατέρας του, ο Λαέρτης. Αυτό ήταν βαρύ χτύπημα για εκείνον, γιατί τον αγαπούσε τον γέροντα, που του στάθηκε φίλος στο ρημαγμένο σπίτι.

Ακόμη ο Λαέρτης ήταν ο μόνος άνθρωπος που ο Οδυσσέας μπορούσε να του μιλάει για τις περιπέτειές του. Και μια ζωηρή αφήγηση των εμπειριών και των ανακαλύψεών του την ένιωθε ανάγκη. Όμως η γριά οικονόμος, η Ευρύκλεια, ήταν κουφή και ο Τηλέμαχος είχε άλλες έγνοιες. Γι' αυτό του άρεσε του Οδυσσέα να κάθεται έξω στο αγρόκτημα, κοντά στον Λαέρτη, και να διηγείται με ζωηρές χειρονομίες για τέρατα και πριγκίπισσες, ακόμη κι όταν αντιλαμβανόταν, πως ο γέροντας έχοντας στρέψει αλλού το βλέμμα, μακάριος, δεν τον άκουγε πια.

Όταν πέθανε, ο Οδυσσέας του έχτισε κάτω στην ακρογιαλιά ένα μνημείο από λαξεμένη πέτρα, σε σχήμα πυραμίδας, που στην είσοδό της στέκονταν δυο χάλκινες κόρες. Εκεί καθόταν ώρες μόνος του, βυθισμένος στον εαυτό του. Τώρα ήταν πενήντα χρονών και τα χρυσά σγουρά μαλλιά του, που τα είχαν αγαπήσει θεές, άρχισαν να γίνονται γκρίζα.

Εκείνο τον καιρό ο Τηλέμαχος άφησε γεια στους γονείς του. Μέσα του έβραζε το ανήσυχο πατρικό αίμα και επί πλέον δεν του άρεσε η δυσάρεστη ατμόσφαιρα στο σπίτι· έτσι έσμιξε με κάτι πλοία φοινικικά, που είχαν πιάσει λιμάνι στο νησί, στη διάρκεια ενός ταξιδιού στην ανατολική θάλασσα.

Από τη στέγη του σπιτιού, απ' όπου μπορούσε να δει κανείς τη θάλασσα πέρα απ' τον δασωμένο λόφο, ο Οδυσσέας ακολουθούσε με τα μάτια του το πλοίο. Είχε απανεμιά και το πλοίο έμεινε μέρες στο ίδιο σημείο του ορίζοντα. Έπειτα, όταν η επιφάνεια της θάλασσας ρυτίδιασε από τον καθάριο άνεμο, άπλωσε λαμπρά πανιά και τράβηξε για μακρυνές περιπέτειες.

Χρόνια ολάκερα ο Οδυσσέας είχε μαζί του ένα μικρό γαλάζιο θαλασσινό κογχύλι, απ' το νησί της Καλυψώς. Μια φορά είχε ξαπλώσει εκεί στην αμμουδιά, όπως συχνά, και κοίταζε νοσταλγικά μακριά, πάνω από τα συντριβάνια των κυμάτων, και καθώς έπαιζε το χέρι του στην άμμο άγγιξε το μικρό κογχύλι. Από τότε το είχε πάντα μαζί του, σαν ανάμνηση της γλυκύτητας εκείνων των στιγμών. Ακόμα κι όταν μετά την θύελλα που διέλυσε την σχεδία του κολυμπούσε μέρες μέσα στη θάλασσα, το κογχύλι το είχε μαζί, στη ζώνη του.

Η Πηνελόπη γρήγορα παρατήρησε το μικρό αντικείμενο και πόσο τ' αγαπούσε. Από πού το ΄χεις αυτό το κογχύλι; τον ρώτησε.

Το έχω απ' το νησί της Καλυψώς.

Τότε καταλαβαίνω, γιατί το αγαπάς τόσο πολύ. Συγκράτησε τα νεύρα του. Όχι είπε, δεν καταλαβαίνεις τίποτε, τα σκέφτεσαι όλα λαθεμένα. Πέταξε το εργόχειρό της και κίνησε για την πόρτα. Γυναίκα, φώναξε πίσω της, ας μη σταματήσουμε τη συζήτηση· θ' αφήσουμε να ριζώσει ανάμεσά μας ο δαίμονας της δυσπιστίας; όμως εκείνη έκλεισε πίσω της την πόρτα σιωπηλά.

Τα βράδια, πριν πάει για ύπνο, ο Οδυσσέας άφηνε το μικρό κογχύλι στο πρεβάζι, δίπλα στο κρεββάτι νου. Κι ένα πρωί, όταν ξύπνησε, είχε εξαφανιστεί. Έψαξε παντού, ενώ η Πηνελόπη τον παρακολουθούσε σιωπηλά, κι αφού δεν το βρήκε, κάλεσε όλο το υπηρετικό προσωπικό και υποσχέθηκε μια χρυσή μνα σε όποιον θα του έφερνε το κογχύλι.

Χρειάζομαι κι άλλες αποδείξεις; είπε η Πηνελόπη. Τώρα φαίνεται πόσο προσκολλημένος είσαι σε ό, τι σου θυμίζει αυτή την πόρνη.

Τότε τον έπιασε θυμός. Δεν είναι πόρνη· με βοήθησε στα χρόνια της ανάγκης κι εγώ θα την φυλάξω την ευγνωμοσύνη που της χρωστάω.

Ευγνωμοσύνη, ξέρω για τι, είπε η Πηνελόπη μ' ένα πρόστυχο χαμόγελο.

Ο Οδυσσέας παρατήρησε πόσο κακοδιάθετη έδειχνε εκείνη την στιγμή και ηρέμησε. Δεν μπορείς να καταλάβεις, είπε, όμως δεν θ' αφήσω ν' ατιμαστεί η ιερότητα του πόνου μου.

Τώρα έμενε μέρες ολάκερες κάτω στο ακρογιάλι ανάμεσα στα βράχια. Στις σχέσεις του με τη θάλασσα συνέβη μια αξιοσημείωτη μεταβολή. Αρχικά, μετά την επιστροφή του, δεν ήθελε ούτε να τα δει τα νερά, που μέσα τους είχε τόσο υποφέρει. Τότε συνήθιζε να λέει, ότι ευτυχισμένος γίνεσαι μόνο στο μέρος που οι άνθρωποι περνάνε για φτιάρι το κουπί που κουβαλάς στον ώμο. Τώρα αγαπούσε και πάλι την θάλασσα, καθόταν ανάμεσα στα βράχια κι αφουγκραζόταν τον δυνατό ήχο του κύματος που έσκαγε και μέσα του μεγάλωνε με έναν οδυνηρά γλυκό τρόπο ένα συναίσθημα συντροφικότητας γι' αυτό.

Εκεί λοιπόν σκεφτόταν: μα πώς άλλαξαν όλα; Εκεί στο νησί νοσταλγούσα την πατρίδα μου·και τώρα που έχω την πατρίδα, κάθομαι στην ερημιά της ακροθαλασσιάς ανάμεσα στις σανίδες που 'χει ξεβράσει η παλίρροια και νοσταλγώ την έλλειψη της πατρίδας.

Όμως μέσα του έλαμπαν με μυθική λάμψη όλες οι περιπέτειες των είκοσι χρόνων. Και την ώρα που τα σβησμένα του μάτια έψαχναν τον ορίζοντα, ψιθύριζαν - μόνο γι' αυτόν - τα χείλη του ασταμάτητα την αθάνατη αφήγηση: για τον αγώνα των βασιλιάδων, για τα νυχτερινά ταξίδια στις στενές θαλασσινές διαβάσεις και για τα νησιά των νυμφών.

Περ.Η Λέξη(Ιούνιος 1990)
Victor Auburtin (1870-1928)
ΜΤΦΡ. Αγαθοκλής Αζέλης

ΕΛΕΓΕΙΑ ΠΡΩΤΗ


ΕΛΕΓΕΙΑ ΠΡΩΤΗ

Κι αν κραύγαζα ποιος θα μ' άκουε απ' τις τάξεις των αγγέλων;
Κι αν ένας, αίφνης, μ' έκλεινε στον κόρφο του, θα με συνέτριβε, πιστεύω,
η ισχυρότερη υπόστασή του. Δεν είναι το ωραίο παρά ο πρώτος
του τρομερού ο αναβαθμός. Να τον ανεχθούμε μόλις
είναι δυνατόν. Κι αν τον θαυμάζουμε, επιτέλους,
είναι γιατί δεν καταδέχεται, από αδιαφορία, να μας συντρίψει.
Κάθε άγγελος είναι τρομερός. Κι αρκούμαι την κραυγή να καταπνίξω,
που αναδύεται από μέσα μου, μ' ενός μαύρου λυγμού τη συνδρομή. Τι μένει;
Σε ποιον να καταφύγουμε; Σ' άγγελο μήτε μήτε σ' ανθρώπους πάλι.
Και τα ζώα ακόμη διαισθάνονται πως δεν είμεθα ως υπάρξεις,
εδώ, ασφαλείς. Σ' έναν κόσμο ζούμε, απλώς, γνωστόν, οικείο,
σοφά ερμηνευόμενον έστω. Ίσως και τούτο
να είναι αρκετό: να βλέπουμε την κάθε μέρα ένα δέντρο
στην άκρη μιας πλαγιάς. Μας μένει ακόμη ο χθεσινός ο δρόμος
και η εμμονή, η προσήλωση, σε μια κακότροπη συνήθεια,
που ήταν ευάρεστη σ' εμάς. Και προσκολλήθηκε· δεν φεύγει.
Ω, η Νύχτα, η Νύχτα! Όταν ο άνεμος από εκτάσεις
διαστημικές κατάμεστος, το πρόσωπό μας ανήλεα κτυπά και φθείρει,
σε ποιον δεν θα σταθεί, η Νύχτα, αυτή η περιπόθητη,
της έρημης καρδιάς η σύντροφος; Ωστόσο
και απογοητευτική, έστω και τρυφερή ως το τέλος.
Μήπως είναι πλέον αβρή προς τους ερωτευμένους;
Αλλοίμονο! Τη Μοίρα τους ο ένας απ' τον άλλο αποκρύπτει.
Αυτό ίσως δεν το γνώριζες. Λοιπόν τα χέρια σου προς το κενό ας τινάξεις,
προς τις εκτάσεις άνοιξέ τα, που μας τροφοδοτούν με την πνοή τους,
εκεί όπου τα πουλιά αισθάνονται πλέον οικείο τον αέρα.

Rainer Maria Rilke Ελεγεία πρώτη (απόσπασμα)
Οι ελεγείες του Duino.Τα σονέττα προς τον Ορφέα.
μτφρ. Βασ. Ι. Λαζανάς

18.12.07

ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ ΑΝΟΙΞΕΤΕ



ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ ΑΝΟΙΞΕΤΕ

Τα τετράγωνα του αέρος σπάζουν με τη σειρά τους
Από καιρό πια δεν υπάρχουν καθρέφτες
Και οι γυναίκες καμώνονται μέρα και νύχτα πως δεν είναι τόσο ωραίες
Όταν πλησιάζουν τα πουλιά και πρόκειται να καθίσουν στον ώμο τους
Γέρνουν πίσω το κεφάλι απαλά χωρίς να κλείσουν τα μάτια
Το παρκέτο και τα έπιπλα στάζουν αίμα
Μια αράχνη στέκει στο κυανό της δίχτυ επάνω σ' ένα άδειο
πτώμα
Παιδιά κρατώντας ένα φανάρι προχωρούν μέσα στα άλση
Ζητούν από τα φύλλα τον ίσκιο των λιμνών
Μα οι σιωπηλές λίμνες ασκούν μεγάλη έλξη
Τώρα πια δεν φαίνεται στην επιφάνεια παρά ένα μικρό
φανάρι που χαμηλώνει
Στις τρεις πόρτες του σπιτιού είναι καρφωμένες τρεις άσπρες
κουκουβάγιες
Την ανάμνησιν των ερώτων της ώρας
Η άκρη των φτερών είναι χρυσωμένη σαν τις χάρτινες κορώνες που πέφτουν
στροβιλιζόμενες από τα νεκρά
δένδρα
Η φωνή αυτών των μελετών βάζει γαϊδουράγκαθα στα χείλη
Κάτω από το χιόνι το αλεξικέραυνο γοητεύει τα γεράκια.

André Breton
Χριστόφορος Λιοντάκης Ανθολογία Γαλλικής Ποίησης. εκδ. Καστανιώτη.

μτφρ. Ανδρέας Εμπειρίκος

17.12.07

...ΟΥΛΑΛΟΥΜ


Ήταν σα να σε πρόσμενα κερά,
απόψε που δεν φύσαε όξω ανάσα,
κι΄έλεγα: Θα ΄ρθει απόψε απ΄τα νερά
κι΄από τα δάσα.

Θα ΄ρθει,γιατί φτεράει μου η ψυχή,
αφού σπαρά το μάτι μου σαν ψάρι,
και θα μυρίζει φώτα και βροχή
και νιό φεγγάρι.

Και νά,το κάθισμά σου συγυρνώ,
στολνώ την κάμαρά μου αγριομέντα,
και νά,μαζί σου κιόλας αρχινώ
χρυσή κουβέντα:

...Πως νά,θα μείνει ο κόσμος με το "μπα"
που μ΄έλεγε τρελόν,πως είχες γίνει
καπνός και τάχας σύγνεφα θαμπά
προς τη σελήνη.

Νύχτωσε και δε φάνηκες εσύ,
κίνησα να σε βρω στο δρόμο-ωιμένα-
μα σκούνταφτες(όπου εσκούνταφτα)χρυσή
κι΄εσύ σε μένα.

Τόσο πολύ μ΄αγάπησες κερά,
που άκουγα διπλά τα βήματά μου!
Πάταγα ΄γω-στραβός-μες στα νερά,
κι΄εσύ κοντά μου...

Γιάννης Σκαρίμπας

...Και ένα από τα κορίτσια του MODIGLIANI

16.12.07

Ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣΣΤΟΝ ΠΟΡΟ










Ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣΣΤΟΝ ΠΟΡΟ
Και νά που φάνηκε ο Ανδρέας Εμπειρίκος
στον Πόρο
τα δάχτυλά του κίτρινα καμένα απ’ τα τσιγάρα
τσιγάρα να καίνε σαν κεριά
γύρω γύρω στα τραπέζια
τσιγάρα πάνω στις καρέκλες
τσιγάρα παντού
κι άγρια κόκκινα ποδήλατα να περπατάνε.
Ωραίος σαν αετός ο Εμπειρίκος
τα μάτια του να καίνε.
— Πώς απ’ τον Πόρο, Αντρέα;
εσύ πάντα πήγαινες στην Άνδρο.
— Κι εσύ Μίλτο, έπρεπε να ήσουνα
στην Ύδρα, γιατί στον Πόρο;
Και τότε έσκασε εκείνο το ωραίο
το φοβερό γέλιο του·
πετάχτηκαν τρομαγμένα τα σπουργίτια
ένα σύννεφο σπουργίτια
πέρα απ’ το θάνατό του.

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

13.12.07

THE WILD OLD WICKED MAN



THE WILD OLD WICKED MAN
Ο ΓΕΡΟΜΟΥΡΝΤΑΡΗΣ

Because I am mad about women
I am mad about the hills,'
Said that wild old wicked man
Who travels where God wills.
"Not to die on the straw at home.
Those hands to close these eyes,
That is all I ask, my dear,
From the old man in the skies.

Daybreak and a candle-end.

«Σαν τον τρελλό τις αγαπάω τις γυναίκες,
γι’αυτό κι είμαι τρελλός για τα βουνά»,
είπε και λάλησε ο γερομουρντάρης
που πάει όπου ο θεός του ορμινά.
«Τούτα τα χέρια να μου κλείσουνε τα μάτια,
σαν το σκυλί στ’αμπέλι μη χαθώ,
αυτό,καλή μου,μόνο αυτό ζητάω
από το γέροντα στον ουρανό.»

Χαράζει,σβήνει το κερί.

"Kind are all your words, my dear,
Do not the rest withhold.
Who can know the year, my dear,
when an old man's blood grows cold? '
I have what no young man can have
Because he loves too much.
Words I have that can pierce the heart,
But what can he do but touch?'

Daybreak and a candle-end.

«Καλόκαρδα είναι τα λόγια σου,καλή μου,
μα μην αρνιέσαι δα κι αυτά.
Ποιός να την ξέρει τη χρονιά καλή, μου,
που πέφτει στου γέροντα το αίμα παγωνιά;
Εγώ έχω κάτι που δεν το ’χει ο νέος,
γιατί εκείνος μαναχά παραγαπάει.
Τα λόγια μου τρυπάνε την καρδιά σαν βέλος,
μ’αυτού μόνο ν’αγγίζει του κοτάει.»

Χαράζει, σβήνει το κερί.

Then Said she to that wild old man,
His stout stick under his hand,
"Love to give or to withhold
Is not at my command.
I gave it all to an older man:
That old man in the skies.
Hands that are busy with His beads
Can never close those eyes.'

Daybreak and a candle-end.

Κι είπεν εκείνη του μουρντάρη γέροντα
που ’χε στα χέρια ολόρθο το ραβδί:
«Να δώσω ή ν’αρνηθώ τον έρωτα
δεν είναι στη δική μου επιλογή.
Τον έδωσα όλο σ’έναν άλλο γέροντα,
το γέροντα στον ουρανό
με χέρια που κρατούν τις χάντρες Του
τούτα τα μάτια δεν τα κλείνω εγώ.»

Χαράζει,σβήνει το κερί.

"Go your ways, O go your ways,
I choose another mark,
Girls down on the seashore
Who understand the dark;
Bawdy talk for the fishermen;
A dance for the fisher-lads;
When dark hangs upon the water
They turn down their beds.

Daybreak and a candle-end.

«Τράβα το δρόμο σου,άει πάγαινε,
και βάζω άλλο σημάδι,
κορίτσια κατ’στη θάλασσα
που ξέρουν το σκοτάδι,
για τους ψαράδες που ’χουνε βρωμόλογα,
για τους λεβέντες τους ένα χορό,
που σιάχνουν τα στρωσίδια τους
σαν πέσει το σκοτάδι στο νερό.»

Χαράζει,σβήνει το κερί.

"A young man in the dark am I,
But a wild old man in the light,
That can make a cat laugh, or
Can touch by mother wit
Things hid in their marrow-bones
From time long passed away,
Hid from all those warty lads
That by their bodies lay.

Daybreak and a candle-end.

«Νιός άντρας είμαι,λέω ,στο σκοτάδι,
μα γέροντας μουρντάρης γίνομαι στο φώς,
που κάνω κάθε πικραμένο να γελάει,
μα που-όπως τα λέω είναι –μπορώ
ν’αγγίξω πράματα κρυμμένα στο μεδούλι τους
από καιρό πολύ που είν’πεθαμένα,
κρυφά απ’τα παλικάρια με τις κρεατοελιές
που πλάι στα κορμιά τους είν’γερμένα.»

Χαράζει,σβήνει το κερί.

"All men live in suffering,
I know as few can know,
Whether they take the upper road
Or stay content on the low,
Rower bent in his row-boat
Or weaver bent at his loom,
Horseman erect upon horseback
Or child hid in the womb.
Daybreak and a candle-end.

«Όλος ο κόσμος ζει στα βάσανα
κι αυτό το ξέρω όσο κανείς,
τι κι αν τραβάει για πάνω ο δρόμος του,
τι κι αν στα χαμηλά να μένει του αρκεί,
στη βάρκα του γερμένος ο βαρκάρης,
ο υφαντής σκυφτός στον αργαλειό,
στητός πάνω στο άτι ο καβαλάρης,
στη μήτρα του κρυμμένο το μωρό.»

Χαράζει,σβήνει το κερί.

"That some stream of lightning
From the old man in the skies
Can burn out that suffering
No right-taught man denies.
But a coarse old man am I,
I choose the second-best,
I forget it all awhile
Upon a woman's breast.'

Daybreak and a candle-end.

«Πως κάποια αστροπελέκια στη σειρά
από το γέροντα στον ουρανό
μπορούν να κάψουνε τα βάσανα
το λεν οι σπουδαγμένοι-πως να τ’αρνηθώ;
Μα εγώ είμαι ένας γέροντας αγράμματος,
δεύτερο πράμα θα διαλέξω,
όλα με μιας τα λησμονώ
στα στήθια μιας γυναίκας σαν θα πέσω.»

Χαράζει,σβήνει το κερί.

William Butler Yeats 1865-1939

Μετάφραση:Σοφία Σκουλικάρη

12.12.07

TAEDIUM VITAE


Taedium Vitae

Φαίνεται πια πως τίποτα-τίποτα δε μας σώζει.

Του δωματίου σου η χλιδή,η ευωδιαστή ατμόσφαιρα,
το σώμα σου,ένα αμάλγαμα από σμάλτο και κοράλλι,
που ως τρόπαιο,ακόλαστη,όρθωσες μπροστά μου αχτινοβόλο,

λυτή την άγρια αφήνοντας αγέλη των ιμέρων,
όπλα σκληρά είναι που χτυπούν απελπισμένα απόψε
τα σινικά της πλήξης μας τα τείχη!

Προς τη Σιωπή με τα πικρά και σφραγισμένα χείλη
έχω,οδοιπόρος που η σκληρή θύελλα μαστίζει,στρέψει.
Σ’αυτή την επικίνδυνη και σκοτεινή καμπύλη,
όταν ωραία θα φλέγεσαι,μαρμάρινη εσύ στήλη,
μη με ζητήσεις:μια κλειστή θα κρούεις και ξένη πύλη!

Φαίνεται πια πως τίποτα-τίποτα δε μας σώζει.

Από μια κούραση βαθιά θανατωμένες πέφτουν,
πέφτουν και σήπονται σωρό των στοχασμών οι αλκυόνες
μες στου κρανίου μας τις βουβές και νυχτωμένες κόχες.

Κάτω απ’αυτό το αχάτινο του πολυελαίου μας φέγγος
(σα να θρηνεί στην οροφή μια τρυφερή σελήνη!)
μες στην πυκνή κι ευωδιαστή της κοίτης σου ατμόσφαιρα,
όπου η ηδονή σα θάνατος φενακισμένος έρπει,
μια μέθη αλλόκοτη η θολή γεύεται απόψε σκέψη:
πως ρόδα εβένινα ο ουρανός από ψηλά κυλώντας,
μια πομπική,νεκρώσιμη μας ετοιμάζει στέψη!

ΚΑΙΣΑΡ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ 1902-1970 /ΠΟΙΗΜΑΤΑ/ΕΡΜΗΣ
Εισαγωγή και επιλογή ποιημάτων Αγορή Γκρέκου


...Το ποίημα αυτό έδωσε το ερέθισμα θα λέγαμε για να γραφεί το

γνωστό και πολυαγαπημένο ''ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΚΑΙΣΑΡΑ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ''

...Θα λέγαμε πώς ο Ναύτης Ποιητής απαντά στον Πρίγκηπα Ποιητή.

(Δεν βρήκαμε για την ώρα να ποστάρουμε φωτογραφία του Καίσαρα θα το

φροντίσουμε εν καιρώ)Γι'αυτό ποστάρουμε κάτι από την γνωστή σ'αυτό το blog ατμόσφαιρα του MODIGLIANI...

...Επίσης η πρώτη ανάρτηση αυτού του blog ήταν το ''Γράμμα στον Ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ''εδώ για ευνόητους λόγους αναρτάται για δεύτερη φορά!


ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΚΑΙΣΑΡΑ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ

"Φαίνεται πια πως τίποτα -τίποτα δεν μας σώζει..."
ΚΑΙΣΑΡ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ

Ξέρω εγώ κάτι που μπορούσε, Καίσαρ, να σας σώσει.
Κάτι που πάντα βρίσκεται σ' αιώνια εναλλαγή,
κάτι που σχίζει τις θολές γραμμές των οριζόντων,
και ταξιδεύει αδιάκοπα την ατελείωτη γη.

Κάτι που θα 'κανε γοργά να φύγει το κοράκι,
που του γραφείου σας πάντοτε σκεπάζει τα χαρτιά·
να φύγει κρώζοντας βραχνά, χτυπώντας τα φτερά του,
προς κάποιαν ακατοίκητη κοιλάδα του Νοτιά.

Κάτι που θα 'κανε τα υγρά, παράδοξά σας μάτια,
που αβρές μαθήτριες τα' αγαπούν και σιωπηροί ποιηταί,
χαρούμενα και προσδοκία γεμάτα να γελάσουν
με κάποιον τρόπο που, όπως λεν, δε γέλασαν ποτέ.

Γνωρίζω κάτι, που μπορούσε, βέβαια, να σας σώσει.
Εγώ που δε σας γνώρισα ποτέ... Σκεφτείτε... Εγώ.
Ένα καράβι... Να σας πάρει, Καίσαρ... Να μας πάρει...
Ένα καράβι που πολύ μακριά θα τ' οδηγώ.

Μια μέρα χειμωνιάτικη θα φεύγαμε.
- Τα ρυμουλκά περνώντας θα σφυρίζαν,
τα βρωμερά νερά η βροχή θα ράντιζε,
κι οι γερανοί στους ντόκους θα γυρίζαν.

Οι πολιτείες οι ξένες θα μας δέχονταν,
οι πολιτείες οι πιο απομακρυσμένες
κι εγώ σ' αυτές αβρά θα σας εσύσταινα
σαν σε παλιές, θερμές μου αγαπημένες.

Τα βράδια, βάρδια κάνοντας, θα λέγαμε
παράξενες στη γέφυρα ιστορίες,
για τους αστερισμούς ή για τα κύματα,
για τους καιρούς, τις άπνοιες, τις πορείες.

Όταν πυκνή η ομίχλη θα μας σκέπαζε,
τους φάρους θε ν' ακούγαμε να κλαίνε
και τα καράβια αθέατα θα τ' ακούγαμε,
περνώντας να σφυρίζουν και να πλένε.

Μακριά, πολύ μακριά να ταξιδεύουμε,
κι ο ήλιος πάντα μόνους να μας βρίσκει·
εσείς τσιγάρα «Κάμελ» να καπνίζετε,
κι εγώ σε μια γωνιά να πίνω ουίσκυ.

Και μια γριά στο Αννάμ, κεντήστρα στίγματος,
- μια γριά σ' ένα πολύβοο καφενείο -
μια αιμάσσουσα καρδιά θα μου στιγμάτιζε,
κι ένα γυμνό, στο στήθος σας, κρανίο.

Και μια βραδιά στη Μπούρμα, ή στη Μπατάβια
στα μάτια μιας Ινδής που θα χορέψει
γυμνή στα δεκαεφτά στιλέτα ανάμεσα,
θα δείτε - ίσως - τη Γκρέτα να επιστρέψει.

Καίσαρ, από ένα θάνατο σε κάμαρα,
κι από ένα χωματένιο πεζό μνήμα,
δε θα 'ναι ποιητικότερο και πι' όμορφο,
ο διάφεγγος βυθός και τ' άγριο κύμα;

Λόγια μεγάλα, ποιητικά, ανεκτέλεστα,
λόγια κοινά, κενά, «καπνός κι αθάλη»,
που ίσως διαβάζοντάς τα να με οικτίρετε,
γελώντας και κουνώντας το κεφάλι.

Η μόνη μου παράκληση όμως θα 'τανε,
τους στίχους μου να μην ειρωνευθείτε.
Κι όπως εγώ για έν' αδερφό εδεήθηκα,
για έναν τρελόν εσείς προσευχηθείτε.

Νίκος Καββαδίας
Από τη συλλογή "Mαραμπού" (Άγρα, 2005)

8.12.07

TORNA A SURRIENTO


Torna a Surriento

Vide ‘o mare quant’e bello!
Spira tantu sentimento,
Comme tu a chi tiene mente,
Ca scetato ‘o faie sunnà.

Guarda, gua’ chistu ciardino;
Siente, sie’ sti sciure arece:
Nu profumo accussì fino
Dinto ‘o core se ne va...

E tu dice: "I’ parto, addio!".
T’alluntane da stu core...
Da la terra de l’ammore. . .
Tiene ‘o core ‘e nun turnà?

Ma nun me lassà,
Nun darme stu turmiento!
Torna a Surriento,
Famme campà!

Vide ‘o mare de Surriento
Che tesoro tene nfunno;
Chi ha girato tutto ‘o munno
Nun l’ha vista comm’a ccà.

Guarda attuorno sti Sserene,
Ca te guardano ‘ncantate
E te vonno tantu bene...
Te vulessero vasà

E tu dice: "I’ parto, addio!".
T’alluntane da stu core. . .
Da sta terra de l’ammore...
Tiene ‘o core ‘e nun turnà?

Ma nun me lassà,
Nun darme stu turmiento!
Torna a Surriento,
Famme campà!

text: G.B. De Curtis - Music: E. DE Curtis
http//www.napoli.com/english/napsongtexts.php

6.12.07

FATA MORGANA


(...οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι...)
...Πίνακας:PICASSO
FATA MORGANA

Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμένο απ' το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό,
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.

Στρείδι ωκεάνιο αρραβωνίζεται το φως.
Γεύση από φλούδι του ροδιού, στυφό κυδώνι
κι ο άρρητος τόνος, πιο πικρός και πιο στυφός,
που εναποθέτανε στα βάζα οι Καρχηδόνιοι.

Πανί δερμάτινο αλειμμένο με κερί,
οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι,
όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί
χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη.

Χόρτο ξανθό τρίποδο σκέπει μαντικό.
Κι ένα ποτάμι με ζεστή, λιωμένη πίσσα,
άγριο, ακαταμάχητο, απειλητικό,
ποτίζει τους αμαρτωλούς που σ' αγαπήσαν.

Rosso romano, πορφυρό της Δαμασκός,
δόξα του κρύσταλλου, κρασί απ' τη Σαντορίνη.
Ο ασκός να ρέει, κι ο Απόλλωνας βοσκός
να κολυμπάει τα βέλη του με διοσκορίνη.

Σκουριά πυρόχρωμη στις μίνες του Σινά.
Οι κάβες της Γερακινής και το Σταρτόνι.
Το επίχρισμα. Η άγια σκουριά που μας γεννά,
μας τρέφει, τρέφεται από μας, και μας σκοτώνει.

Καντήλι, δισκοπότηρο χρυσό, αρτοφόρι.
Άγια λαβίδα και ιερή από λαμινάρια.
Μπροστά στην Πύλη δυο δαιμόνοι σπαθοφόροι
και τρεις Αγγέλοι με σπασμένα τα κοντάρια.
*
Πούθ' έρχεσαι; Απ' τη Βαβυλώνα.
Πού πας; Στο μάτι του κυκλώνα.
Ποιαν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα.
Πώς τη λένε; Φάτα Μοργκάνα.

Πάντα οι κυκλώνες έχουν γυναικείο
όνομα. Εύα από την Κίο.
Η μάγισσα έχει τρεις κόρες στο Αμανάτι
και η τέταρτη είν' έν' αγόρι μ' ένα μάτι.

Ψάρια που πετάν μέσα στην άπνοια,
όστρακα, λυσίκομες κοπέλες,
φίδια της στεριάς και δέντρα σάπια,
άρμπουρα, τιμόνια και προπέλες.

Να 'χαμε το λύχνο του Αλαδίνου
ή το γέρο νάνο απ' την Καντόνα.
Στείλαμε το σήμα του κινδύνου
πάνω σε άσπρη πέτρα με σφεντόνα.

Δαίμονας γεννά τη νηνεμία.
Ξόρκισε, Allodetta, τ' όνομά του.
Λούφαξεν ο δέκτης του ασυρμάτου,
και φυλλομετρά τον καζαμία.

Ο άνεμος κλαίει. Σκυλί στα λυσσιακά του.
Γεια χαρά, στεριά, κι αντίο, μαστέλο.
Γλίστρησε η ψυχή μας από κάτου,
έχει και στην κόλαση μπορντέλο.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ/ΜΑΡΑΜΠΟΥ/ΑΓΡΑ/

«...Φάτα Μοργκάνα, η:αντικατοπτρισμός που εμφανίζεται στην επιφάνεια
της θάλασσας,όταν το στρώμα του αέρα πάνω από το νερό είναι πιο ψυχρό
απ’τα ψηλότερα στρώματα.
Ο ίδιος ο Νίκος Καββαδίας λέει: «...συμβαίνει στης Σικελίας το στενό η στη
Νάπολη απ’έξω,νύχτα τρείς η ώρα,και παρουσιάζει τρείς γυναίκες που χορεύουν στον ορίζοντα.Βαστάει ένα δυό λεπτά και χάνεται...»
ο αντικατοπτρισμός αυτός εντοπίζεται κυρίως στο στενό της Μεσσήνης,
εμφανίζονται είτε πλοία είτε άνθρωποι να αιωρούνται πάνω από τη θάλασσα
και συχνά ένα από τα δύο αντικείμενα η πρόσωπα ανεστραμμένα.»

ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΡΑΠΑΛΗΣ/ΑΓΡΑ
Γλωσσάρι στο έργο του Νίκου Καββαδία

KURO SIWO



Πρώτο ταξίδι έτυχε ναύλος για το Νότο,
δύσκολες βάρδιες, κακός ύπνος και μαλάρια.
Είναι παράξενα της Ίντιας τα φανάρια
και δεν τα βλέπεις, καθώς λένε, με το πρώτο.

Περ' απ' τη γέφυρα του Αδάμ, στη Νότιο Κίνα,
χιλιάδες παραλάβαινες τσουβάλια σόγια.
Μα ούτε στιγμή δεν ελησμόνησες τα λόγια
που σου 'πανε μια κούφιαν ώρα στην Αθήνα.

Στα νύχια μπαίνει το κατράμι και τ' ανάβει,
χρόνια στα ρούχα το ψαρόλαδο μυρίζει,
κι ο λόγος της μεσ' στο μυαλό σου να σφυρίζει,
«ο μπούσουλας είναι που στρέφει ή το καράβι;»

Νωρίς μπατάρισε ο καιρός κι έχει χαλάσει.
Σκατζάρισες, μα σε κρατά λύπη μεγάλη.
Απόψε ψόφησαν οι δυο μου παπαγάλοι
κι ο πίθηκος που 'χα με κούραση γυμνάσει.

Η λαμαρίνα!... η λαμαρίνα όλα τα σβήνει.
Μας έσφιξε το Kuro Siwo σα μια ζώνη
κι εσύ κοιτάς ακόμη πάνω απ' το τιμόνι,
πώς παίζει ο μπούσουλας καρτίνι με καρτίνι.

Νίκος Καββαδίας


...Η ξυλογραφία είναι του Α.Τάσσου για το KURO SIWO
στην πρώτη πολυτελή έκδοση του Πούσι (1947)από
τον Αθ.Καραβία.

KURO SIWO
That first trip - a southern freight, by chance
-no sleep, malaria, difficult watches.
Strangely deceptive, the lights of the Indies-
they say you don't see them at a first glance.

Beyond Adam's bridge, you took on freight
in South China - soya, sacks by the thousand,
and couldn't get out of your mind for a second
what they'd told you in Athens one wasted night.

The tar gets under your nails, and burns;
the fish-oil stinks on your clothes for years,
and her words keep ringing still in your ears:
"Is it the ship or the compass that turns?"

You altered course when the weather turned,
but the sea bore a grudge and exacted its cost.
Tonight my two caged parrots were lost,
and the ape I'd had such trouble to train.

The ship! - it wipes out all our chances.
The Kuro Siwo crushed us under its heel,
but you're still watching, over the wheel,
how, point by point, the compass dances.

NIKOS KAVVADIAS

This translation reproduced by kind permission of the translator Simon Darragh, from "Wireless Operator, Selected Poems of Nikos Kavvadias", published by London Magazine Editions, 1998.

2.12.07

ΛΥΓΜΟΣ


Λυγμός

Μέσα στους δρόμους έξαλλος όλη τη νύχτα να γυρνώ
Μ' έκθαμβα μάτια, ολάνοιχτα σε μια γλυκιά οπτασία,
Να κρύβω μέσα στο έρεβος μακριά απ' τον κόσμο τον κακό
Την υστερνή που ιλάρωσε την όψη μου ευλογία.

Και να με βρίσκει κάποτε η Αυγούλα γελαστή κι εγώ,
Που κρύφιος πόθος μου ήταν δειλό να με προκάνει,
Μ' αυτό το ανήλεο χέρι μου σ' ένα τριαντάφυλλο χλωμό
Φύλλο το φύλλο να μαδώ την υστερνή μου πλάνη...

ΜΙΝΩΣ ΖΩΤΟΣ/ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ

...Ακόμη μια μικρή δόση PICASSO νομίζω δεν πειράζει
κανέναν!