29.7.07

ΤΟ ΒΑΠΟΡΙ


To βαπόρι



Νάναι ως νάχης φύγει με τους ανέμους καβάλλα
στο άτι της σιγής κι' όλα να πάης
και vάv' πολλά καράβια, πολλή θάλασσα μεγάλα
σύγνεφα πάνω οι άνθρωποι κι' ο Μάης.

Κι' εντός μου εμένα να βρυχιέται όλο να τρέμει
βαρύ ένα βαπόρι και κατόπι
πάλι εσύ κι' ο Μάης κι' οι ανέμοι
κι' έπειτα πάλιν οι ανθρώποι, οι ανθρώποι.

Και νάναι όλα απ' ό,τι φεύγει και δε μένει
σε μια πόλη ακατοίκητη, κι' εντός μου
ακυβέρνητο, όλο να σε πηγαίνει το καράβι
έξω απ' την τρικυμία τούτου κόσμου.

Γιάννης Σκαρίμπας

http://www.politikokafeneio.com/megaloi/skarimpas194.htm

ΒΟΛΠΟΝΕ Ή Η ΑΛΕΠΟΥ


ΒΟΛΠΟΝΕ Ή Η ΑΛΕΠΟΥ
(Πράξη Γ’,Σκηνή 6η)

Αν είσαι
εξυπνη,Τσέλια,άκουσε με.Λουτρό σου
θάναι οι χυμοί των λουλουδιών,ροδόσταμο
και δάκρυ από τους μενεξέδες,γάλα
μονόκερου,του πάνθηρα η ανάσα
συναγμένη στ’ασκιά,με κρητικά
κρασιά ανακατεμένη.Το ποτό μας
θάναι λυωτό χρυσάφι,κεχριμπάρι,
και θα το πίνουμε ώς που να στρουφίζει
από τη ζάλη η σκεπή μου.Κι ο νάνος μου
θα χορεύει για μας.Θα τραγουδάει
ο ευνούχος μου.Ο τρελός μου κουτρουβάλες
θα κάνει.Ωστόσο εμείς μεταμφιεσμένοι
τα παραμύθια του Οβιδίου θα παίζουμε,
πότε θα κάνεις την Ευρώπη εσύ
κι εγώ το Δία,πότε τον Άρη εγώ
κι εσύ την Ερυκίνη.Θα εξαντλήσουμε
ολότελα έτσι τους μύθους των θεών.
Κατόπι θα σε ντύσω πιο μοντέρνα :
Σα μια Γαλλίδα πεταχτή κυρά,
μια αρχόντισσα λαμπρή από την Τοσκάνα,
ή καλλονή Σπανιόλα.Κάπου-κάπου
του σάχη της Περσίας θάσαι η γυναίκα,
ή του μεγάλου Αφέντη η ερωμένη.
Και,για αλλαγή,θα γίνεσαι καμμιά
από τις τεχνίτρες μας εταίρες,
η μια παράφορη Αραπίνα,η κρύα
Ρώσα.Κι’εγώ θα σ’αγκαλιάζω μ’άλλες
τόσες μορφές,κ’οι ταξιδιάρες τότε
ψυχές μας θα μπορούν να ζευγαρώνονται
στα χείλη μας πυργώνοντας χαρές.

ΜΠΕΝ ΤΖΟΝΣΟΝ/Μετάφραση:Αγγελος Τερζάκης
Πανόραμα Αγγλικής Ποίησης
Εκδόσεις Τυπωθήτω

26.7.07

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΡΟΔΟ


Το μυστικό Ρόδο

Μακρινό ρόδο μυστικό,ποτέ βεβηλωμένο,
την ώρα ετούτη την τρανή έχε με τυλιμένο,
όπου αυτοί που σε ζητούν στον Άγιο Τάφο πέρα
ή στα πιθάρια του κρασιού,μακριά από τη φοβέρα
κι απ’τη βουή ζούνε μακριά,του ονείρου του χαμένου,
βαθιά,σε βλέφαρα χλωμά,του ύπνου του μαγεμένου,
εκεί βαθιά που οι άνθρωποι εμορφιά τον ονομάσαν.
Μεγάλα είναι τα φύλλα σου που τον χρυσό αγκαλιάσαν
και τις γενειάδες τις παλιές των εστεμμένων Μάγων.
Τυλίξαν και το βασιλιά που ’δε Σταυρό μεγάλον
σε όραμα Δρυϊδικό,και Τρυπημένα Χέρια
να υψώνονται,και τούς δαυλούς σα θαμπωμένα αστέρια,
ώσπου η ανώφελή του οργή και τη ζωή του επήρε.
Κι αυτόν που του θεού Μακλίρ τη σύζυγο την ηύρε
Σε φλογισμένη δρόσο εκεί σιμά στο ακρογιάλι
όπου αγέρας δεν φυσά για μια ξένη αγκάλη
την Έμερ έχασεν εκεί κι ολάκερη την πλάση.
Κι αυτόν που έδιωξε θεούς απ’τα ιερά τους δάση
και που εχόρτασε τσ’ανθούς των εκατό ημερών του,
κόκκινους, και εθρήνησε τα πλήθια των νεκρών του.
Τυλίξαν και το βασιλιά τον ονειροπαρμένο
που επέταξε το στέμμα του στη θλίψη του δέμενο,
το ρήγα τον περήφανο που βάρδο και παλιάτσο
εκάλεσε να ζήσουνε στο σκιερό το δάσο,
κρασί να πίνουνε πολύ μαζί μ’άλλους μπεκρήδες
Κι αυτόν που πούλησ’ αγαθά,σπίτι,χωράφια,γίδες,
κι έψαξε χρόνια αμέτρητα μέχρι της γης την άκρια
ώσπου ευρήκε κάποτε με γέλια κα με δάκρυα
μια τόσο λαμπερή ομορφιά,που οι άνδρες με τραγούδι
αλώνιζαν,μεσάνυχτα,πλάι σ’ ένα πλεξούδι,
μια τόση δα πλεξούδα της που είχανε κλεμμένη.
Κι εμένα τώρα η στιγμή,η ώρα με προσμένει
που ο μεγάλος άνεμος του έρωτα και του μίσους
θε να σκορπίσει μακριά τ’άστρα μες στις αβύσσους,
θα σβήσει όλα τ’ουρανού τ’αμέτρητα τ’αστέρια
σα σπίθες που πεθαίνουνε στου σιδερά τα χέρια.
Έφτασ’ η ώρα η δικιά σου –αγέρι μαγεμένο-
μακρινό Ρόδο,μυστικό, ποτέ βεβηλωμένο;

W.B.YEATS/70 ΕΡΩΤΙΚΑ / ΕΣΤΙΑ
Επιμέλεια-Σχολιασμός :
ΣΠΥΡΟΣ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ / ΜΑΡΙΑ ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΥ

22.7.07

ΦΑΝΤΑΣΙΑ



(από τή συλλογή ΟΥΛΑΛΟΥΜ)
Νάναι σά νά μάς σπρώχνει ένας αέρας μαζί
πρός έναν δρόμο φιδωτό πού σβεί στά χάη,
καί σένα τού καπέλου σου πλατειά καί φανταιζί
κάποια κορδέλα του, τρελά νά χαιρετάει.

Και νάν' σάν κάτι νά μού λές, κάτι ωραίο κοντά
γι' άστρα, τή ζώνη πού πηδάν των νύχτιων φόντων,
κι αύτός ο άνεμος τρελά-τρελά νά μάς σκουντά
όλο πρός τή γραμμή των οριζόντων.

Κι όλο νά λές, νά λές, στά βάθη τής νυκτός
γιά ένα – μέ γυάλινα πανιά – πλοίο πού πάει
Όλο βαθιά, όλο βαθιά, όσο πού πέφτει εκτός:
έξω απ' τόν κύκλο των νερών – στά χάη.

Κι όλο νά πνέει, νά μάς ωθεί αύτός ο άνεμος μαζί
πέρ' από τόπους καί καιρούς, έως ότου – φως μου –
(καθώς τρελά θά χαιρετάει κείν' η κορδέλα η φανταιζί)
βγούμε απ' τήν τρικυμία αύτού τού κόσμου . . .

(Αντιγραφή απο το Αlbum με τίτλο:[ΤΟ ΤΕΡΡΑΙΝ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ]
της Μαρίας Βουμβάκη)Βέβαια αφού το αντέγραψα το βρήκα και στο site
απ'όπου η φωτογραφία...

ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ




Το "Κορινθία" σάλπαρε και το "Απολλωνία"

κι η βάρδια σου τελείωσε μια νύχτα του Φλεβάρη

πάρε μαζί σου στα φριχτά του Άδη τελωνεία

του μαραμπού το γρύλλισμα λαθραίο μες τ' αμπάρι


Οι ζωγραφιές στο στήθος σου σαν φάρος θα φωτίζουν

όσους δεν αξιώθηκαν να χουν ένα ρραβέρσο

και στη στεριά παντοτινά μένουνε και σαπίζουν

ένα χωράφι σκάβοντας που μένει πάντα χέρσο


Με τον Μαρκόνη σου στειλα ένα στερνό ραπόρτο

να μάθεις πως βουλιάζουμε σ αυτήν εδώ τη ζήση

ένα παράξενο μασάει ο κόσμος τώρα χόρτο

όμως δε μοιάζει με κοκό ούτε και με χασίσι.

Στίχοι:Αντώνης Παπαϊωάννου,Μουσική:Θανάσης Γκαϊφύλιας
(Αντιγραφή απο:www.stixoi.info)

20.7.07

ΥΜΝΟΣ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ


Ύμνος στη θάλασσα
(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ)

Έναν ύμνο λαχτάρησα στη θάλασσα σε ρυθμούς απλωμένους σαν τις κραυγές
των κυμάτων
στη θάλασσα όταν ο ήλιος στα νέρα της σαν κατακόκκινη σημαία κυματίζει
στη θάλασσα όταν φιλά τα χρυσαφένια στήθη των παρθένων ακτών που καρ-
τερούν διψασμένες
στη θάλασσα καθώς ουρλιάζουν οι ορδές της κι εξακοντίζουν οι άνεμοι τις
βλαστήμιες τους
όταν αστράφτει μέσα στ’ατσάλινο νερό η λαμπερή και αιμόφυρτη σελήνη
στη θάλασσα όταν πάνω της διαχέει την απροσμέτρητη πίκρα του το κύ
πελλο των Άστρων.
Σήμερα κατηφόρησα απ’το βουνό στην κοιλάδα
κι απ’την κοιλάδα στην θάλασσα.
ο δρόμος τράβαγε μακρύς όσο κρατάει ένα φιλί.
Οι μυγδαλιές σκορπούσαν τις γαλανές σκιές των κορυφών τους πάνω στο μο-
νοπάτι

και στην κορφή της κοιλάδας, ο ήλιος
τινάζει τις ολόχρυσες Γολκόνδες του στο γλαυκό σου δάσος:Θάλασσα!
Μητέρα,Αδελφή,Ερωμένη...!
Μπαίνω μες στους απέραντους κήπους των νερών σου και κολυμπώ μακριά
από τη στεριά.
Τα κύματα έρχονται,με τους εύθραυστους θυσάνους των αφρών και χάνο-
νται μες τη βουή.Προς την ακτή.
Με τις κοκκινωπές βουνοκορφές της
με τα γεωμετρικά της σπίτια
με τις φοινικιές της,έρμαια του ανέμου
που τώρα έχουν γίνει πελιδνά και παράλογα σαν αποκρυσταλλωμένες μνή-
μες!
Ω θάλασσα ! Ω Ήλιε .Ω απέραντη κοίτη!
Και ξέρω γιατί σ’αγαπώ.Ξέρω πως είμαστε πολύ γερασμένοι,
κι ότι εμείς οι δύο γνωριζόμαστε εδώ κι αιώνες.
Ξέρω πως στα σεπτά και γελαστά νερά σου πρωτάναψε ο όρθρος της Ζωής.
(Στην τέφρα ενός τριτογενούς απομεσήμερου,ακούστηκαν οι πρώτοι μου
παλμοί στην αγκαλιά σου.)
Ω πρωτεόμορφη,βγήκα από μέσα σου!
Κι οι δυο μας αλυσοδεμένοι και περιπλανώμενοι
κι οι δυο μας με ακόρεστη δίψα γι’άστρα
κι οι δυο μας φως ,αέρας,δύναμη, σκοτάδια
κι οι δυο μας με τις απέραντες επιθυμίες μας,μα και τη φοβερή μας δυστυχία!

Χόρχε Λούις Μπόρχες/ΠΟΙΗΜΑΤΑ/ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Μετάφραση, Εισαγωγή,Σχόλια:Δημήτρης Καλοκύρης

17.7.07

MAR PORTUGUÊS



Ó mar salgado, quanto do teu sal

São lágrimas de Portugal!

Por te cruzarmos, quantas mães choraram,

Quantos filhos em vão rezaram!


Quantas noivas ficaram por casar

Para que fosses nosso, ó mar!

Valeu a pena? Tudo vale a pena

Se a alma não é pequena.


Quem quere passar além do Bojador

Tem que passar além da dor.

Deus ao mar o perigo e o abismo deu,

Mas nele é que espelhou o céu.


Fernando Pessoa


ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΗΣ ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑΣ

Ω,θάλασσα αλμυρή,πόσο πολύ από τ’ αλάτι σου
Δάκρυα Πορτογάλων είναι!
Για τα ταξίδια μας,πόσες μητέρες δεν έκλαψαν
Πόσα παιδιά άδικα προσευχήθηκαν!
Πόσες αρραβωνιαστικές έμειναν χωρίς άντρα
Για να γίνεις εσύ,θάλασσα,κτήμα δικό μας!

Στ’αλήθεια,άξιζε τον κόπο;Όλα τον κόπο αξίζουν
Αν η ψυχή μικρή δεν είναι.
Αυτός που θέλει μακρύτερα να φτάσει
Κι από του Bojador το κάβο,
Πρέπει να φτάσει πέρα απ’ τη λύπη.
Ο Θεός έκρυψε στη θάλασσα τον κίνδυνο,την άβυσσο,
Αλλά την έκανε, επίσης,καθρέφτη του ουρανού.


(Η Μετάφραση είναι απο:)
FERNANDO PESSOA/ΠΟΙΗΜΑΤΑ/PRINTA

16.7.07

ΟΙ ΜΠΕΑΤΟΙ ή ΤΗΣ ΜΗ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΟΙ ΑΓΙΟΙ



Απεκρίθησαν Σιδράχ, Μισάχ και Αβδεναγώ, λέγοντες τω βασιλεί Ναβουχοδονόσορ. «…γνωστον έστω σοι, βασιλεύ, ότι τοις θεοίς σοι ου λατρεύομεν, και τη εικόνι τη χρυσή, η έστησας,ου προσκυνούμεν».Τότε ο Ναβουχοδονόσορ επλήσθη θυμού … και άνδρας ισχυρούς ισχύι είπε πεδήσαντας τον Σιδράχ, Μισάχ και Αβδεναγώ εμβαλείν εις την κάμινον την καιομένην … Και οι τρεις ούτοι… έπεσον εν μέσω της καμίνου…Και διεχέετο η φλοξ επάνω της καμίνου επί πήχεις τεσσαράκοντα εννέα· και διώδευσε και ενεπύρισεν ους εύρε περί την κάμινον των Χαλδαίων. Ο δε Άγγελος Κυρίου συγκατέβη άμα τοις περί τον Αζαρίαν εις την κάμινον, και εξετίναξε την φλόγα του πυρός της καμίνου…ως πνεύμα δρόσου διασυρίζον, και ουχ ήψατο αυτών το καθόλου το πυρ… Τότε οι τρεις, ως εξ ενός στόματος ύμνουν και ηυλόγουν και εδόξαζον τον Θεόν εν τη καμίνω…
ΔΑΝΙΗΛ

Ο Αζαρίας , ο Ανανίας και ο Μισαήλ , ο Κερουάκ , ο Γκίνσμπεργκ και ο Κόρσο καθώς και προ αυτών ο μέγας πυρσός Ανδρέας Μπρετόν και η πλειάς του, και προ αυτών ακόμη ο κύκνος του Μοντεβιδέο Ισίδωρος Ducasse , ο Arthur Rimbaud , ο Raymond Roussel , ο Alfred Jarry και ωρισμένοι άλλοι , ως ο Henry Michaux και εκτός αυτών και άλλων εθνών εκπρόσωποι και τηλαυγείς αστέρες , όπως
Ο William Blake
O Shelley
O Poe και ο Χέρμαν Μέλβιλ
Ο David Thoreau
O Henry Miller
Και εκείνος ο μέγας ποταμός όμοιος με δρυ βασιλική ψηλός Walt Whitman
Ο Έγελος
Ο Κίρκεγκαρντ
Ο Λέων Τολστόη, κόσμος και ήλιος θερμουργός, πατήρ θεών και ανθρώπων
Ο Sigmund Freud
Ο Άγγελος Σικελιανός
Ο Αρίσταρχος των ηδονών και ο Κ.Π.Καβάφης
Ο Μαρξ
Ο Λένιν
Ο Κροπότκιν
Ο Μπακούνιν
Ο Böhme
O Νiτσε
O Victor Hugo
O Μωάμεθ
Ο Ιησούς Χριστός


Και ακόμη προ ολίγων ετών οι Essenin, Μαγιακόβσκη, Block (και θα μπορούσα να προσθέσω κι άλλους) ως παίδες εν τη καμίνω – έκαστος στην ιδική του γλώσσα – έστω και αν όλοι δεν συμφωνούσαν μεταξύ των , άπαντες , εν τη καμίνω έψαλλαν και σήμερον ακόμη ψάλλουν,με λόγια που μεθερμηνευόμενα - όχι από τους ορθολογιστάς – το ίδιο νόημα, κατά βάθος, έχουν, απαράλλακτα όπως οι συγγενικές – τουτέστιν οι από τα ίδια καύσιμα – φωτιές, όπου και αν καίνε, την ίδια φλόγα κάνουν. Και οι παίδες εξακολουθούν την μέρα και την νύκτα, (όσοι πιστοί, όσοι ζεστοί, μεσ’ στις ψυχές σας σκύβοντας θα τους ακούστε) οι τίμιοι παίδες εξακολουθούν να ψάλλουν. Και ενώ οι φλόγες της πυράς, περιδινούμεναι γύρω από τα σώματά των (ω Ιωάννα ντ’ Αρκ! ω Αθανάση Διάκο!), με κόκκινες ανταύγειες φωτίζουν τα κτίσματα των Βαβυλώνων, των παλαιών και τωρινών και τις μορφές των Ναβουχοδονοσόρων, απ’ την λερή την άσφαλτο των λεωφόρων (lâchez tout, partez sur les routes) και απ’ τις σκιές των σκοτεινών παρόδων, από τα έγκατα της γης και από τα μύχια της ψυχής, από τους κήπους με τα γιασεμιά και τους υακίνθους και από τα βάθη των δοχείων που τα δυσώδη απορρίμματα περιέχουν (lâchez tout, partez sur les routes), απ’ τις κραυγές του γλυκασμού των συνουσιαζομένων και από τους στεναγμούς της ηδονής των αυνανιζομένων, απ’ των τρελών τις άναρθρες φωνές και απ’ των βαρέων καημών τις στοναχές, ως λάβα ζεστή, ή ως σάλπιγξ μιας αενάου παρουσίας, μα προ παντός ως σπέρμα, ως σπέρμα ορμητικόν εν ευφροσύνη αναβλύζον, αναπηδούν και ανέρχονται στον ουρανόν (Αλληλούϊα! Αλληλούϊα!) με μάτια εστραμμένα προς τα επάνω, άκαυτοι και άφθαρτοι εις τον αιώνα, μπεάτοι και προφητικοί (Αλληλούϊα! Αλληλούϊα!),ερωτικοί, υψιτενείς, μεμουσωμένοι, και τώρα και πάντα (Αλληλούϊα! Αλληλούϊα!) με συνοδείαν των αγγέλων, και τώρα και πάντα, τον ερχομό και την ανάγκη (Αλληλούϊα! Αλληλούϊα!) τον ερχομό και την ανάγκη των νέων Παραδείσων ψάλλουν!
http://www.embiricos2001.gr/

ΜΟΥΣΩΝΑΣ



Τρελός μουσώνας ράγισε μεσονυχτίς τα ρέλια.

Στο χέρι σου χλωρό κλαρί, χαρτί κι ένα φτερό.

Τέσσεροι κάμανε καιροί τα ρούχα σου κουρέλια.

Να σε σκεπάσω θέλησα, γλιστράς και δε μπορώ.


Κοράλλι ο κατραμόκωλος βαστάει να σε φιλέψει.

Γιατί μπήγεις τα νύχια σου στη σάπια κουπαστή;

Είν' ένα φάδι αθώρητο και μου μποδάει τη βλέψη.

Γαλάζιο βλέπω μοναχά, γαλάζιο και σταχτί.


Παρακαλώ σε κάθησε να ξημερώσει κάπως.

Χρώμα να βρω, το πράσινο και τίντες μυστικές.

Κι απέ, το θρύλο να σου πω που μού 'πε μαύρος κάπος

τη νύχτα που μας έγλειφε φωτιά στο Μαρακές.


Ακόμα ξέρω τον αρχαίο σκοπό του Μινικάπε,

τη φοινικιά που ζωντανή θρηνεί στο Παραμέ.

Μα ένα πουλί μου μήνυσε πως κάποιος άλλος στα 'πε

κάποιος, που ξέρει να ιστορά καλύτερα από με.


Κάματος είναι που μιλά στενόχωρα και κάψα.

Πεισματική, και πέταξες χαρτί, φτερό, κλαδί,

όμως δεν είμαστε παιδιά να πιάσουμε την κλάψα.

Τι θα 'δινα - «Πάψε, Σεβάχ» - για να 'μουνα παιδί!


Αυγή, ποιος δαίμονας Ινδός σου μόλεψε το χρώμα;

Γυρίζει ο ναύτης τον τροχό κι ο γύφτος τη φωτιά.

Και μεις, που κάμαμε πετσί την καραβίσια βρώμα,

στο πόρτο θα κερδίσουμε και πάλι στα χαρτιά.


ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ/ΤΡΑΒΕΡΣΟ/ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΓΡΑ

14.7.07

Η ΚΟΜΗ




Ώ δέρας που ως τα σύρριζα του αυχένα έχεις σγουρίσει!
Ώ μπούκλες! Έκσταση, άρωμα με ραθυμία μεστό!
απόψε ωσότου η σκοτεινή σου κρύπτη να γεμίσει
μ’όσες η κόμη μέσα της μνήμες της έχει κλείσει,
να σειέται μές στον άνεμο σάρπα θα τη βαστώ.

Ή φλογισμένη η Αφρική κι η ηδονολάτρα Ασία
όλα τα εκεί τα μακρινά,τ’απόντα και θαμπά
ζούν,δάσος αρωματικό,στη μαύρη σου ησυχία!
Πώς πλέουν άλλα πνεύματα σε μουσική εξαίσια
στο μύρο σου,ίδια αγάπη μου κι ο νούς μου κολυμπά!

Θα φύγω,εκεί όπου του φυτού,του ανθρώπου τ’ωρμασμένου
φρύγεται η ακμή μες στη ριπή των λαύρων τροπικών.
Βοστρύχωση κυματιστή,κατευοδότρα γένου!
Έκθαμβον κλείνεις όνειρον ω θάλασσα του εβένου
αρμένων και κωπηλατών,φλογών και καταρτιών!

Λιμάνι πολυθόρυβο να πιούν και να χορτάσουν
ήχο και χρώμα και άρωμα τα χείλη της ψυχής,
που επάνω σε κυματισμούς που ολόχρυσοι εναλλάσσουν
τα πλοία ανοίγουνε πανιά τη δόξα ν’αγκαλιάσουν
της θέρμης του γλαυκού ουρανού που πάλλει συνεχής.

Σ’αυτόν το μαύρο ωκεανό που εντός του κλείει τον άλλο
θα βάλω το κεφάλι μου που μέθη αποζητά
Και το πανούργο πνεύμα μου,κινούμενο απ’το σάλο,
Ώ γόνιμη οκνηρία μου θα σ’έβρει δίχως άλλο
κι εσάς του ευόσμου αναπαμού λικνίσματα γλυκά!

Μαλλιά γαλάζια ερεβικά σκοτάδια πυκνωμένα
μου φέρνετε το γαλανό του απέραντου ουρανού.
Το χνούδι των βοστρύχων σας σαν με χαιδεύει εμένα
μεθάω με κάτι αρώματα πηχτά κι αναμιγμένα
λαδιού από ινδοκάρυο,μόσχου και κατραμιού.

Χρόνον καιρό το χέρι μου μες τη βαριά σου χαίτη
μαργαριτάρι,σάφειρο,ρουμπίνι θα σκορπά
έτσι που αυτί στον πόνο μου να δίνεις τον ικέτη!
Δεν μ’αποδέχεσαι,όαση,στ’ονείρατα δραπέτη,
δεν είσαι η στάμνα απ’όπου ο νούς ανάμνησες ρουφά;

Σ.Μπωντλαίρ /Ανθολογία Γαλλικής Ποίησης
Χ.Λιοντάκης/ Καστανιώτης (Το χαρακτικό είναι Picasso)
/div>


LA CHEVELURE

Ô toison, moutonnant jusque sur l'encolure!
Ô boucles! Ô parfum chargé de nonchaloir!
Extase! Pour peupler ce soir l'alcôve obscure
Des souvenirs dormant dans cette chevelure,

Je la veux agiter dans l'air comme un mouchoir!
La langoureuse Asie et la brûlante Afrique,
Tout un monde lointain, absent, presque défunt,
Vit dans tes profondeurs, forêt aromatique!

Comme d'autres esprits voguent sur la musique,
Le mien, ô mon amour! nage sur ton parfum.
J'irai là-bas où l'arbre et l'homme, pleins de sève,
Se pâment longuement sous l'ardeur des climats;

Fortes tresses, soyez la houle qui m'enlève!
Tu contiens, mer d'ébène, un éblouissant rêve
De voiles, de rameurs, de flammes et de mâts:
Un port retentissant où mon âme peut boire

À grands flots le parfum, le son et la couleur
Où les vaisseaux, glissant dans l'or et dans la moire
Ouvrent leurs vastes bras pour embrasser la gloire
D'un ciel pur où frémit l'éternelle chaleur.

Je plongerai ma tête amoureuse d'ivresse
Dans ce noir océan où l'autre est enfermé;
Et mon esprit subtil que le roulis caresse
Saura vous retrouver, ô féconde paresse,

Infinis bercements du loisir embaumé!
Cheveux bleus, pavillon de ténèbres tendues
Vous me rendez l'azur du ciel immense et rond;
Sur les bords duvetés de vos mèches tordues

Je m'enivre ardemment des senteurs confondues
De l'huile de coco, du musc et du goudron.
Longtemps! toujours! ma main dans ta crinière lourde
Sèmera le rubis, la perle et le saphir,

Afin qu'à mon désir tu ne sois jamais sourde!
N'es-tu pas l'oasis où je rêve, et la gourde
Où je hume à longs traits le vin du souvenir?

— Charles Baudelaire

HEAD OF HAIR

O fleecy hair, falling in curls to the shoulders!
O black locks! O perfume laden with nonchalance!
Ecstasy! To people the dark alcove tonight
With memories sleeping in that thick head of hair.

I would like to shake it in the air like a scarf!
Sweltering Africa and languorous Asia,
A whole far-away world, absent, almost defunct,
Dwells in your depths, aromatic forest!

While other spirits glide on the wings of music,
Mine, O my love! floats upon your perfume.
I shall go there, where trees and men, full of vigor,
Are plunged in a deep swoon by the heat of the land;

Heady tresses be the billows that carry me away!
Ebony sea, you hold a dazzling dream
Of rigging, of rowers, of pennons and of masts:
A clamorous harbor where my spirit can drink

In great draughts the perfume, the sound and the color;
Where the vessels gliding through the gold and the moire
Open wide their vast arms to embrace the glory
Of a clear sky shimmering with everlasting heat.

I shall bury my head enamored with rapture
In this black sea where the other is imprisoned;
And my subtle spirit caressed by the rolling
Will find you once again, O fruitful indolence,
Endless lulling of sweet-scented leisure!

Blue-black hair, pavilion hung with shadows,
You give back to me the blue of the vast round sky;
In the downy edges of your curling tresses
I ardently get drunk with the mingled odors

Of oil of coconut, of musk and tar.
A long time! Forever! my hand in your thick mane
Will scatter sapphires, rubies and pearls,
So that you will never be deaf to my desire!

Aren't you the oasis of which I dream, the gourd
From which I drink deeply, the wine of memory?

— William Aggeler, The Flowers of Evil (Fresno, CA: Academy Library Guild, 1954)

HER HAIR

O fleece that down her nape rolls, plume on plume!
O curls! O scent of nonchalance and ease!
What ecstasy! To populate this room
With memories it harbours in its gloom,

I'd shake it like a banner on the breeze.
Hot Africa and languid Asia play
(An absent world, defunct, and far away)
Within that scented forest, dark and dim.

As other souls on waves of music swim,
Mine on its perfume sails, as on the spray.
I'll journey there, where man and sap-filled tree
Swoon in hot light for hours. Be you my sea,

Strong tresses! Be the breakers and gales
That waft me. Your black river holds, for me,
A dream of masts and rowers, flames and sails.
A port, resounding there, my soul delivers

With long deep draughts of perfumes, scent, and clamour,
Where ships, that glide through gold and purple rivers,
Fling wide their vast arms to embrace the glamour
Of skies wherein the heat forever quivers.

I'll plunge my head in it, half drunk with pleasure —
In this black ocean that engulfs her form.
My soul, caressed with wavelets there may measure
Infinite rocking& in embalmed leisure,

Creative idleness that fears no storm!
Blue tresses, like a shadow-stretching tent,
You shed the blue of heavens round and far.
Along its downy fringes as I went

I reeled half-drunken to confuse the scent
Of oil of coconuts, with musk and tar.
My hand forever in your mane so dense,
Rubies and pearls and sapphires there will sow,

That you to my desire be never slow —
Oasis of my dreams, and gourd from whence
Deep-draughted wines of memory will flow.

— Roy Campbell, Poems of Baudelaire (New York: Pantheon Books, 1952)

THE FLEECE

O shadowy fleece that falls and curls upon those bare
Lithe shoulders! O rich perfume of forgetfulness!
O ecstasy! To loose upon the midnight air
The memories asleep in this tumultuous hair,

I long to rake it in my fingers, tress by tress!
Asia the languorous, the burning solitude
Of Africa — a whole world, distant, all but dead —
Survives in thy profundities, O odorous wood!

My soul, as other souls put forth on the deep flood
Of music, sails away upon thy scent instead.
There where the sap of life mounts hot in man and tree,
And lush desire untamed swoons in the torrid zone,

Undulant tresses, wild strong waves, oh, carry me!
Dream, like a dazzling sun, from out this ebony sea
Rises; and sails and banks of rowers propel me on.
All the confusion, all the mingled colors, cries,

Smells of a busy port, upon my senses beat;
Where smoothly on the golden streakèd ripples flies
The barque, its arms outspread to gather in the skies,
Against whose glory trembles the unabating heat.

In this black ocean where the primal ocean roars,
Drunken, in love with drunkenness, I plunge and drown;
Over my dubious spirit the rolling tide outpours
Its peace — oh, fruitful indolence, upon thy shores,

Cradled in languor, let me drift and lay me down!
Blue hair, darkness made palpable, like the big tent
Of desert sky all glittering with many a star
Thou coverest me — oh, I am drugged as with the blent

Effluvia of a sleeping caravan, the scent
Of coco oil impregnated with musk and tar.
Fear not! Upon this savage mane for ever thy lord
Will sow pearls, sapphires, rubies, every stone that gleams,

To keep thee faithful! Art not thou the sycamored
Oasis whither my thoughts journey, and the dark gourd
Whereof I drink in long slow draughts the wine of dreams?

— George Dillon & Edna St. Vincent Millay, Flowers of Evil (NY: Harper and Brothers, 1936)

OF HER HAIR

O fleece, billowing on her neck! O ecstasy!
O curls, O perfume rich with nonchalance, O rare!.
Tonight to fill the alcove's warm obscurity,
To make that hair evoke each dormant memory,

I long to wave it like a kerchief in the air.
Africa smoldering and Asia languorous,
A whole far distant world, absent and almost spent,
Dwells in your forest depths, mystic and odorous!

As others lose themselves in the harmonious,
So, love, my heart floats lost upon your haunting scent.
I shall go where both man and tree, albeit strong,
Swoon deep beneath the rays of sunlight's blazing fires.

Thick tresses, be the waves to bear my dreams along!
Ebony sea, your dazzling dream contains a throng
Of sails, of wafts, of oarsmen, and of masts like spires.
A noisy harbor where my thirsty soul may drain

Hues, sounds and fragrances, in draughts heavy and sweet,
Where vessels gliding down a moiré-and-gold sea lane
Open their vast arms wide to clutch at the domain
Of a pure sky ashimmer with eternal beat.

Deep shall I plunge my head, avid of drunkenness,
In this black sea wherein the other sea lies captured,
And my soul buoyant at its undulant caress
Shall find you once again, O fruitful idleness,

O long lullings of ease, soft, honeyed and enraptured.
O blue-black hair, pennon with sheen and shadow fraught,
You give me back the vast blue skies of dawn and dusk,
As on the downy edges of your tresses, caught

In your soft curls, I grow drunken and hot, distraught
By mingled scents of cocoanut and tar and musk.
Sapphires, rubies, pearls — my hand shall never tire
Of strewing these through your thick mane — how lavishly! —

Lest Life should ever turn you deaf to my desire!
You are the last oasis where I dream, afire,
The gourd whence deep I quaff the wine of memory.

— Jacques LeClercq, Flowers of Evil (Mt Vernon, NY: Peter Pauper Press, 1958)

THE HEAD OF HAIR

O Fleece, foaming to the neck!
O curls! O scent of laziness!
Ecstasy! This evening, to people the dark comers
Of memories that are sleeping in these locks,

I would wave them in the air like a handkerchief!
Languorous Asia and burning Africa,
A whole world, distant, absent, almost extinct,
Lives in the depths of your perfumed jungle;

As other souls sail along on music,
So mine, O my love, swims on your scent.
I shall go over there where trees and men, full of sap,
Faint away slowly in the passionate climate;

O strong locks, be the sea-swell that transports me!
You keep, O sea of ebony, a dazzling dream
Of sails and sailormen, flames and masts:
A resounding haven where in great waves

My soul can drink the scent, the sound and color;
Where ships, sliding in gold and watered silk,
Part their vast arms to embrace the glory
Of the pure sky shuddering with eternal heat

I shall plunge my head, adoring drunkenness,
Into this black ocean where the other is imprisoned;
And my subtle spirit caressed by the sway
Will know how to find you, O pregnant idleness!

In an infinite cradle of scented leisure!
Blue hair, house of taut darkness,
You make the blue of the sky seem huge and round for me;
On the downy edges of your twisted locks

I hungrily get drunk on the muddled fragrances
Of coconut oil, of musk and tar
For a long time! For ever! Amongst your heavy mane
My hand will strew the ruby, pearl and sapphire

To make you never deaf to my desire!
For are you not the oasis where I dream, the gourd
Where in great draughts I gulp the wine of memory?

— Geoffrey Wagner, Selected Poems of Charles Baudelaire (NY: Grove Press, 1974)

13.7.07

ΧΑΛΚΟΓΡΑΦΙΑ





Στην Αργυρώ Νεγρεπόντη

Σε κάποια έκθεση,κυρία,
είχ’αγοράσει τα «Καράβια» σας,
με αρκετή απάθεια τότε για το θέμα
πλοίον,ιστίον και πάν μέσον.

Η λεπτή τέχνη της ακινησίας τους,
αφηγημένη σε χαλκό,
φούσκωνε τα πανιά της αφοβίας μου
κι η αλλαγμένη θάλασσα
στο χρώμα της φωτιάς που πρωτοκαίει,
του χαλκού όταν πυρώνει
απ’την τριβή της συλληψής σας,
με γέμιζε υγεία:
επιτέλους μια θάλασσα οχι γαλάζια.

Αυτά πρίν από χρόνια.
Παραμέλησα τα καράβια σας
χρόνια σε κάποιο τοίχο,
λάσκα δεμένα
στην υπογραφή σας «Αργυρώ».
Αλλά τώρα,μετ’από τόσα χρόνια,Αργυρώ,
πές μου τι θα σου στοίχιζε
μια πρόβλεψη ανέμων;
Πάνω στη θάλασσα,
πίσω απ’τα καράβια,
επρεπε να έχεις χαράξει
και κάποιο γλιτωμό.
Αφού βούλιαξαν ολοι οι τρόποι
θα έφευγα με μια χαλκογραφία.

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ / ΠΟΙΗΜΑΤΑ /ΙΚΑΡΟΣ

ΚΑΨΑΜΕ ΤΑ ΚΑΡΑΒΙΑ ΜΑΣ




We are such stuff as dreams are made on;
And our little life is rounded with a sleep.
William Shakespeare,The Tempest

Κάψαμε τα καράβια μας και χαρίσαμε στάχτη στη θάλασσα
Κι ανταλλάξαμε θάλασσα με μια φούχτα ασάλευτη γη
Κάψαμε τα καράβια μας και ριζώσαμε δέντρα στο χώμα
Κι ονειρευόμαστε...

ΜΗΝΑΣ ΔΗΜΑΚΗΣ
ΠΟΡΕΙΑ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ / ΕΡΜΗΣ
Δυστυχώς δεν κατάφερα να βρώ φωτογραφία τουΔημάκη στον Κυβερνοχώρο,ποστάρω λοιπόν αυτόν τονPicasso που μου αρέσει...

12.7.07

ΠΙΚΡΙΑ


(TIZIANO) ...ΟΧΙ ΣΤΟ ΑΣΧΕΤΟ ΒΕΒΑΙΑ!

Ξέχασα κείνο το μικρό κορίτσι από το Αμόι
και τη μουλάτρα που έζεχνε κρασί στην Τενερίφα,
τον έρωτα, που αποτιμάει σε ξύλινο χαμώι,
και τη γριά που μέτραγε με πόντους την ταρίφα.

Το βυσσινί του Τισιανού και του περμαγγανάτου,
και τα κρεβάτια ξέχασα τα σαραβαλιασμένα
με τα λερά σεντόνια τους τα πολυκαιριασμένα,
για το κορμί σου, που έδιωχνε το φόβο του θανάτου.

Ο,τι αγαπούσα αρνήθηκα γιά το πικρό σου αχείλι:
τον τρόμο που δοκίμαζα πηδώντας το κατάρτι,
το μπούσουλα, τη βάρδια μου και την πορεία στο χάρτη,
για ένα δυσεύρετο μικρό θαλασσινό κοχύλι.

Τον πυρετό στους τροπικούς, του Rio τη μαλαφράντζα,
την πυρκαγιά που ανάψαμε μιά νύχτα στο Μανάο.
Τη μαχαιριά που μού 'δωσε ο Μαγιάρος στην Κωστάντζα
και ''Σε πονάει με τη νοτιά;'' - Οχι, απ' αλλού πονάω.

Του τρατολόγου τον καημό, του ναύτη την ορφάνια,
του καραβιού που κάθησε την πλώρη τη σπασμένη.
Τις ξεβαμμένες στάμπες μου, που 'χα για περηφάνεια,
γιά σένα, που σαλπάρισες, γολέτα αρματωμένη.

Τι να σου τάξω, ατίθασο παιδί, να σε κρατήσω;
Παρηγοριά μου ο σάκος μου, σ' Αμερική και Ασία.
Σύρμα που εκόπηκε στα δυό και πως να το ματίσω;
Κατακαημένε, η θάλασσα μισάει την προδοσία.

Κατέβηκε ο Πολύγυρος και γίνηκε λιμάνι.
Λιμάνι κατασκότεινο, στενό, χωρίς φανάρια,
απόψε που αγκαλιάστηκαν Εβραίοι και Μουσουλμάνοι
και ταξιδέψαν τα νησιά στον πόντο, τα Κανάρια.

Γέρο, σου πρέπει μοναχά το σίδερο στα πόδια,
δυό μέτρα καραβόπανο, και αριστερά τιμόνι.
Μια μέδουσα σ' αντίκρυσε γαλάζια και σιμώνει
κι ένας βυθός που βόσκουνε σαλάχια και χταπόδια.
7 - 2 - 1975
ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ / ΤΡΑΒΕΡΣΟ /ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΓΡΑ

BLIND PEW



Μακριά απ’τη θάλασσα κι από της μάχης τη μανία,
-έτσι τιμά ό,τι έχασε η αγάπη –
ο τυφλός πειρατής τριγυρίζει
σε κάτι χωματόδρομους στη Βρετανία.

Του γάβγισαν σκυλιά πίσ’ από μάντρες,
τον πήραν στο κορόιδο τα παιδιά
κοιμήθηκε άσχημα,ανήσυχο ύπνο
στα μαύρα χώματα μιας ρεματιάς.

Ήξερε όμως πως, μακριά,σε χρυσαφιά ακρογιάλια
ένας κρυμένος θησαυρός τον περιμένει
κι έτσι η ψυχή του ησυχάζει αλαφρωμένη.

Όπως κι εσένα,σ’άλλα χρυσαφιά ακρογιάλια
σε περιμένει ένας θησαυρός αρχαίος:
ο μέγας θάνατος,ο ακαθόριστος και αναγκαίος.




Χόρχε Λουίς Μπόρχες
Ποιήματα
Ελληνικά Γραμμάτα

10.7.07

Ο ΚΑΙΟΜΕΝΟΣ




Κοιτάχτε μπήκε στή φώτια !είπε ένας άπ’ τό πλήθος.
Γυρίσαμε τά μάτια γρήγορα.Ήταν
στ’αλήθεια αυτός πού απόστρεψε το πρόσωπο όταν τού
μιλήσαμε.Καί τώρα καίγεται.Μά δέ φωνάζει βοήθεια.

Διστάζω.Λέω νά πάω εκεί.Νά τόν αγγίξω μέ τό χέρι μου.
Είμαι από φύση μου φτιαγμένος νά παραξενεύομαι.

Ποιός είναι τούτος πού αναλίσκεται περήφανος;
Τό σώμα του τό ανθρώπινο δέν τόν πονά;

Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή.Καί δύσκολη.Φοβάμαι.
Ξένη φωτιά μήν τήν αακατεύεις μού είπαν.

Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος.Καταμόναχος.
Κί όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο.

Γινόνταν ήλιος.

Στήν εποχή μας όπως καί σέ περασμένες εποχές
άλλοι είναι μέσα στή φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε.

ο Ποιήτης μοιράζεται στά δυό.


ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ
ΣΥΛΛΟΓΗ Ι 1951-1964
<<ΕΡΜΗΣ>>ΑΘΗΝΑ 1990

9.7.07

ΤΑ ΠΛΟΙΑ




Περνάνε κάποτε κάτι πελώρια πλοία,
Πόρτ-Σάιντ, Αλεξάνδρεια, Ισμαηλία,

όλο κοράλλινα κοσμήματα,σχοινιά,
εβένινους ιστούς,μεταξωτά πανιά,

πλοία θεσπέσια,γεμάτα θησαυρούς,
λεπτά γυαλιά,φαγέντσες,κέραμους αβρούς,

απ’τις μεγάλες αγορές της φαντασίας,
απ’τα νερά των Ινδιών και της Ασίας,

φθάνουν και πλέουν στα δικά μας τα νερά,
σαν οπτασίες άυλες,σαν όνειρα,

με τις πολύχρωμες σημαίες ανοιγμένες,
και στους δικούς μας τους στενόχωρους λιμένες

δεν σταματούν.Ήρεμα,μεγαλοπρεπώς,
απομακρύνονται και φεύγουν δια παντός,

δόξα στην πλώρη τους και άνεμος στην πρύμνη,
κι απο το περασμά τους τίποτα δεν μένει,

μόνο ένας ήχος νοερός σαν μουσική
που στην αναμνησή μας μέσα κατοικεί.

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΑΨΑΛΗΣ
ΣΤΟΝ ΤΑΦΟ ΤΟΥ ΚΑΒΑΦΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΓΡΑ-2003

7.7.07

ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΟΙΗΤΕΣ




Δεν είμαστε ποιητές
Σημαίνει εγκαταλείπουμε τον αγώνα
Παρατάμε τη χαρά στους ανίδεους
Τις γυναίκες στα φιλιά του ανέμου
Και στη σκόνη του καιρού
Σημαίνει πως φοβόμαστε
Και η ζωή μας έγινε ξένη
Ο θάνατος βραχνάς.

Γιώργος Σαραντάρης

ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΙΚΟ ΓΚΑΤΣΟ




((Όλα τα πουλάκια ζυγά ζυγά
το έρημο τ’αηδόνι το μονάχο))


............................................................
Υπάρχει ένα χωριό στά μέρη μας
Πού σίγουρα εσύ ποτέ δεν πήγες
υπάρχει ένα βουνό στά μέρη μας
πού σίγουρα από μακριά το είδες

Κανένας χάρτης τ’ονομά τους δεν το έγραψε
κανένα χέρι παιδικό
κανένας τοίχος με καρφί δεν κράτησε
εικόνα τους και θυμιατό

Υπάρχει ένα χωριό στά μέρη μας
πού στις αυλές οι λέξεις σου ανθίζουν
υπάρχει ένα βουνό στα μέρη μας
που οι βράχοι του εσένα θυμίζουν

Ίσως μια μέρα ένας δάσκαλος
ένα παιδί σαν το Χριστό
λύσει τον κόμπο απ’ το μαντήλι σου
και τα βαφτίσει Αμοργό

Ο πόνος ο μεγάλος
είναι πάντα βουβός
σε χωμάτενιο δρόμο
πηγαίνει μοναχός
ο πόνος ο μεγάλος
τα μαύρα του μαλλιά
τα λούζει,τα χτενίζει
μέσα στην ερημιά

Μια ασημένια λεύκα
και μια βελανιδιά
του στρώνουν το κρεβάτι
του ανάβουνε φωτιά

Ο πόνος ο μεγάλος
Πρίν σκύψει γιά νερό
θολώνει το ποτάμι
μη δει τον ουρανό
μη δει,και του ξεφύγει
ο αναστεναγμός
άρχοντας είναι ο πόνος
που ντύθηκε φτώχος

Τα νεραντζάτα τ’ αργυρά
τα ρούχα σου τα βρήκα
στο ξύλινο σεντούκι μας
στης μανάς μου την προίκα


Τα πλένω στ’αγρια ρέματα
στα σκοτεινά πηγάδια
να σβήσω όμως δεν μπορώ
κάτι παλιά σημάδια


Τα πήρα και γυρίσαμε
μαζί την Οικουμένη
δεν βρέθηκε κορμοστασιά
το μποί σου να υφαίνει

Δεν λύγισε η κουβέντα μας
ούτε ενα λεπτό
το είδα και το ένιωσα
βαθιά πως σ’αγαπώ

Ακούμπησα στον ορκό σου
λαγκαδινό αγκωνάρι
στα τόξα της καμάρας μου
σ’έβαλα καβαλάρη

Στην πέτρα σου εσκάλισα
Ρόδακες και σταυρό
ζωγράφισα στο γείσο σου
δικέφαλο αετό

Δεν λύγισε η κουβέντα μας
ούτε ενα λεπτό
το είδα και το ένιωσα
βαθιά πως σ’αγαπώ

Ανεύθυνος σαν το Θεό
Με το σακάκι του ριχτό
Περπάταγε ένας μάγκας

Σ’ανηφοράκι σκοτεινό
με το παπούτσι το δετό
τριζάτο στο πλακάκι

Αζάπης πλάνος και βουβός
πηγαίνει πάντα μοναχός
τον ίδιο τοίχο γδέρνει

ΘΟΔΩΡΗΣ ΓΚΟΝΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΓΡΑ

5.7.07

ΣΤΡΟΦΕΣ ΣΤΡΟΦΑΛΩΝ



Στον Λεωνίδα Α. Εμπειρίκο

Ως υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Άσπρο στο σώμα σου και κίτρινο στις τσιμινιέρες
Διότι βαρέθηκες τα βρωμερά νερά των αγκυροβολίων
Εσύ που αγάπησες τις μακρινές σποράδες
Εσύ που σήκωσες τα πιο ψηλά μπαϊράκια
Εσύ που πλέχεις ξέθαρρα στις πιο επικίνδυνες σπηλιάδες
Χαίρε που αφέφηκες να γοητευθείς απ’ τις σειρήνες
Χαίρε που δεν φοβήθηκες ποτέ τις συμπληγάδες.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Στο σέλας της θαλάσσης με τους γλάρους
Κ’ είμαι σε μια καμπίνα σου όπως εσύ μέσ’ στην καρδιά μου.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Φωνές εδώ και φάλαινες στο πέρασμά σου πάρα κάτω
Από τα ύφαλά σου αντλούνε τα παιδιά την μακαριότητα
Από το πρόσωπό σου την ομοιότητα με σένα
Και μοιάζεις με αυτούς που εσύ κ’ εγώ γνωρίζουμε
Αφού γνωρίζουμε τι θα πη φάλαινα
Και πως ιχνηλατούν οι αλιείς τα ψάρια.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Φυγομαχούν όσοι κρυφά σε μυκτηρίζουν
Όσοι πουλούν τα δίχτυα σου και τρωνε λίπος
Ενώ διασχίζεις τις θαλάσσιες πραιρίες
Και φθάνεις στα λιμάνια με τα πούπουλα
Και τα κοσμήματα της όμορφης γοργόνας
Πούχει στο στήθος της ακόμη τα φιλιά σου.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Είναι ο καπνός σου πλόκαμος της ειμαρμένης
Που ξετυλίγεται μέσ’ στην αιθρία και ανεβαίνει
Σαν μαύρη κόμη ηδυπαθούς παρθένας ουρανίας
Σαν λυρική κραυγή του μουεζίνη
Όταν αστράφτει η πλώρη σου στο κύμα
Όπως ο λόγος του Αλλάχ στα χείλη του Προφήτη
Κι' όπως στο χέρι του η στιλπνή κι' αλάνθαστή του σπάθα.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Στις τροχιές των βαθυπτύχων οργωμάτων
Που λάμπουν στο κατόπι σου σαν τροχιές θριάμβου
Αύλακες διακορεύσεως χνάρια ηδονής που ασπαίρουν
Μέσ’ στο λιοπύρι και στο φως ή κάτω από τ’ αστέρια
Όταν οι στρόφαλοι γυρνούν πιο γρήγορα και σπέρνεις
Αφρό δεξιά κι’ αφρό ζερβά στο ρίγος των υδάτων.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Θαρρώ πως τα ταξείδια μας συμπίπτουν
Νομίζω πως σου μοιάζω και μου μοιάζεις
Οι κύκλοι μας ανήκουνε στην οικουμένη
Πρόγονοι εμείς των γενεών που εκκολάπτονται ακόμη
Πλέχουμε προχωρούμε δίχως τύψεις
Κλωστήρια κ’ εργοστάσια εμείς
Πεδιάδες και πελάγη κ’ εντευκτήρια
Όπου συνέρχονται με τις νεάνιδες τα παλληκάρια
Κ’ έπειτα γράφουνε στον ουρανό τις λέξεις
Άρμαλα Πόρανα και Βέλμα.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Ανθούνε πάντα στην καρδιά μας οι μηλιές
Με τους γλυκείς χυμούς και την σκιά
Εις την οποίαν έρχονται το μεσημέρι τα κορίτσια
Για να γευθούν τον έρωτα μαζύ μας
Και για να δουν κατόπι τα λιμάνια
Με τα ψηλά καμπαναριά και με τους πύργους
Όπου ανεβαίνουν κάποτε για να στεγνώσουν
Οι στεριανές κοπέλλες τα μαλλιά τους.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Αχούν οι φόρμιγγες της άπλετης χαράς μας
Με τα σφυρίγματα του ανέμου πρύμα – πλώρα
Με τα πουλιά στα σύρματα των καταρτιών
Με την ηχώ των αναμνήσεων σαν κιανοκιάλια
Που τα κρατώ στα μάτια μου και βλέπω
Να πλησιάζουν τα νησιά και τα πελάγη
Να φεύγουν τα δελφίνια και τα ορτύκια
Κυνηγητές εμείς της γοητείας των ονείρων
Του προορισμού που πάει και πάει μα δεν στέκει
Όπως δεν στέκουν τα χαράματα
Όπως δεν στέκουν και τα ρίγη
Όπως δεν στέκουν και τα κύματα
Όπως δεν στέκουν κ’ οι αφροί των βαποριών
Μήτε και τα τραγούδια μας για τις γυναίκες που αγαπάμε.

ΑΝΤΙΓΑΦΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΤΟΥ Υ.Π./www.embiricos2001.gr

4.7.07

ΣΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ,(ΠΛΑΤΕΙΑ ΤΟΥ ΣΤΑΘΜΟΥ,ΣΤΗ ΣΑΡΛΕΒΙΛ)




Στη χωρισμένη σε άθλια παρτέρια πλατεία,
Όπου άψογα είναι τα πάντα,δέντρα,λουλούδια,
Ασθματικοί αστοί,ασφυκτιώντας στη ζέστη
Φορούν,τα βράδια της Πέμπτης,τη φθονερή τους βλακεία.

Στη μέση του κήπου η μουσική του στρατού/
Λικνίζει τα κράνη στο βάλς των αυλών:
Στίς πρώτες σειρές ο δανδής σουλατσάρει,
Οι συμβολαιογράφοι φορούν μπρελόκ αριθμών.

Διοπτροφόροι λεφτάδες σημειώνουν τα φάλτσα,
Οι παχουλοί γραφιάδες τραβούν τις χοντρές τους κυράδες,
Και δίπλα τους βαδίζουν,πρόθυμοι οδηγοί,
Αυτές που τα βολάν τους μοιάζουν με ρεκλάμες.

..............................................................................................
Στον πάγκο απλώνει τα στρογγυλά μεριά του
Ο ευτυχισμένος αστός,Φλαμανδός κοιλαράς,
Κι απολαμβάνει, χαμένος σε όνειρα θεία,
Γαλλική μουσική και καπνό Γερμανίας.

.................................................................................................
Εγώ, σαν κουρελής φοιτητής,κάτω στις καστανιές
Τις πράσινες ξετρέχω τα σβέλτα κοριτσάκια:
Το ξέρουν καλά και γελώντας,τα μάτια
Σε μένα γυρνούν αδιακρισίες γεμάτα.

Η ζωή του Αρθούρου Ρεμπώ
Εκδόσεις Χατζηνικολή

3.7.07

ΕΝΑ ΚΑΡΑΒΙ ΦΕΥΓΕΙ




Ένα μεγάλο τετρακάταρτο καράβι
αφήνει αγάλια το λιμάνι - προς το βράδυ.
Η νηνεμία των νερών, καθώς τη σχίζει,
μ' αντιφεγγίσματα λευκών πανιών γεμίζει.
Είν' ένα ξενικό καράβι, στα πλευρά του
με κόπο συλλαβίζει ο κόσμος τ' όνομά του.
Από ποια μακρινά έχει έρθει μέρη
και το πού πάει - κανένας δεν το ξέρει.
Ούτε έν' άσπρο μαντίλι δεν το χαιρετάει,
τώρα που απ' τ' ακρολίμανο σιγά περνάει.
Μόνο οι γυναίκες το κοιτάν απ' τα μπαλκόνια,
σα ν' απολησμονήθηκαν εκεί από τα χρόνια.
Και τώρα που στο πέλαγο αρμενίζει
κι ο δειλινός ο ήλιος το φωτίζει,
- λάμπουν από χρυσάφι τα κατάρτια,
πορφύρες κυματίζουνε στα ξάρτια -,
οι άνθρωπου που κοιτάν στην παραλία
νιώθουν πιο άδεια, πιο στενή την πολιτεία
και πιο γυμνή ο καθένας τη ζωή του
- σαν κάτι να τους έφυγε μαζί του..."

Κώστας Ουράνης

2.7.07

ΤΟΥ ΑΙΓΑΓΡΟΥ




Πήδηξε ο αίγαγρος και στάθηκε σε μια ψηλή κορφή. Στητός και ρουθουνίζοντας κοιτάζει τον κάμπο και αφουγκράζεται πριν άλλο σκίρτημα σε άλλη κορφή τον πάη. Τα μάτια του λάμπουν σαν κρύσταλλα και μοιάζουν με μάτια αετού, ή ανθρώπου που μέγας οίστρος τον κατέχει. Το τρίχωμά του είναι στιλπνό και ανάμεσα στα πισινά του πόδια, πίσω και κάτω απ’ το κεντρί του, το μέγα σήμαντρον της απολύτου ορθοδοξίας ταλαντευόμενον σε κάθε σάλεμά του, βαριά και μεγαλόπρεπα κουνιέται.

Κάτω εκτείνεται ο κάμπος με τα λερά μαγνάδια του και τις βαρειές καδένες.

Ο αίγαγρος κοιτάζει και αφουγκράζεται. Από τον κάμπο ανεβαίνει μία μυριόστομη κραυγή ανθρώπων πνευστιώντων.

«Αίγαγρε! Αίγαγρε! Έλα σε μας για να χαρής και να μας σώσης».

Ο αίγαγρος κοιτάζει και αφουγκράζεται. Όμως δεν νοιάζεται καθόλου για όλου του κάτω κόσμου την βοή και την αντάρα. Στέκει στητός στα πόδια του, και όλο μυρίζει τον αέρα, σηκώνοντας τα χείλη του σαν σε στιγμές οχείας.

«Αίγαγρε! Αίγαγρε! Έλα σε μας για να ευφρανθής και να μας σώσης. Θα σε λατρέψουμε ως Θεό. Θα κτίσουμε ναούς για σένα. Θάσαι ο τράγος ο χρυσός! Και ακόμη θα σου προσφέρουμε πλούσια ταγή και όλα τα πιο ακριβά μανάρια μας… Για δες!»

Και λέγοντας οι άνθρωποι του κάμπου έσπρωχναν προς το βουνό ένα κοπάδι από μικρές κατσίκες σπάνιες, από ράτσα.

Ο Αίγαγρος στέκει ακίνητος και οσμίζεται ακόμη τον αέρα. Έπειτα, ξαφνικά, υψώνει το κεφάλι του και αφήνει μέγα βέλασμα, που αντηχεί επάνω και πέρα απ’ τα φαράγγια σαν γέλιο λαγαρό, και μονομιάς, με πήδημα γοργό, σαν βέλος θεόρατο ή σαν διάττων, ακόμη πιιο ψηλά πετιέται.

Γεια και χαρά σου, Αίγαγρε! Γιατί να σου φαντάξουν τα λόγια του κάμπου και οι φωνές του; Γιατί να προτιμήσης του κάμπου τα κατσίκια; Έχεις ό,τι χρειάζεσαι εδώ και για βοσκή και για οχείες και κάτι παρά πάνω, κάτι που, μα τον Θεό, δεν ήκμασε ποτέ κάτω στους κάμπους – έχεις εδώ την Λευτεριά!

Τα κρύσταλλα που μαζώχθηκαν και φτιάξαν τον Κρυστάλλη, ο Διονύσιος Σολωμός ο Μουσηγέτης, ο Ανδρέας ο πρωτόκλητος και πρωτοψάλτης Κάλβος, ο Περικλής Γιαννόπουλος που ελληνικά τα ήθελε όλα κ’ έκρυβε μέσα του, βαθιά, μια φλογερή ψυχή Σαβοναρόλα, ο μέγας ταγός ο Δελφικός, ο Αρχάγγελος Σικελιανός που έπλασε το Πάσχα των Ελλήνων και ανάστησε (Πάσχα και αυτό) τον Πάνα, ο εκ του Ευξείνου ποιητής ο Βάρναλης ο Κώστας , αι βάτοι αι φλεγόμεναι, ο Νίκος Εγγονόπουλος και ο Νικήτας Ράντος, ο Οδυσσεύς Ελύτης, που την ψυχή του βάφτισε στα ιωνικά νερά του Ελληνικού Αρχιπελάγους, ο εκ Λευκάδος ποιητής, αυγερινός και αποσπερίτης, ο Νάνος Βαλαωρίτης, αυτοί και λίγοι άλλοι, αυτοί που πήραν τα βουνά, να μην τους φάη ο κάμπος, δοξολογούν τον οίστρο σου και το πυκνό σου σπέρμα, γιε του Πανός και μιας ζαρκάδας Αφροδίτης.

Γεια και χαρά σου, Αίγαγρε, που δεν αγαπάς τους κάμπους ! Τι να τους κάνης: Ο ήλιος εδώ, κάθε πρωί, σηκώνεται ανάμεσα στα κέρατά σου! Στα μάτια σου λάμπουν οι αστραπές του Ιεχωβά και ο ίμερος ο άσβηστος του Δία, κάθε φορά που σπέρνεις εδώ, στα θηλυκά σου, την ένδοξη και απέθαντη γενιά σου!

Γεια και χαρά σου, Αίγαγρε, που δεν θα πας στους κάμπους! Γεια και χαρά σου, που πατάς τα νυχοπόδαρά σου στων απορρώγων κορυφών τα πιο υψηλά Ωσαννά!

Είπα και ελάλησα, Αίγαγρε, και αμαρτίαν ουκ έχω.

Γλυφάδα, 12.7.1960

1.7.07

Ο ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ ΕΝ ΤΟΙΣ ΜΥΣΤΗΡΙΟΙΣ






Πλην σαν ευρέθηκε μέσα στο σκότος,
μέσα στης γης τα φοβερά τα βάθη,
συντροφευμένος μ’ Έλληνας αθέους,
κ’ είδε με δόξες και μεγάλα φώτα
να βγαίνουν άυλες μορφές εμπρός του,
φοβήθηκε για μια στιγμήν ο νέος,
κ’ ένα ένστικτον των ευσεβών του χρόνων
επέστρεψε, κ’ έκαμε τον σταυρό του.
Aμέσως οι Μορφές αφανισθήκαν•
οι δόξες χάθηκαν — σβήσαν τα φώτα.
Οι Έλληνες εκρυφοκοιταχθήκαν.
Κι ο νέος είπεν• «Είδατε το θαύμα;
Aγαπητοί μου σύντροφοι, φοβούμαι.
Φοβούμαι, φίλοι μου, θέλω να φύγω.
Δεν βλέπετε πώς χάθηκαν αμέσως
οι δαίμονες σαν μ’ είδανε να κάνω
το σχήμα του σταυρού το αγιασμένο;»
Οι Έλληνες εκάγχασαν μεγάλα•
«Ντροπή, ντροπή να λες αυτά τα λόγια
σε μας τους σοφιστάς και φιλοσόφους.
Τέτοια σαν θες, εις τον Νικομηδείας
και στους παπάδες του μπορείς να λες.
Της ένδοξης Ελλάδος μας εμπρός σου
οι μεγαλύτεροι θεοί φανήκαν.
Κι αν φύγανε, να μη νομίζεις διόλου
που φοβηθήκαν μια χειρονομία.
Μονάχα σαν σε είδανε να κάνεις
το ποταπότατον, αγροίκον σχήμα
σιχάθηκεν η ευγενής των φύσις,
και φύγανε και σε περιφρονήσαν».
Έτσι τον είπανε, κι από τον φόβο
τον ιερόν και τον ευλογημένον
συνήλθεν ο ανόητος, κ’ επείσθη
με των Ελλήνων τ’ άθεα τα λόγια.

Κ.Π.ΚΑΒΑΦΗ
ΠΟΙΗΜΑΤΑ
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ
ΑΘΗΝΑ 2004

ΚΙ ΑΥΤΟΣ ΧΑΜΟΓΕΛΑΕΙ...



ΚΙ ΑΥΤΟΣ ΧΑΜΟΓΕΛΑΕΙ...

Γνωρίζω κάποιον κύριο πού ηλίθιο τόν νομίζουν,
γιατί παράξενα μιλεί κι ένα μονόκλ φοράει
γιατί συχνάζει μ’ασέμνες καί θλιβέρες γυναίκες
καί γιατί πάντα ό,τι τού πείς αύτος χαμογέλαει.

Πού στέκει ώρες αμίλητος καί σάν αφηρημένος,
καί πού όταν,τί έχει τόν ρωτούν οί φίλοι μ’απορία
αυτός κοιτάζοντας αλλού αρχίζει νά διηγιέται
ή μιάν αισχρήν ή μιά πολύ παράξενη ιστορία.

Γιά μιάν εταίρα υστερική πού ζεί κι όλο πεθαίνει,
Γιά έναν τρελόν όπου ζητάει γιά νά ’βρει τ’όνειρό του,
Γιά κάποιο γέρο πού αγαπάει μ’ανάστροφην αγάπη,
Γιά μιά γκριμάτσα τραγική κάποιου χλώμου Πιερόττου.

...Ξέρω ένα νέο πού οί φίλοι του ηλίθιο τόν νομίζουν,
Γιατί πράγματα πολύ περίεργα μιλάει
Κι όσες φορές πασχίζουνε νά τόνε συμβουλεύσουν
Κοιτά μέ περιφρόνηση καί θλιβερά γελαει...
Π.ΒΑΛΧΑΛΑΣ

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ
Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη
Εκδόσεις Άγρα