26.6.08

ΑΡΧΑΙΕΣ ΠΟΙΗΤΡΙΕΣ



ΑΡΧΑΙΕΣ ΠΟΙΗΤΡΙΕΣ

Ονόματα που επιπλέουν
στον ωκεανό της λήθης:
Κόριννα, Πράξιλα, Μοιρώ,
Ανύτη, Ήριννα, Ψάπφα.
Φιγούρες χωρίς πρόσωπα
καθεμιά με το φωτοστέφανό της
να πλαισιώνει ένα κενό.

Μύθοι ακολουθούν τα ονόματα
και σπαράγματα στίχων
που μεγεθύνουν το αίνιγμα
αντί να το λύνουν:

Έρος δ’ ετίναξέ μοι
φρένας, ώς άνεμος κατ’ όρος δρύσιν εμπέπτων.
αλλ’ επιπάντων
ελπίδας ουλομένα Μοίρ’ εκύλισε πρόσω.
χώτι με νύμφαν εύσαν έχει τάφος είπατε και το.

Ποιά να ’σουνα
Τελέσιλλα, Νοσσίς, Κασσία;
Τα μάτια αναζητούνε μιαν εικόνα
να συμπαρασταθεί στους στοίχους σας
και δε βρίσκουν παρά
έν’ ακέφαλο άγαλμα
στην αυλή του μουσείου
ένα ιωνικό κιονόκαρανο
γερμένο στη χλόη.

Ίσως να κράτησε το στεναγμό σας
το κύμα που σβήνει
στον αμμούδερο κόρφο
την πύρα της ψυχής σας
ο κάμπος με τις παπαρούνες

Ποιός θα σταθεί άντικρυ στη Μοίρα;
Μουσάων ολίγη τις αηδονίς.
Αηδονίδες της ποίησης
οι ρανίδες του λόγου σας
θα αιωρούνται για πάντα στο φώς
πάνω απ’ την κόνιν των σωμάτων.

1998
ΓΙΩΡΓΗΣ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ
ΣΠΑΣΜΕΝΑ ΑΓΑΛΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΙΚΡΟΒΟΤΑΝΑ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ

24.6.08

ΣΚΥΒΩ ΕΚΕΙ ΚΑΘΕ ΒΡΑΔΥ



Σκύβω εκεί κάθε βράδυ
και αμολάω τα παραπονεμένα δίχτυα μου
στα ωκεάνεια μάτια σου.

Έκει απλώνεται και εκεί φουντώνει με φλόγες πανύψηλες
η μοναξιά μου, πέρα-δώθε στον αέρα
υψώνοντας τα χέρια της σαν ναυαγός.

Ανάβω κόκκινες φρυκτωρίες
πάνω από τα εξόριστα μάτια σου
που σαν τα κύματα έρχονται της θάλασσας
και σκάνε στην ποδιά του φάρου.

Αγναντεύεις μοναχή τα ερέβη,
γυναίκα εσύ η αλαργινή και η πλησίον•
μέσ’ απ’ το βλέμμα σου
Ώρες-ώρες αναδύεται ο μακρύς γιαλός του τρόμου.

Σκύβω εκεί κάθε βράδυ
και μαζεύω τα παραπονεμένα δίχτυα μου
από τη θάλασσα εκείνη
που κλυδωνίζει τα ωκεάνεια μάτια σου.

Νυχτερινά πουλιά ραμφίζουνε τα πρώτα αστέρια
που λάμπουν εκεί απάνω
όπως λάμπει η ψυχή μου την ώρα που σ’ αγαπάω.

Καλπάζει στη ράχη του μαύρου της κέλητα η νύχτα
και τσαλαπατάει τα στάχυα τα γαλαζιανά στον κάμπο.

Pablo Neruda

ΕΙΚΟΣΙ ΕΡΩΤΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
ΚΑΙ ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΧΩΡΙΣ ΚΑΜΜΙΑΝ ΕΛΠΙΔΑ

ΜΤΦΡ.ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΥΠΩΘΗΤΩ

21.6.08

ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ


ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ

Ένα λιμάνι είναι ένας τόπος όλος χάρες, για μια ψυχή που απόκαμε από τη
Σκληρή την πάλη της ζωής. Η άπλα τ’ ουρανού, η διαβατάρικια των σύννεφων
αρχιτεκτονική, της θάλασσας η ατέλειωτη εναλλαγή των αποχρώσεων, των
φάρων τα λαμπρά φωτοβολήματα, είναι ένα πρίσμα θαυματουργό όπου δίνει
πάντα χαρά στα μάτια δίχως ναν τα κουράσει ποτέ. Τα σχήματα τα ευγενικά
των καραβιών, με τις περίπλοκες αρματωσιές, καθώς σαλεύουνε στο κύμα αρμονικά,
διατηρούνε συνεχώς, μες στην ψυχή, το αίσθημα της ευμορφιάς και του ρυθμού. Κι είναι, πρίν απ’ όλα, μιάν ηδονή μυστηριώδης κι υψηλή, για κείνον που δεν του μείναν πιά ούτε φιλοδιξίες ούτε περιέργειες, να κοιτάζει, ξαπλωμένοςπάνω στη βίγλα ή ακουμπισμένος ήρεμα στο παραπέτασμα της προκυμαίας, όλη τούτη την κίνηση
αυτών που επιστρέφουν κι αυτών που φεύγουν, αυτών που έχουν ακόμη τη δύναμη να θέλουν κάτι, το πόθο να ταξιδέψουν και να πλουτίσουν.

ΚΑΡΟΛΟΣ ΜΠΩΝΤΛΑΙΡ
ΜΤΦΡ.ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ, ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΓΑΛΛΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

20.6.08

Ω ΠΕΥΚΩΝΑ ΜΟΥ, ΕΣΥ, ΑΠΕΡΑΝΤΕ...


Ω ΠΕΥΚΩΝΑ ΜΟΥ, ΕΣΥ, ΑΠΕΡΑΝΤΕ...

Ω πευκώνα μου, εσύ, απέραντε, φλοίσβε των παρόχθιων κυμάτων,
σιγανό πηγαινέλα των φώτων,
της εκκλησιάς καμπάνα κατάμονη,
στάλα εσπερινή που ραντίζεις τα δικά σου τα μάτια,
παναγιά μου, κουκλί μου πεντάμορφο,
της στεριάς αχιβάδα, μάσα σου εσένα τραγουδάει το χώμα!

Μέσα σου τραγουδάν τα ποτάμια, και η ψυχή μου πλέει μαζί τους
και πάει όπου εσύ θέλεις και όπου εσύ αγαπάς.
Χάραξε μου ένα δρόμο στο τόξο εδώ των προσδοκιών σου,
κι εγώ, μέσα σε παραλήρημα, εξαπολύω των βελών μου τα σμήνη.

Κι εγώ βλέπω εδώ τώρα γύρω μου
να με σφίγγει της ομίχλης σου η ζώνη
και η σιωπή σου να πνίγει τις αλαφιασμένες μου ώρες,
σε ξέρω, είσαι εσύ, με τα πέτρινα χέρια σου, διάφανη
εκεί όπου δένουν οι φελούκες των φιλιών μου
κι όπου φωλιάζουν οι κάθυγροι πόθοι μου.

Ω εκείνη η μυστηριακή φωνή σου
όπου την αβγαταίνει και τη λυγάει στα δυο η αγάπη,
καθώς αντιλαλεί το σούρουπο και σβήνει πέρα!
Έτσι σε μύχιες ώρες έχω ιδεί κι εγώ στον κάμπο τα στάχυα
να λυγάνε απ' το στόμα του ανέμου.

PABLO NERUDA
Είκοσι ερωτικά ποιήματα
Και ένα τραγούδι χωρίς καμμιάν ελπίδα
ΜΤΦΡ. ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΥΠΩΘΗΤΩ

18.6.08

ΤΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΕΝΟΣ ΦΑΥΝΟΥ


((...Ένας χρόνος σήμερα από το πρώτο
post του Homo Navigatus.))

ΤΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΕΝΟΣ ΦΑΥΝΟΥ


Αυτές τις νύμφες,θέλω εγώ να διαιωνίσω.
Τόσο
λαμπρό το αβρό τους ρόδινο, που τρέμει στον αιθέρα
από πυκνούς ύπνους βαρύν.

Αγάπησα ένα όνειρο;

Η αμφιβολία μου, σωρός νύχτας, αρχαίας, τελειώνει
σε κλώνους άπειρους λεπτούς, που, ενώ τα γνήσια δάση
ίδια απομείναν, δείχνουν πως, μόνος, ώιμέ ! εχαιρόμουν
σα θρίαμβο το παράπτωμα το ιδανικό των ρόδων.

Αλλ’ άς κοιτάξουμε...

Ή άν οι γυναίκες που επικρίνεις
μια επιθυμία των μυθικών σου αισθήσεων εικονίζουν!
Φαύνε, η προαίσθηση γλιστράει από τα κρύα και μπλάβα
μάτια, σα μια δακρύβρεχτη πηγή, της πλέον αθώας:
μα η άλλη, πολυστέναχτη, θαρρείς πως παραλλάζει
σαν της ημέρας τη ζεστή δροσιά μες στο μαλλί σου!
Πώς όχι ! στην ασάλευτη κι οκνή λιποθυμία
η αυγή απ’ τη ζέστη ασθμαίνοντας, η δροσερή, άν μοχθίζει,
δεν ψιθυρίζει εδώ νερό που ο αυλός μου να μη χύνει
μέσα στο δάσος τ’ αρδεμένο από ρυθμούς· κι ο μόνος
άνεμος, που έξω να χυθεί σπεύδει απά τα δύο καλάμια
προτού σε μια άνυδρη βροχή τον ήχο διασκορπίσει,
είναι, μες στην ασάλευτη, αρυτίδωτη ατμόσφαιρα,
η φανερή, ατρικύμιστη, περίτεχνη πνοή
της έμπνευσης, που τ’ ουρανού το δρόμο ξαναπαίρνει.
Κράσπεδα εσείς σικελικά ενός ατάραχου έλους,
που, με τον ήλιο σύναθλο, η κουφότης μου ερημώνει,
άδηλη κάτω απ’ τα λαμπρά λουλούδια, ΑΦΗΓΗΘΕΙΤΕ:

» πώς τα καλάμια έδρεπα εδώ τα κούφια, δαμασμένα
» από την τέχνη, όταν επάνω στο γλαυκό χρυσάφι
» των φύλλων, που το κλήμα τους στις κρίνες αφιερώνουν,
» μια ζωική στην ηρεμία λευκότης κυματίζει:
» και πώς στ’ αργό προανάκρουσμα, όπου οι αυλοί γεννιούνται,
» η πτήση αυτή των κύκνων, όχι ! των ναϊάδων φεύγει
» περίτρομη ή βυθίζεται...»

Τα πάντα φλέγονται άτονα μες στην πυρόχρωμη ώρα
χωρίς να δείχνουν πώς αθρόα εχάθη αιφνίδια τόσος
υμέναιος πολυπόθητος σ’ όποιον το λά γυρεύει:
Τότε κι εγώ θ’ αφυπνισθώ με όλην την πρώτη ορμή μου,
κάτω απ’ το κύμα αρχέγονου φωτός, ορθός και μόνος,
κρίνο ! κι εγώ ένα από όλα εσάς για την αγνοτητά μου.

Έξω απ’ το αβρό αυτό τίποτα απ’ τα χείλη τους θροϊσμένο,
το φίλημα, που αθόρυβα άπιστες ασφαλίζει,
το στήθος μου, ασημάδευτο, μια δαγκανιά έχει ώς δείγμα
μυστηριακή, που τη χρωστά σ’ ένα σεβάσμιο δόντι•
μα μπά ! αλχημεία καθώς αυτή ώς έμπιστο είχε εκλέξει
το μολπικό μες στο γλαυκό, πλατύ, δίδυμο σκοίνο:
που, πρός αυτό αντιστρέφοντας την ταραχή των γνάθων,
τώρα ονειρεύεται, σε μιά μακρόσυρτη αυλωδία,
πώς την περίγυρη ομορφιά τέρπαμε με αναμίξεις
πλαστές του αθώου μας τραγουδιού κι αυτής μαζί της ίδιας
να σιγοσβεί του τακτικού του ονείρου μου μιας ράχης
ή μιας πλευράς που ακολουθώ με βλέφαρα κλεισμένα
μια ηχηρή, μονότονη κι ανώφελη γραμμή.


Σύριγγα επίβουλη, όργανο συ της φυγής, στις λίμνες
που με πρόσμενες πάσχισε λοιπόν να ξανανθίσεις !
Εγώ, το σάλο μου έχοντας καύχημα, θα μιλήσω
για τις θεές και με ιλαρές, παμφίλτατες εικόνες,
κι άλλες από τον ίσκιο τους ζώνες θ’ αρπάξω πάλι:
έτσι, όταν έχω πιά το φώς των σταφυλιών ρουφήξει,
για ν’ αποδιώξω μια πικρή φενακισμένη σκέψη,
τ’ άδειο τσαμπί στο θερινό ουρανό με γέλια υψώνω
και, μες στις φλούδες τις λαμπρές φυσώντας, ώς το βράδυ,
φίλος της μέθης άπληστος, μέσα απ’ αυτές κοιτάζω:
Ώ νύμφες, από διάφορες άς ογκωθούμε ΜΝΗΜΕΣ.

» Μέσα απ’ τα σχοίνα ελόγχιζαν τα μάτια μου, έναν-ένα,
» τους θείους τραχήλους, που έλουζαν στα ρείθρα τις πληγές τους
» με μιάν αλλόφρονη κραυγή στον ουρανό του δάσους·
» και το περίλαμπρο λουτρό αφανίζεται της κόμης,
» ώ λίθοι εσείς πολύτιμοι, στίς λάμψεις και στα ρίγη!
» Τρέχω: στα πόδια μου αγκαλιά κοίτονται ( πληγωμένες
» από τη χαύνωση που φέρνει ο πόθος να ενωθούνε )
»φίλυπνες, στα ίδια μπράτσα τους τα επίφοβα δοσμένες•
» έτσι όπως είναι, αγκαλιαστές, τις παίρνω εγώ και τρέχω
» στο άλσος αυτό, το μισητό από το μικρόχαρο ίσκιο,
» των ρόδων που στεγνώνουνε κάθε ευωδιά στον ήλιο,
» όπου η χαρά μας στη φθαρμένη ημέραν όμοια άς είναι».

Λατρεύω εσέ, παρθενικέ θυμέ, ώ απόλαυση άγρια
αυτού του θείου γυμνού φορτίου που ξεγλιστράει και φεύγει
το φλογισμένο χείλι μου που πίνει, όπως ασπαίρει
μιάν αστραπή ! το απόκρυφον, άμετρο δέος της σάρκας :
από τα πόδια της σκληρής ως της δειλής τα σπλάχνα,
που εγκαταλείπει σύγχρονα η αγνεία τους δροσισμένη
μ’ έξαλλα δάκρυα ή, άλλοτε, με πιό φαιδρές λιβάδες

»Το κρίμα μου είναι, ότι, ιλαρός από τη νίκη φόβων
»προδοτικών, ξεχώρισα τους άτακτους βοστρύχους
»των φιλημάτων που οι θεοί με τέχνη είχαν συμπλέξει
»γιατί ένα γέλιο φλογερό όπως έκανα να κρύψω
»μες στις πανήδονες πτυχές μιάς απ’ αυτές (κρατώντας
»με το ’να δάχτυλο, ώστε αγνή σαν το φτερό η ψυχή της
»με τη φρικίαση της πυρής ν’ αναβαφεί αδελφή της,
»την πιό μικρή, απονήρευτη και μη πορφυρωμένη)
»από τα χέρια μου, άτονα από ασαφείς θανάτους,
»ετούτη, η πάντα αχάριστη, λεία μου ξεφεύγει, δίχως
»καμιά πικρία για το λυγμό που με μεθούσε ακόμη».

Ώ δε σημαίνει ! Άλλες εμέ στην ευτυχία θα σύρουν
απ’ τους πλοκάμους των, δετούς στα δύο τα κερατά μου:
ώριμο πιά και πορφυρόν, ώ πάθος μου, το ξέρεις
το ρόδο ανοίγει κι αντηχεί απ’ των μελλισών το βόμβο·
κι έξαλλο το αίμα μας γι’ αυτήν που θα το συνταράξει,
ρέει για το παναιώνιο το σμήνος των ιμέρων.
Όταν με τέφρα και χρυσό βάφεται αυτό το δάσος,
μέσα στα φύλλα μια γιορτή πυρώνει, τα σβησμένα.
Αίτνα ! σε σένα, που άλλοτε επισκέφθη κι η Αφροδίτη,
τ’ απλοϊκά της πέλματα στη λάβα σου ακουμπώντας,
βροντά ένας ύπνος θλιβερός, όπου εξαντλείται η φλόγα.

Κρατώ την ανάσσα !
Ώ βεβαία πιά τιμωρία...

Όχι στείρα

τώρα από λόγους η ψυχή κι οκνό το σώμα ετούτο
στην υπερήφανη σιγή της μεσημβρίας ενδίδουν:
είναι καιρός να κοιμηθώ στης βλασφημίας τη λήθη,
πάνω στον άμμο ανακλιτός, και πώς ποθώ το στόμα
εγώ ν’ ανοίξω στού κρασιού το ακαταμάχητο άστρο !


Ώ ζεύγος, χαίρε ! Πάω να ιδώ τον ίσκιο που έχεις γίνει.

STEPHANE MALLARME
ΜΤΦΡ.ΚΑΙΣΑΡ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΡΟΣΠΕΡΟΣ

17.6.08

Ο ΤΙΓΡΗΣ


TIZIANO, Λεπτομέρεια απο τον πίνακα Βάκχος και Αριάδνη...

Ο ΤΙΓΡΗΣ

Είμαι ο τίγρης.
Σου έστησα καρτέρι μέσ’ στις φυλωσιές
πλατύς σαν όγκος
μουσκεμένου ορυκτού.

Τ’ άσπρο ποτάμι αβγαταίνει
κάτου απ’ την καταχνιά. Έρχεσαι.

Βουτάς γυμνή.
Προσμένω.

Ύστερα μ’ ένα σάλτο
φωτιάς, δοντιών, αιμάτου,
με μια νυχιά ξεσχίζω
το στήθος σου και τους γοφούς σου.

Ρουφώ το αίμα σου, σπάζω
τα μέλη σου ένα ένα.

Και στέκω φύλακας
χρόνια εκεί στο δάσος
πάνω στα κόκαλά σου και στις στάχτες,
ασάλευτος, μακριά
απ’ έχθρα ή θυμό,
αφοπλισμένος απ’ το θανατό σου,
σταυρωμένος απ’ αγριοκισσούς,
ασάλευτος μέσ’ στη βροχή,
αμείλικτος φρουρός
του φονιά έρωτά μου.

PABLO NERUDA
ΜΤΦΡ. ΝΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ

14.6.08

ΤΟ ΜΕΘΥΣΜΕΝΟ ΚΑΡΑΒΙ



ΤΟ ΜΕΘΥΣΜΕΝΟ ΚΑΡΑΒΙ
Της Ε.Μ.

Καθώς κατέβαινα απαλά απ’ τα γαληνά ποτάμια,
Είδα πώς αρρυμούλκητο, δίχως πλοηγούς κυλούσα:
Κραυγαστικοί Ερυθρόδερμοι τους είχαν στόχο βάλει,
Αφού τους κάρφωσαν γυμνούς σε παρδαλούς πασσάλους.

Το πλήρωμα μου ολόκληρο παντέρημο είχα αφήσει,
Στάρια της Φλάντρας φέρνοντας κι εγγλέζικα μπαμπάκια.
Όταν με τους πιλότους μου τελείωσε εκείνη η αντάρα,
Οι ποταμοί μ’ αφήσαν πιά να κατεβώ όπου θέλω.

Μές στον τρελό τον παφλασμό των παλιρροιών, τον άλλο
Χειμώνα, πιό απειθάρχητο κι απ’ τα παιδιά, είχα τρέξει!
Κι όσα χερσόνησα άφησα στο δρόμο μου ποτέ τους
Δεν είχαν νιώσει σαματά πιό θριαμβικό από κείνο.

Η καταιγίδα ευλόγησε τούς πελαγίσους μου όρθρους.
Από φελό αλαφρότερον ορχήθηκα στο κύμα,
Αιώνιο, όπως λέν, παγιδευτή θυμάτων, δέκα νύχτες,
Χωρίς των φάρων τα χαζά να νοσταλγήσω μάτια.

Πιό αβρό παρ’ όσο στα παιδιά του άγουρου η σάρκα,
Το κύμα, πράσινο, έλουσε το ελάτινο σκαρί μου
Κι έπλυνε κάθε μου κηλίδα από κρασιά γαλάζια
Κι από εμετούς, σκορπίζοντας άγκυρες και τιμόνι.

Και μές στο ποίημα το πλατύ, από τότε, είμαι λουσμένο
Του πόντου, αφέψημα γλυκό, από τούς χυμούς των άστρων,
Πίνοντας πράσινο γλαυκό, όπου, ωχρό κι έκθαμβο σκάφος,
Ένας πνιγμένος, κάποτε, κυλάει συλλογισμένος,

Όπου, την όψη αλλάζοντας των γαλανών χρωμάτων,
Τρέλα, ρυθμοί απαλοί κι αργοί κάτω απ’ το φώς της μέρας,
Πιό δυνατά κι από το αλκοόλ και πιό πλατιά απ’ τις λύρες
Του έρωτα υπόκωφα οι πικρές πυκνάδες αναβράζουν.

Ξέρω ουρανούς που σ’ αστραπές σκίζονται, και σιφούνια,
Ρέματα κι αντιμάμαλα· ξέρω το βράδυ ακόμη,
Την οιστρωμένη χαραυγή, λαό από περιστέρια,
Και κάποτε είδα ό, τι ο άνθρωπος φντάστηκε πώς είδε.

Είδα τη δύση εγώ στιχτή από μυστική μιά φρίκη,
Κρυσταλλοπέδια απέραντα, μενεξελιά ν’ αυγάζει,
Τα κύματα, όμοια με ηθοποιούς δραμάτων παναρχαίων,
Τα νουφαρένια ρίγη τους μακριά ν’ αργοκυλούνε.

Την πράσινη ονειρεύτηκα νύχτα με τα ένθεα χιόνια,
Φιλιά πού υψώνονται νωθρά στών θαλασσών τα μάτια,
Το ρόισμα των ανάκουστων χυμών φυτών και δέντρων
Και τ’ ωχρογάλαζο όρθρισμα μελωδικών φωσφόρων.

Μήνες εγώ ακολούθησα το καραντί, παρόμοιο
Μ’ ένα βουστάσιο υστερικό, να σπάει μπροστά στις ξέρες,
Ξεχνώντας πώς τα διάφωτα των Μαριών τα πόδια
Μπορούν των δύσπνοων Ωκεανών τα ρύγχη να δαμάσουν.

Έπεσα απάνω, ξέρετε, σ’ απίστευτες Φλωρίδες,
Που άνθη και μάτια πάνθηρων σμίγουν, δέρματα ανθρώπων
Κι ουράνια τόξα, τανυστά σα χαλινάρια, επάνω
Από τους πόντους, σε γλαυκά, φανταστικά κοπάδια.

Είδα, τεράστια κιούρτα, εγώ, τους βάλτους ν’ αναβράζουν,
Όπου, στα σκοίνα ανάμεσα, σαπίζει ένας Λεβιάθαν,
Κατρακυλίσματα νερών σ’ ώρες απνοίας κι ακόμη
Τα ουράνια μες στα βάραθρα, στο βάθος να κυλούνε!

Πάγους, πυρόχροους ουρανούς, νερά μαργάρινα, ήλιους
Λευκούς, ναυάγια φρικαλέα μες σε βαθύχροους κόλπους,
Όπου γιγάντινα ερπετά, λεία των κοριών, κυλούνε
Βαριά με μαύρα αρώματα από τα στρεβλά τα δέντρα.

Θέλω να δείξω στους μικρούς ετούτες τις χρυσόφες,
Τα ψάρια ετούτα τα χρυσά που τραγουδούν στο κύμα.
Άνθινοι αφροί ευλογήσανε τα κλυδωνίσματά μου
Κι ανείπωτοι άνεμοι φτερά πολλές φορές μου εδώσαν.

Κάποτε ο πόντος, μάρτυρας κατάκοπος των πόλων,
Πού οι στεναγμοί του απάλυναν το σάλο μου, σε μένα
Τα ωχρά του τ’ άνθη ανέβαζε με τις χλομές του θέρμες,
Και σα γυναίκα απόμενα γονατιστή σε μιά άκρη,

Χερσόνησος που επάνω της την κόπρο ταλαντεύει
Και τους καυγάδες κρωκτικών, χρυσόφθαλμων ορνέων.
Κι αρμένιζα ώσπου, ανάμεσα απο τους λεπτούς αρμούς μου,
Κάποιοι πνιγμένοι ανάστροφα να κοιμηθούν οδεύαν.

Έτσι εγώ, κάτω απ’ τα μαλλιά των όρμων, πλοίο χαμένο,
Πού έχει ο τυφώνας σε ουρανούς χωρίς πουλιά εξορίσει,
Εγώ που οι νέοι Μονίτορες και τ’ άρμενα της Χάνσας
Το μεθυσμένο απ’ το νερό δε θα ’βρούν σκελετό μου,

Ελεύθερο, καπνίζοντας, ζωστό από μπλάβες πάχνες,
Εγώ που ελόγχιζα το χάος, πορφυρωμένο τοίχο,
Όπου, θεσπέσιο γλύκισμα των αγαθών ποιητών σας,
Λειχήνες του ήλιου απλώνονται και μύξες του γαλάζιου,

Εγώ που αρμένιζα, στιχτό από ηλεκτρικά φεγγάρια,
Τρελή σανίδα που η τεφρή συνόδευε ιπποκάμπη,
Όταν οι Ιούλιοι εγκρέμιζαν με ρόπαλα τους θόλους
Τών υπερπόντιων ουρανών με τα πυρά χωνιά τους,

Εγώ που έτρεμα νιώθοντας μακριά να μουκανίζει
Τών Βεχεμότων ο οργασμός και των πυκνών Μελστρόμων,
Κλώστης αέναος των γλαυκών ακινησιών του απείρου,
Ω! Την Ευρώπη νοσταλγώ με τα παμπάλαια τείχη!

Είδα αρχιπέλαγα αστρικά κι είδα νησιά εγώ πλήθος,
Που οι ουρανοί τους οι έξαλλοι είναι ανοιχτοί στο ναύτη.
Σε τέτοιες νύχτες άσωστες κοιμάστε, εξορισμένα,
Άπειρα εσείς χρυσά πουλιά, ώ μελλοντική Ευρωστία;

Μα έκλαψα, αλήθεια, εγώ πολύ. Οι αυγές φαρμάκι στάζουν.
Κάθε φεγγάρι είναι στυγνό κι είναι πικρός κάθε ήλιος.
Ο έρωτας μ’ έχει, ο αψύς, βαθιά, μεθυστικά ναρκώσει.
Ω! Άς έσπαζε η καρίνα μου! Ώ! Στο βυθό άς κυλούσα!

ARTHUR RIMBAUD
ΜΤΦΡ.ΚΑΙΣΑΡ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ
ΠΡΟΣΠΕΡΟΣ 1981

12.6.08

MOZART


MOZART

Ιταλίδα στα μπράτσα ενός πρίγκιπα της Βαυαρίας
Που το λυπημένο και παγωμένο μάτι του ευφραίνεται στη νωχέλειά της!
Μέσα στους δειλόψυχους κήπους του σφίγγει επάνω στην καρδιά του
Τα στήθη του που μέστωσαν στη σκιά, όπου το φώς βυζαίνει.

Η τρυφερή γερμανική καρδιά του,- ένας αναστεναγμός τόσο βαθύς!-
Δοκιμάζει τελικά τη φλογερή ραστώνη του να ’χει αγαπηθεί,
Παραδίδει στα κάτισχνα για να την κρατήσουν χέρια
Την ακτινοβόλα ελπίδα του γοητευμένου κεφαλιού του.

Χερουβίμ, Δον Ζουάν! Μακριά από τη λήθη που μαραίνεται
Όρθιος μέσα στα αρώματα τόσα που έστυψε λουλούδια
Που ο άνεμος διασκόρπισε χωρίς να τους στεγνώσει τα δάκρυα
Από τους κήπους της Ανδαλουσίας στους τάφους της Τοσκάνης!

Μέσα στο πάρκο το γερμανικό που οι έγνοιες ανταριάζουν,
Η Ιταλίδα ακόμη είναι βασίλισσα της νύχτας.
Η ανάσα της εκεί κάνει την ατμόσφαιρα γλυκιά και πνευματική

Και ο μαγεμένος της Αυλός με αγάπη αποστραγγίζει
Μέσα στην καυτή ακόμα σκιά των αποχαιρετισμών μιας ωραίας μέρας
Τη φρεσκάδα των πάγων, των φιλιών και του ουρανού.

ΜΑΡΣΕΛ ΠΡΟΥΣΤ
ΜΤΦΡ.ΕΛΕΝΗ ΚΟΛΛΙΑ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΗΡΙΔΑΝΟΣ

10.6.08

ΤΟ ΚΟΥΠΙ


ΤΟ ΚΟΥΠΙ

Θα πρέπει να περιπλανηθώ στην ενδοχώρα μ’ ένα
καλοζυγιασμένο κουπί
Μέχρι να συναντήσω ανθρώπους που δεν γνωρίζουν τίποτα
από θάλασσα
-Αλμυρό φαγητό, πλώρες στο χρώμα της πορφύρας, κουπιά,
του πλοίου φτερά-
Καί κάποιος να περάσει το κουπί στον ώμο μου
Για δίκρανο:
σημάδι να το φυτέψω στη γή
Και ν’ αρχίσω να λέω τις προσευχές μου, να συνεχίσω να λέω
τις προσευχές μου
Όταν πια βρεθώ στον τόπο μου, καταβεβλημένος αλλά με
καλά στερνά
Κοντά στους δικούς μου, τους φίλους μου κι άλλους
χαρούμενους νησιώτες,
Κι ο θάνατος θα έρθει να με βρεί, δροσερή θαλασσινή αύρα,
σχεδόν
Μιά εκπνοή, απαλό φτερούγισμα δίκρανου ή κουπιού.

MICHAEL LONGLEY

ΤΟ ΧΤΑΠΟΔΙ ΤΟΥ ΟΜΗΡΟΥ
ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
ΜΤΦΡ.ΧΑΡΗΣ ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΤΑΚΗ

9.6.08

ΝΕΚΡΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΓΝΑΤΙΟ ΣΑΝΤΣΕΘ ΜΕΧΙΑΣ


Στην φωτογραφία ο Ταυρομάχος που ο θανατός του από τον ταύρο στην
αρένα έγινε αιτία να γραφεί το "έπος-θρήνος" από τον LORCA...
...Ολόκληρο το ποίημα το έχει μεταφράσει ο Νίκος Γκάτσος

ΝΕΚΡΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΟΝ
ΙΓΝΑΤΙΟ ΣΑΝΤΣΕΘ ΜΕΧΙΑΣ
(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ)

Ο ταύρος, η συκιά δεν σε γνωρίζουν πιά,
ούτε τ’ αλόγατα και τα μυρμήγκια του σπιτιού σου,
και μήτε το παιδί, κι’ ούτε το βράδυ πια δεν σε γνωρίζει,
γιατί, είσαι νεκρός για πάντα.

Η κρύα ράχη της πέτρας πια δεν σε γνωρίζει,
ούτε το μαύρο το πανί που μέσα λυώνει το κορμί σου.
Βουβή και η θύμηση σου ακόμα σ’ αγνοεί,
γιατί, είσαι νεκρός για πάντα.

Θε νάρθη το χινόπωρο με τις θαλασσινές του τις μπουρούδες,
το κοκκινόμουντό του αγιάζι, τα σμιχτά βουνά του,
κανείς δεν θα ποθή το βλέμμα σου να συναντήση,
γιατί, είσαι νεκρός για πάντα.

Γιατί, είσαι νεκρός για πάντα,
καθώς όλοι οι νεκροί του κόσμου,
καθώς όλοι οι νεκροί που λησμονιούνται,
σαν μιάνα στοίβα στοίβα ψόφιων σκυλιών.

Κανείς δεν σε γνωρίζει πια, όμως εγώ σε τραγουδώ,
τραγουδώ, γι’ αργότερα, το μετωπό σου και τη χάρη σου,
την ωριμότητα της γνώμης σου της ξακουσμένης,
τον πόθο πούχες για το θάνατο, και τη γεύση των χειλιών σου,
και την πίκρα πούταν στο βάθος της αντρίκειας σου χαράς.

Θ’ αργήση πολύ να γεννηθή, άν γεννηθεί ποτές,
ένας Ανδαλουσιάνος τόσο αγνός, τόσο γιομάτος περιπέτεια.
Το τι ευγένεια είχε τραγουδώ με λόγια όλο δάκρυα,
κι’ ο νούς μου πάει στον πικρόν άνεμο
που μέσ’ στον ελαιώνα λυσσομανά.

FEDERICO GARCIA LORCA
ΜΤΦΡ.ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ

5.6.08

Ο ΓΟΡΙΛΑΣ / LE GORILLE























Ο ΓΟΡΙΛΑΣ

Στην πλατεία μιας επαρχίας το πλήθος κοίταγε ενθουσιασμένο
ένα γορίλα που κάτι τσιγγάνοι τον είχαν φέρει φυλακισμένο
δίχως αισχύνη και σεβασμό οι γεροντοκόρες του χωριού
παίζαν αναίσθητα με το ζώο δε λέω πώς δε λέω πού

Προσοχή στο γορίλα

Ξαφνικά το μεγάλο κλουβί που έγκλειστη ζούσε η κακόμοιρη φύση
απότομα ανοίγει δεν ξέρω γιατί ίσως να το 'χαν άσχημα κλείσει
το τέρας βγαίνοντας έξω από εκεί σκέφτηκε σήμερα θα τ' αναλάβω
μιλούσε για την παρθενιά του που χρόνια τώρα τον είχε σκλάβο

Προσοχή στο γορίλα

Ο αφέντης ούρλιαξε προσοχή του γορίλα του 'χει σαλέψει
δεν έχει δει ποτέ του μαϊμού γι' αυτό μπορεί να τα μπερδέψει
απ' τους παρόντες τότε ο καθείς σπεύδει τα νότα του να προφυλάξει
οι γεροντοκόρες απέδειξαν πως άλλο οι ιδέες και άλλο η πράξη

Ο όχλος ομοθυμαδόν ξεχύνεται έντρομος στο δρόμο
μα ένας ψύχραιμος δικαστής και μια γιαγιά δεν είχαν λόγο
και αφού οι υπόλοιποι την είχανε κάνει το θηρίο πάτησε γκάζι
τη γριούλα και το δικαστή με τέσσερις πήδους του αρπάζει

Προσοχή στο γορίλα

Αχ αναστέναξε η γιαγιά να πάρει εμένα είναι απίθανο μάλλον
θα 'ταν τελείως παράξενο και δε θα το ευχόμουν εκτός των άλλων
να με μπερδέψει με μια μαϊμού είπε ο δικαστής ενοχλημένος
είναι αδύνατο εντελώς στο τέλος βγήκε γελασμένος

Απαξιώντας λοιπόν τη γιαγιά το δικαστή σφίγγει με πάθος
και προς τους θάμνους τον τραβά ενώ αυτός του φώναζε κάνεις λάθος
τι ακριβώς συνέβη εκεί πίσω αδυνατώ να αναφέρω εκτενώς
μα με είχε το θέαμα συνεπάρει τι σφρίγος τι ένταση τι ρυθμός

Προσοχή στο γορίλα

Θα πω μονάχα πως το κορύφωμα που 'χε το αλλόκοτο τούτο δράμα
στρίγγλιζε κλαίγοντας ο δικαστής στα διαλείμματα φώναζε μάνα
φώναζε μάνα σαν το φουκαρά που χθες καταδίκασε για ληστεία
και για κοινό παραδειγματισμό τον αποκεφάλισε στην πλατεία

Προσοχή στο γορίλα

Μουσική: Georges Brassens
Στίχοι: Georges Brassens /Χρήστος Θηβαίος

LE GORILLE

C'est à travers de larges grilles,
Que les femelles du canton,
Contemplaient un puissant gorille,
Sans souci du qu'en-dira-t-on.
Avec impudeur, ces commères
Lorgnaient même un endroit précis
Que, rigoureusement ma mère
M'a défendu de nommer ici...
Gare au gorille !...

Tout à coup la prison bien close
Où vivait le bel animal
S'ouvre, on n'sait pourquoi. Je suppose
Qu'on avait du la fermer mal.
Le singe, en sortant de sa cage
Dit "C'est aujourd'hui que j'le perds !"
Il parlait de son pucelage,
Vous aviez deviné, j'espère !
Gare au gorille !...

L'patron de la ménagerie
Criait, éperdu : "Nom de nom !
C'est assommant car le gorille
N'a jamais connu de guenon !"
Dès que la féminine engeance
Sut que le singe était puceau,
Au lieu de profiter de la chance,
Elle fit feu des deux fuseaux !
Gare au gorille !...

Celles là même qui, naguère,
Le couvaient d'un œil décidé,
Fuirent, prouvant qu'elles n'avaient guère
De la suite dans les idées ;
D'autant plus vaine était leur crainte,
Que le gorille est un luron
Supérieur à l'homme dans l'étreinte,
Bien des femmes vous le diront !
Gare au gorille !...

Tout le monde se précipite
Hors d'atteinte du singe en rut,
Sauf une vielle décrépite
Et un jeune juge en bois brut;
Voyant que toutes se dérobent,
Le quadrumane accéléra
Son dandinement vers les robes
De la vieille et du magistrat !
Gare au gorille !...

"Bah ! soupirait la centenaire,
Qu'on puisse encore me désirer,
Ce serait extraordinaire,
Et, pour tout dire, inespéré !" ;
Le juge pensait, impassible,
"Qu'on me prenne pour une guenon,
C'est complètement impossible..."
La suite lui prouva que non !
Gare au gorille !...

Supposez que l'un de vous puisse être,
Comme le singe, obligé de
Violer un juge ou une ancêtre,
Lequel choisirait-il des deux ?
Qu'une alternative pareille,
Un de ces quatres jours, m'échoie,
C'est, j'en suis convaincu, la vieille
Qui sera l'objet de mon choix !
Gare au gorille !...

Mais, par malheur, si le gorille
Aux jeux de l'amour vaut son prix,
On sait qu'en revanche il ne brille
Ni par le goût, ni par l'esprit.
Lors, au lieu d'opter pour la vieille,
Comme l'aurait fait n'importe qui,
Il saisit le juge à l'oreille
Et l'entraîna dans un maquis !
Gare au gorille !...

La suite serait délectable,
Malheureusement, je ne peux
Pas la dire, et c'est regrettable,
Ça nous aurait fait rire un peu ;
Car le juge, au moment suprême,
Criait : "Maman !", pleurait beaucoup,
Comme l'homme auquel, le jour même,
Il avait fait trancher le cou.
Gare au gorille !...

Paroles: Georges Brassens. Musique: Georges Brassens 1952

ΜΠΟΛΙΒΑΡ


ΜΠΟΛΙΒΑΡ

Γιά τους μεγάλους, γιά τους ελεύθερους, γιά τους γενναίους, τους δυνατούς,
Αρμόζουν τα λόγια τα μεγάλα, τα ελεύθερα, τα γενναία, τα δυνατά,
Γι' αυτούς η απόλυτη υποταγή κάθε στοιχείου, η σιγή, γι' αυτούς τα δάκρυα, γι' αυτούς
οι φάροι, κι οι κλάδοι ελιάς, και τα φανάρια
Οπου χοροπηδούνε με το λίκνισμα των καραβιών και γράφουνε στους σκοτεινούς
ορίζοντες των λιμανιών,
Γι' αυτούς είναι τ' άδεια βαρέλια που σωριαστήκανε στο πιό στενό, πάλι του λιμανιού,
σοκάκι,
Γι' αυτούς οι κουλούρες τ' άσπρα σκοινιά, κι οι αλυσίδες, οι άγκυρες, τ' άλλα
μανόμετρα,
Μέσα στην εκνευριστικιάν οσμή του πετρελαίου,
Γιά ν' αρματώσουνε καράβι, ν' ανοιχτούν, να φύγουνε,
Ομοια με τραμ που ξεκινάει, άδειο κι ολόφωτο μέσ' στη νυχτερινή γαλήνη των
μπαχτσέδων,
Μ' ένα σκοπό του ταξιδιού: π ρ ο ς τ' ά σ τ ρ α.

Γι' αυτούς θα πω τα λόγια τα ωραία, που μου τα υπαγόρευσε η Εμπνευσις,
Καθώς εφώλιασε μέσα στα βάθια του μυαλού μου όλο συγκίνηση
Γιά τις μορφές, τις αυστηρές και τις υπέροχες, του Οδυσσέα Ανδρούτσου και του
Σίμωνος Μπολιβάρ.

Ομως γιά τώρα θα ψάλω μοναχά τον Σίμωνα, αφήνοντας τον άλλο γιά κατάλληλο
καιρό,
Αφήνοντάς τον γιά νάν τ' αφιερώσω, σαν έρθ' η ώρα, ίσως το πιό ωραίο τραγούδι που
έψαλα ποτέ,
Ισως τ' ωραιότερο τραγούδι που ποτές εψάλανε σ' όλον τον κόσμο.
Κι αυτά όχι γιά τα ότι κι οι δυό τους ύπήρξαν γιά τις πατρίδες, και τα έθνη, και τα
σύνολα, κι άλλα παρόμοια, που δεν εμπνέουν,
Παρά γιατί σταθήκανε μες στους αιώνες, κι οι δυό τους, μονάχοι πάντα, κι ελεύθεροι,
μεγάλοι, γενναίοι και δυνατοί.
Και τώρα ν' απελπιζουμαι που ίσαμε σήμερα δεν με κατάλαβε, δεν θέλησε, δε μπόρεσε
να καταλάβη τι λέω, κανεις;
Βέβαια την ίδια τύχη να 'χουνε κι' αυτά που λέω τώρα γιά τον Μπολιβάρ, που θα πω
αύριο γιά τον Ανδρούτσο;
Δεν είναι κι εύκολο, άλλωστε, να γίνουν τόσο γλήγορα αντιληπτές μορφές της
σημασίας τ' Ανδρούτσου και του Μπολιβάρ,
Παρόμοια σύμβολα.
Αλλ' ας περνούμε γρήγορα: προς Θεού, όχι συγκινήσεις, κι υπερβολές, κι απελπισίες.
Αδιάφορο, η φωνή μου ήτανε προορισμένη μόνο γιά τους αιώνες.
(Στο μέλλον, το κοντινό, το μακρινό, σε χρόνια, λίγα, πολλά, ίσως από μεθαύριο, κι αντι¬
μεθαύριο,
Ισαμε την ωρα που θε ν' αρχινήση η Γης να κυλάει άδεια, κι άχρηστη, και νεκρή, στο
στερέωμα,
Νέοι θα ξυπνάνε, με μαθηματικήν ακρίβεια, τις άγριες νύχτες, πάνω στην κλίνη τους,
Να βρέχουνε με δάκρυα το προσκέφαλό τους, αναλογιζόμενοι ποιός ήμουν, σκεφτόμενοι
Πως υπήρξα κάποτες, τι λόγια είπα, τι ύμνους έψαλα.
Και τα θεόρατα κύματα, όπου ξεσπούνε κάθε βράδυ στα εφτά της Υδρας ακρογιάλια,
Κι οι άγριοι βράχοι, και το ψηλό βουνό που κατεβάζει τα δρολάπια,
Αέναα, άκούραστα, θε να βροντοφωνούνε τ' όνομά μου).
Ας επανέλθουμε όμως στον Σiμωνα Μπολιβάρ.

Μ π ο λ ι β ά ρ! Ονομα από μέταλλο και ξύλο, ήσουνα ένα λουλούδι μες στους
μπαχτσέδες της Νότιας Αμερικής.
Είχες όλη την ευγένεια των λουλουδιών μες στην καρδιά σου, μες στα μαλλιά σου, μέσα
στo βλέμμα σου.
Η χέρα σου ήτανε μεγάλη σαν την καρδιά σου, και σκορπούσε το καλό και το κακό.
Ροβόλαγες τα βουνά κι ετρέμαν τ' άστρα, κατέβαινες στους κάμπους, με τα χρυσά, τις
επωμίδες, όλα τα διακριτικά του βαθμού σου,
Με το ντουφέκι στον ώμο αναρτημένο, με τα στήθια ξέσκεπα, με τις λαβωματιές γιομάτο
το κορμί σου,
Κι εκαθόσουν ολόγυμνος σε πέτρα χαμηλή, στ' ακροθαλάσσι,
Κι έρχονταν και σ' έβαφαν με τις συνήθειες των πολεμιστών Ινδιάνων,
Μ' ασβέστη, μισόνε άσπρο, μισό γαλάζιο, γιά να φαντάζεις σα ρημοκλήσι σε περιγιάλι
της Αττικής,
Σαν εκκλησιά στις γειτονιές των Ταταούλων, ωσάν ανάχτορο σε πόλη της Μακεδονίας
ερημική. [...]
Μ π ο λ ι β ά ρ! Κράζω τ' όνομά σου ξαπλωμένος στην κορφή του βουνού Ερε,
Την πιό ψηλή κορφή της νήσου Υδρας.
Από δω η θέα εκτείνεται μαγευτική μέχρι των νήσων του Σαρωνικού, τη Θήβα,
Μέχρι κεί κάτω, πέρα απ' τη Μονεβασιά, το τρανό Μισίρι,
Αλλά και μέχρι του Παναμά, της Γκουατεμάλα, της Νικαράγκουα, του Οvτoυράς, της
Αϊτής, του Σαν Ντομίγκο, της Βολιβίας, της Κολομβίας, του Περού, της Βενε¬
ζουέλας, της Χιλής, της Αργεντινής, της Βραζιλίας, Ουρουγουάη, Παραγουάη,
του Ισημερινού,
Ακόμη και του Μεξικού.
Μ' ένα σκληρό λιθάρι χαράζω τ' όνομά σου πάνω στην πέτρα, να 'ρχουνται αργότερα οι
ανθρώποι να προσκυνούν.
Τινάζονται σπίθες καθώς χαράζω -έτσι ήτανε, λεν, ο Μπολιβάρ- και παρακολουθώ
Το χέρι μου καθώς γράφει, λαμπρό μέσα στον ήλιο.

Είδες γιά πρώτη φορά το φως στο Καρακάς. Το φώς το δικό σου,
Μ πο λ ι β ά ρ, γιατί ως να 'ρθεις η Νότια Αμερική ολόκληρη ήτανε βυθισμένη στα πικρά σκοτάδια.
Τ' όνομά σου τώρα είναι δαυλός αναμμένος, που φωτίζει την Αμερική, και τη Βόρεια και τη Νότια, και την οικουμένη!
Οι ποταμοι Αμαζόνιος και Ορινόκος πηγάζουν από τα μάτια σου.
Τα ψηλά βουνά έχουν τις ρίζες στο στέρνο σου,
Η οροσειρά των Ανδεων είναι η ραχοκοκαλιά σου.
Στην κορυφή της κεφαλής σου, παλικαρά, τρέχουν τ' ανήμερα άτια και τ' άγρια βόδια,
Ο πλούτος της Αργεντινής.
Πάνω στην κοιλιά σου εκτείνονται οι απέραντες φυτείες του καφέ.

Σαν μιλάς, φοβεροί σεισμοί ρημάζουνε το παν,
Από τις επιβλητικές ερημιές της Παταγονίας μέχρι τα πολύχρωμα νησιά,
Ηφαίστεια ξεπετιούνται στο Περού και ξερνάνε στα ουράνια την οργή τους,
Σειούνται τα χώματα παντού και τρίζουν τα εικονίσματα στην Καστοριά,
Τη σιωπηλή πόλη κοντά στη λίμνη.
Μ π ο λ ι β ά ρ, είσαι ωραίος σαν Ελληνας. [...]

Νίκος Εγγονόπουλος

ΕΧΩ ΜΙΑ ΠΙΠΑ


ΕΧΩ ΜΙΑ ΠΙΠΑ
Στον ποιητή Απ. Μελαχρινό

Έχω μια πίπα ολλανδική από ένα μαύρο ξύλο,
όπου πολύ παράξενα την έχουν σκαλισμένη.
Έχει το σχήμα κεφαλιού Γοργόνας με πλουμίδια.
Κι ένας σ' εμέ ναύτης Δανός την έχει χαρισμένη.

Και μου 'πε αυτός πως μια φορά του την επούλησε ένας,
στην Αλεξάντρεια, έμπορος ναρκωτικών, Αράπης,
και στον Αράπη - λέει - αυτόν, την είχε δώσει κάποια,
σε κάποιο πόρτο μακρινό, γυναίκα της αγάπης.

Πολλές φορές, τις βραδινές σκοτεινιασμένες ώρες,
ανάβοντας την πίπα αυτή, σε μια γωνιά καπνίζω,
κι ο γκρίζος βγαίνοντας καπνός σιγά με περιβάλλει,
κάνοντας ένα γύρω μου κενό, μαβί και γκρίζο.

Και πότε μια ψηλή, ο καπνός, γυναίκα σχηματίζει,
πότε ένα πόρτο ξενικό πολύ και μακρυσμένο.
Και βλέπω μεσ' στους δρόμους του τους κρύους και βραδιασμένους
να περπατά έναν ύποπτον Αράπη μεθυσμένο.

Και βλέπω πάλι, άλλες φορές, μια γρήγορη γαλέρα
με τα πανιά της ανοιχτά στο αβέβαιο ν' αρμενίζει
κι απάνω στο μπαστούνι της να κάθεται ένας ναύτης,
να 'χει μια πίπα - όπως αυτήν εγώ - και να καπνίζει.

Έχω μια πίπα ξύλινη παράξενα γλυμμένη.
Βλέπω καπνίζοντας τα πιο παράδοξα όνειρά μου.
Σκέφτομαι: «Θα 'ναι μαγική». Μα πάλι λέω: μη φταίει
ο εγγλέζικος βαρύς καπνός και η νευρασθένειά μου;

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

3.6.08

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ

Έλα, ουρανέ, πές μου το ναί!
Ο ουρανός,
σαν ερωτευμένη κορασιά,
αφήνοντας μου το χέρι μες στη φούχτα μου
λέει όχι και ναί, με τ’ αστέρια του.
Χαμογελάει και κλαίει,
δείχνοντας μου την εξαίσια ομορφιά
της αβεβαιότητας.
Ώ τι αμφιβολία, τι τρόμος, τι αυπνία,
να μην παρατώ τη γλυκειά μου πλάνη,
να μη ζητώ εγώ ο τρελλός,
τίποτ’ άλλο παρά μονάχα την ελπίδα,
να μην ξέρω τίποτα για τα ρόδα
της μελλούμενης άνοιξης!
τίποτα για την σχεδόν βέβαιη
τωρινή ετούτη στιγμή!
Και περνούν, νύχτες, νύχτες, νύχτες,
χωρίς να κλείσω μάτι,
βγαίνοντας έξω άυπνος, να δώ
τον πράσινο ουρανό της αυγής•
εκστατικός, προσδοκώντας
να πεί το ναί στήν ψυχή μου!

Juan Ramon Jimenez 1881-1958
ΜΤΦΡ.ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΤΖΑΚΗΣ