30.12.09

ΕΛΕΝΗ


ΕΛΕΝΗ

Τι ωραία που είσαι τώρα που δεν υπάρχεις πια
Η τέφρα του θανάτου σ' έγδυσε κι απ' την ψυχή σου ακόμη
Τι ποθητή που είσαι απ' τον καιρό που αφανιστήκαμε
Κύματα κύματα γεμίζουν την καρδιά της ερήμου
Την πιο πελιδνή από τις γυναίκες
Ωραία που είναι στις υδάτινες κορφές της γης αυτής
Του νεκρού απ'την ασιτία τοπίου
Που ζώνει ολόγυρα την πολιτεία την πρωτινή
Ωραία που είναι μες στα χλοερά κι απρόσμενα πλατώματα
Μεταμορφωμένα σε ναούς ωραία που είναι
Στο γυμνό κι ανάστροφο κι ολέθριον οροπέδιο
Που είσαι τόσο πεθαμένη
Σκορπώντας ήλιους απ' τ' αχνάρια των ματιών σου
Και τους ίσκιους των μεγάλων ριζωμένων δέντρων
Στη φοβερή σου κόμη αυτήν που μ' έριχνε σε παραμιλητό.

ΠΙΕΡ ΖΑΝ ΖΟΥΒ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

28.12.09

Η ΑΙΘΟΥΣΑ


Η ΑΙΘΟΥΣΑ

Ολονυχτίς το ζώο άλλαζε θέση μες την αίθουσα,
Ποιός να ' ναι αυτός ο δρόμος που δε θέλει να τελειώσει;
Ολονυχτίς η βάρκα γύρεψε το γιαλό,
Ποιοι να 'ναι αυτοί οι απόντες που φωνάζουν να γυρίσουν;
ΟΛονυχτίς το ξίφος γνώρισε τη λαβωματιά
Ποιά να ' ναι η θλίψη αυτή που δε μπορεί να νιώσει τίποτα;
Ολονυχτίς το ζώο εβόγκηξε μέσα στην αίθουσα,
Κθημαγμένο, αρνήθηκε της αίθουσας το φως,
Ποιός είναι αυτός ο θάνατος που τίποτα δεν ξέρει να γιατρέψει;

ΥΒ ΜΠΟΝΦΟΥΑ
Μετάφραση, Τάκης Σινόπουλος

25.12.09

[ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΥ]



[ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΥ...]

Του καιρού των αναμνήσεων ήταν η χρονιά,
ο μήνας ήταν της σελήνης των ρόδων, οι καρδιές
απ' τις καρδιές που μ' ένα τίποτα παρηγοριούνται.

Γλυκά ως το θάνατο τραγούδια, πλάι στη θάλασσα,
μέσα στο σούρουπο με τα κλειστά ματόφυλλα
κι ύστερα, μη και ξέρω; Ταμπουρίνα, λόγια.

Κραυγές χορού που δεν ήταν να τελειώσουν,
έφηβος πόθος συγκινητικός που δεν τολμά
και πεθαίνει στης βαρκαρόλας το φινάλε.

-Το θυμάσαι, Ανάμνηση, θυμάσαι;
Στον αόριστο μήνατης σελήνης των ρόδων.
Μα τίποτα, απ' ότι παρηγορεί, δεν έχει μείνει.

Για να κοιμηθεί τάχα ή μη για να πεθάνει
αναπαύεται το κεφάλι σου στα γόνατα μου
με των παράφορων ρόδων τη ραθυμιά;

Ο ίσκιος πέφτει, η σελήνη ωριμάζει.
Από γλυκύτητα πράγματα η ζωή 'ναι πλούσια:
για τα μάτια δάκρυα, για τ' ανθοπέταλα δροσιά.

Ναι, το ίδιο σχεδόν γλυκιά με το θάνατο η ζωή 'ναι...
Χλιαρά φαρμάκια σε μικρές δόσεις παρμένα
και ποιήματα από θελκτικά σύμβολα γιομάτα.

Ω παρελθόν! Γιατί χρειάστηκε τάχα να πεθένει;
Ω παρών! Γιατί αυτές οι κατηφείς ώρες,
γελωτοποιέ, που το ρόλο σου στα σοβαρά παίρνεις!

-Του καιρού των αναμνήσεων ήταν η χρονιά,
ο μήνας ήταν της σελήνης των ρόδων, οι καρδιές
απ' τις καρδιές που μ' ένα τίποτα παρηγοριούνται.

Μα γρήγορα είτε αργά έπρεπε αυτό να τελειώσει
με το πολύ γέρικο τέλος όλων των πραγμάτων
-πράγμα όχι, αλήθεια, θλιβερό μηδέ κι αστείο.

Οστά θα κιτρινίσουν πρώτα και στο μουχλιασμένο
κρύο των κλειστών σκοταδιών θα πρασινίσουν
μετά - των πράξεων τέλος, των παραβολών τέλος.

Κι ούτ' έναν οβολό αξίζουν όλα τ' άλλα.

Μετάφραση: Άρης Δικταίος

Μαρία Λαϊνά, Ξένη ποίηση του 20ού αιώνα
Ελληνικά Γράμματα

Ο ΚΥΚΝΟΣ


Ο ΚΥΚΝΟΣ

Ο μόχθος, μέσα απ' ό,τι δεν έγινε ακόμα,
βαρύς και σα δεμένος να πηγαίνεις,
μοιάζει με του κύκνου τ' άπλαστο βήμα.
Κι ο θάνατος, τούτο το ασύλληπτο ακόμη
κάθε αιτίας, που πάνω του στεκόμαστε καθημερινά,
στο φοβισμένο χαμηλωμά του μοιάζει
στα νερά πάνω του το δέχονται γαλήνια
και που, σαν μακάρια και σαν περασμένα,
κάτω του, κύμα το κύμα, αποτραβιούνται,
ενώ αυτός, άπειρα γαλήνιος,
πάντα πιο γνωστικός και πιο βασιλικός
και πιο ατάραχος, καταδέχεται να φεύγει.

ΡAΪΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚΕ

Μεταφραση: Άρης Αλεξάνδρου
Μαρία Λαϊνά, Ξένη ποίηση του 20ού αιώνα
Ελληνικά Γράμματα




15.12.09

ΜΑΡΤΥΡΙΑ

Εδώ βουβή με παραδίδει
Ό, τι υπήρξε τίποτα δικό μου
Να ονομάσω
Τυφλή τη νύχτα το στερέωμα όταν σκιάζει
Σάβανα με τυλίγει με καθοδηγεί στο υπερώο
Λευκό ένα άτι βλέπω αφηνιασμένο
Οι αγωγιάτες σαστισμένοι το κοιτάζουν
Πάνθηρας γένηκε με κομμάτιαζει

Απαράμιλλο όνειρο
Αμμώδες στρώμα
Πίσω της μ’ άφησε να χάσκω
Μες του ροδιού της τον καιρό
Άνυδρο ξόανο ξεγυμνωμένο

Γεωργία Πουλοπούλου

Οδός Πανός Εκδόσεις

12.12.09

ΟΙ ΝΙΚΗΜΕΝΟΙ


ΟΙ ΝΙΚΗΜΕΝΟΙ

Ανάβαλες την τελευταία πάντα μέρα τη φυγή σου
Είχαμε μέσα κι οι δυό μας βαθιά τον πανικό του
χωρισμού.

Νοσταλγούσαμε τόσο να χαρίσουμε τις αβέβαιες
πλάνες μας στ’ όνειρο

Όμως ποιός δε λογάριασε τα λευκά καλοκαίρια που
πληγώσαν τα χρόνια μας

Ποιός δεν επίστεψε πως δεν είχαμε ακόμα πληρώσει
το χρέος μας ολάκερο

Και βρίσκουμε την κρίσιμη τούτη στιγμή αιχμάλωτους
όρκους στη νιότη μας, αισθήματα πιο πλούσια
από τ’ άνναμα της σάρκας

Ξέρεις πως πια ξεχάσαμε τ’ αμέριμνα παιδιά που
σπαταλούσαν το γέλιο τους

Ξέρεις πως θα’ ρθει μια μέρα που θα φορέσουμε
αλογάριαστα ολόγυμνοι τον εαυτό μας

Συντροφεύοντας τις ακριβές μας αμφιβολίες, ξα-
γρυπνήσαμε ατέλειωτες νύχτες χωρίς δίπλα μας
να’ ναι κανείς ν’ ακούσει την αγωνία της φωνής μας

Αγαπήσαμε μια τρικυμία καινούργια, κι όμως γιατί
ν’ αναβάλλουμε πάντα την ώριμη χρονολογία;

Και μένουμε δυο νικημένοι μ’ ολιγόπιστα μάταια
φερσίματα.

Μανόλης Αναγνωστάκης, Εκδόσεις Νεφέλη
ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1941-1971