23.9.07

GUEVARA

Στον Θανάση Καραβία

Hτανε ντάλα μεσημέρι κι έδειξε μεσάνυχτα.
Έλεγε η μάνα του παιδιού: "Καμάρι μου, κοιμήσου".
Oμως τα μάτια μείνανε του καθενός ορθάνοιχτα
τότε που η ώρα ζύγιαζε με ατσάλι το κορμί σου.

Λεφούσι ο άσπρος μέρμηγκας, σύννεφο η μαύρη ακρίδα.
Oμοια με τις Μανιάτισσες μοιρολογούν οι Σχόλες.
Λάκισε ο φίλος, ο αδερφός. Πού μ' είδες και πού σ' είδα;
Φυλάει το αλώνι ο Σφακιανός κι ο Αρίδα την κορίδα.

Ποιος το 'λεγε, ποιος το 'λπιζε και ποιος να το βαστάξει.
Αλάργα φεύγουν τα πουλιά και χάσαν τη λαλιά τους.
Θερίζουν του προσώπου σου το εβένινο μετάξι
νεράιδες και το υφαίνουνε να δέσουν τα μαλλιά τους.

Πάνθηρας ακουρμάζεται, θωράει και κοντοστέκει.
Γλείφει τα ρόδα απ' τις πληγές, μεθάει και δυναμώνει.
Ξέρασε η γη τα σπλάχνα της και πήδησαν δαιμόνοι.
Σφυρί βαράει με δύναμη, μένει βουβό το αμόνι.

Πυγολαμπίδες παίζουνε στα μάτια τ' ανοιχτά.
Στ' όμορφο στόμα σου κοιμήθηκε ένας γρύλος.
Πέφτει απ' τα χείλη σου, που ακόμα είναι ζεστά,
ένα σβησμένο cigarillos.

Τ' όνειρο πάει με τον καπνό στον ουρανό,
έσμιξε πια με το καράβι του συννέφου.
Το φως γεννιέται από παντού μα είναι αχαμνό
και τα σκοτάδια το ξεγνέθουν και σου γνέφουν.

Χοσέ Μαρτί, (Κόνδορας πάει και χαμηλώνει,
περηφανεύεται, ζυγιάζεται, θυμάται.
Με τα φτερά του θα σκοτείνιαζ' ένα αλώνι.)
απόψε οι δυο συντροφιαστοί θα πιείτε μάτε.

Φτάνει ο Μπολίβαρ καβαλώντας το σαϊτάρι.
Παραμονεύει ορθή κουλέμπρα γκαστρωμένη.
Βότανα τρίβει η Περουβάνα σε μορτάρι
και μασουλάει φαρμακωμένο μανιτάρι.

Του Λόρκα η κόκκινη φοράδα χλιμιντράει,
μ' αυτός μπλεγμένος στα μετάξινα δεσμά του.
Μακρύ κιβούρι με τον πέτρινο κασμά του
σενιάρει ο φίλος και στο μπόι σου το μετράει.

Γέροντας ναύτης με τα μούτρα πισσωμένα
βάρκα φορτώνει με την πιο φτηνή πραμάτεια.
Έχει τα χέρια από καιρό ψηλά κομμένα.
Κι ήθελε τόσο να σου σφάλαγε τα μάτια.

Νίκος Καββαδίας

GUEVARA


GUEVARA

To Thanassis Karavias

It was high noon but it seemed midnight.
The child’s mother said, “Sleep, my treasure”,
but everyone’s eyes stayed open wide
when the hour balanced your body with steel.

A swarm of white ants, a cloud of locusts.
The Chileans lament like the women of Mani.
He left-the fried, the brother. Did we know one another?
The Cretan guards the threshing floor, Arriba the corriba.

Who said it? Who hoped for it?Who’ll bear it?
The birds fly off and their songs is lost.
Nereids shear the black silk from your face
and weave from it ribbons to tie up their hair.

A panther listens, peers and pauses?
licks your wound’s roses, gets drunk and strong.
The earth spewed her guts, and demons leapt out.
The hammer beats strongly, the anvil stays mute.

Fireflies play in the open eyes.
In your lovely mouth a cricket has slept.
From your still warm lips the burnt out end
of a small cigarillo drops to ground.

The dream drifts up with the smoke to the sky;
It’s merging now with the ship of cloud.
Light is born all around but it’s still very faint;
the darkness unravels it and beckons to you.

Jose Marti (the condor flies by,
dives and hovers, remembers, is proud;
with its wings it could darken a threshing-floor).
Tonight you’ll drink mate together.

Bolivar arrives, astride the fast colt.
A pregnant snake is standing in wait.
The Peruvian woman pounds herbs in a mortar
while chewing a poisonous kind of mushroom

Lorca’s red mare is neighing but he
is tangled still in silken bonds.
With his adze of stone the friend makes a coffin
measuring it precisely to fit your frame.

An aging sailor with a tar-stained face
loads a ship with worthless cargo.
A long time ago his arms were cut short.
And he wanted so badly to close your eyes.

Nikos Kavvadias

19.9.07

ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΩΝ ΩΡΩΝ (Απόσπασμα)


...Στην Μνήμη του Νίκου!



(...Να αισθάνομαι τα πάντα μ'ολους τους τρόπους,
να 'χω όλες τις απόψεις,
να μαι ειλικρινής αντιφάσκοντας κάθε λέπτο,
να δυσαρεστώ τον εαυτό μου με τη μεγάλη ελευθεριότητα
του πνεύματος,
και ν'αγαπάω τα πράγματα σαν θεός.
Εγώ, που είμαι πιότερο αδελφός ενός δέντρου παρά ενός
εργάτη,
εγώ που αισθάνομαι πιότερο τον πόνο που πρέπει να
νιώθει η θάλασσα σαν χτυπάει στ'ακρογιάλι
απ'τον αληθινό πόνο των παιδιών σαν τα χτυπούν
(α, ποσό αυτό πρέπει να 'ναι ψέμα,καημένα παιδάκια που
τα χτυπούν-
και γιατί οι αισθήσεις μου ν'αλλάζουν τοσο γρήγορα?)
εγώ, τελος,που'μαι ένας διάλογος αδιάλειπτος,
ακατανόητο κουβεντολόι,περασμένα μεσάνυχτα στον πύργο,
οταν οι καμπάνες ταλαντεύονται ανεπαίσθητα χωρίς να τις
αγγίζει χέρι
και πονάει να ξέρεις πως υπάρχει ζωή που πρέπει αύριο να
τη ζήσεις.
Εγώ,τέλος,κυριολεκτικά εγώ,
εγώ,πάλι,μεταφορικά εγώ,
εγώ,ο αισθισιαστής ποιητής,απεσταλμένος της Τύχης
ενώπιον των ανεπίληπτων νομών της ζωής,
εγώ ο καπνιστής τσιγάρων εξ επαγγέλματος,
ο τύπος που καπνίζει όπιο,πίνει αψέντι αλλά τελικά,
προτιμά να σκέφτεται πώς καπνίζει όπιο παρά να το
καπνίζει
και του ταιριάζει περισσότερο να κοιτάζει το αψέντι που
'ναι να πιεί παρά
να το πίνει...
Εγώ,αυτός ο ανώτερος διεφθαρμένος χωρίς αρχεία στην
ψυχή,
χωρίς προσωπικότητα με δηλωμένη αξία,
εγώ,ο επίσημος ερευνητής ασήμαντων πραγμάτων,
που θα'μουν ικανός να πάω να ζήσω στη Σιβηρία από
εμμονή και μόνο,
που πιστεύω πως δεν είναι κακό να μη δίνεις σημασία στην
πατρίδα
γιατί δεν έχω ρίζες,σαν τα δέντρα,ναι δεν έχω ρίζες...
Εγώ που τόσες φορές νιώθω τόσο πραγματικός σαν
μεταφορικό σχήμα,
σαν φράση γραμμένη από κάποιον άρρωστο στο βιβλίο του
κοριτσιού που συνάντησε στο προαύλιο,
σαν μια παρτίδα σκάκι στη γέφυρα ενός υπερωκεάνειου,
εγώ η γκουβερνάντα που σπρώχνει τα καροτσάκια σ'όλα
τα δημόσια πάρκα,
εγώ, ο αστυνόμος που την κοιτάζει πίσω απ'τη
δεντροστοιχία,
εγώ το παιδί στο καροτσάκι που λέει γειά σου στη διαυγή
ασυνειδησία του με την κουδουνίστρα του,
εγώ,το τοπίο πίσω απ' όλα αυτά,η αστική ηρεμία
που κατεβαίνει ανάμεσα απ'τα δέντρα του δημόσιου
πάρκου,
εγώ, αυτός που τους περιμένει όλους στο σπίτι,
εγώ,αυτός που συναντούν στο δρόμο,
εγώ αυτό που δεν γνωρίζουν για τους εαυτούς τους,
εγώ αυτό το κάτι που σκέφτεσαι και χαμογελάς,....)


Από το Η «Θαλασσινή ωδή»
και άλλα ποιήματα
ΑΛΒΑΡΟ ΝΤΕ ΚΑΜΠΟΣ! Ένα από τα 72 ετερώνυμα του
ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΠΕΣΣΟΑ.(Με τόσα εγώ...!!)
Μετάφραση: ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΑΔΗΜΑ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΞΑΝΤΑΣ

17.9.07

«...ΑΡΓΟΠΕΘΑΙΝΕΙ...»


Στην φωτογραφία:Ξύλινη Σειρήνα που κοσμεί το σπίτι του
Neruda στο Isla Negra!

«...Αργοπεθαίνει...»

Αργοπεθαίνει όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθει-
ας,επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τις ίδιες διαδρο-
μές,όποιος δεν αλλάζει περπατησιά,όποιος δεν
διακινδινεύει και δεν αλλάζει χρώμα στα ρούχα
του,όποιος δεν μιλεί σε όποιον δεν γνωρίζει.

Αργοπεθαίνει όποιος αποφεύγει ένα πάθος,όποιος
προτιμά το μαύρο για το άσπρο και τα διαλυτικά ση-
μεία στο ``ι`` αντί ενός συνόλου συγκινήσεων που
κάνουν να λάμπουν τα μάτια,που μετατρέπουν έ-
να χασμουρητό σε ένα χαμόγελο,που κάνουν την
καρδιά να χτυπά στο λάθος και στα συναισθήματα.

Αργοπεθαίνει όποιος δεν αναποδογυρίζει το τρα-
πέζι,όποιος δεν είναι ευτυχισμένος στη δουλειά
του,οποιος δεν διακινδυνεύει τη βεβαιότητα για
την αβεβαιότητα,για να κυνηγήσει ένα όνειρο,ο-
ποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του τουλάχιστον
μια φορά στη ζωή του να αποφύγει τις εχέφρονες
συμβουλές.

Αργοπεθαίνει όποιος δεν ταξιδεύει,όποιος δεν δια-
βάζει,όποιος δεν ακούει μουσική,όποιος δεν βρί-
σκει σαγήνη στον εαυτό του.

Αργοπεθαίνει όποιος καταστρέφει τον ερωτά του,
όποιος δεν επιτρέπει να τον βοηθήσουν,όποιος
περνάει τις μέρες του παραπονούμενος για την τύ-
χη του ή για την ασταμάτητη βροχή.

Αργοπεθαίνει όποιος εγκαταλείπει μια ιδέα του
πριν την αρχίσει,όποιος δεν ρωτά για πραγματά
που δεν γνωρίζει.

Αποφευγούμε το θάνατο σε μικρές δόσεις,όταν
θυμόμαστε πάντοτε ότι για να είσαι ζωντανός
χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη από
το απλό γεγονός της αναπνοής.

Μόνο η ενθέρμη υπομονή θα οδηγήσει
Στην επίτευξη μιας λαμπρής επιτυχίας.

Pablo Neruda

Μετάφραση του Βασίλη Χατζηγιάννη
από Ιταλική δημοσίευση αναφέρει το free περιοδικό
‘‘Κηρήθρες με αφορμή το βιβλίο’’απ’όπου το αντέγραψα !!

16.9.07

TURBINE TURNS


TURBINE TURNS
O ocean liner you sing and sail
Your body white and your funnels yellow
Tired of the anchorages’ filthy waters
You who have loved the faraway sporades
You who have raised the highest rebel banners
You who sail boldly into the most dangerous waters
Hail, who have let yourself be ravished by the sirens
Hail, who have never feared the clashing rocks.

O ocean liner you sing and sail
Over the radiance of the sea with gulls
And I am in your cabin as you are in my heart.

O ocean liner you sing and sail
The breezes recognize us and unloose their hair
They run towards us and their folds are fluttering
Some of pure white and others deepest purple
Folds of heartbeats folds of joy
Of the betrothed and the newly married.

O ocean liner you sing and sail
Clamor before you here, whales in your wake
From deep inside you children draw beatitude
And from your face, affinity with you
And you resemble those you and I know
Because we know what whale means
And how it is that fishermen hunt fish.

O ocean liner you sing and sail
They take to flight who sneer at you in secret
Who sell your nets and feed themselves on fat
While you traverse the prairies of the ocean
And sail into harbors decked in plumes
And jewelry from the lovely mermaid
Who bears your kisses still upon her breast.

O ocean liner you sing and sail
Your smoke-trail is a strand of destiny
Uncoiling in the ether and ascending
Like the black locks of a voluptuous heavenly virgin
Or like the lyric cry of the muezzin
When your prow flashes on the waves
As the word of Allah flashes on the Prophet’s lips
And in his hand his bright unerring sword.

O ocean liner you sing and sail
Along the tracks of deeply folded furrows
Which glitter in your wake like tracks of triumphs
Channels of defloration footprints of pleasure panting
In the bright light of burning noon or underneath the stars
When your turbines turn faster and you scatter
Foam to the left and foam to the right upon the shivering waters.

O ocean liner you sing and sail
It seems to me our journeys run together
I think that we resemble one another
Our circles are a part of all creation
Forbears of generation still emerging
We sail we travel forward without guilt
Forges and mills and factories are we
Great plains and oceans and assemblies
Where young men come together with their maidens
And then inscribe upon the sky the words
Armala Porana and Velma.

O ocean liner you sing and sail
Apple trees blossom always in our hearts
With their sweet juices and their shade
To which the young girls come at noon
So they can taste love with us
And afterwards so they can see the harbors
With the tall belfries and the towers
Where landlocked maidens climb
To dry their hair.

O ocean liner you sing and sail
Our lyres of boundless joy ring out
With the wind’s whistling fore and aft
With birds upon the wires of the masts
With echoes of remembrance like binoculars
Which I hold up before my eyes and see
Islands and oceans approaching
Dolphins and quails retreating
Hunters are we of the delight of dreams
The destination that runs on but never rests
As dawns never rest
And shivers never rest
And as waves never rest
And as the wakes of ships never rest
Nor our songs for the women we love.

Andreas Embiricos

13.9.07

ΟΤΑΝ ΚΑΤΕΒΟΥΜΕ...




(...Λίγο πριν την άφιξη στο terrain...Μπρρρρ!! Λίγο άσχετος ο πίνακας αλλά
μου αρέσει πολύ...!)

Όταν κατέβουμε...

Όταν κατέβουμε τη σκάλα, τι θα πούμε
στους ίσκιους που θα μας υποδεχτούνε,
αυστηροί, γνώριμοι, αόριστοι φίλοι,
μ' ένα χαμόγελο στ' ανύπαρκτά τους χείλη;

Τουλάχιστον δωπέρα είμαστε μόνοι,
περνάει η μέρα μας, η άλλη ξημερώνει,
και μες στα μάτια μας διατηρούμε ακόμα
κάτι που δίνει στα πράγματα χρώμα.

Αλλά εκεί κάτου τι να πούμε, πού να πάμε;
Αναγκαστικά ένας τον άλλο θα κοιτάμε,
με κομμένα τα χέρια στους αγκώνες,
ασάλευτοι σαν πρόσωπα σε εικόνες.

Αν έρθει κανείς την πλάκα μας να χτυπήσει,
θα φαντάζεται πως έχουμε ζήσει.
Αν πάρει ένα τριαντάφυλλο ή αφήσει χάμου,
το τριαντάφυλλο θα 'ναι της άμμου.

Κι αν ποτέ στα νύχια μας ανασηκωθούμε,
τις βίλες του Posilipo θα ιδούμε,
Κύριε, Κύριε και το τερραίν του Παραδείσου
όπου θα παίζουν κρίκετ οι οπαδοί Σου.

Κώστας Καρυωτάκης

7.9.07

O NAVIO DE ESPELHOS


O navio de espelhos
não navega cavalga

Seu mar é a floresta
que lhe serve de nível

Ao crepúsculo espelha
sol e lua nos flancos

Por isso o tempo gosta
de deitar-se com ele

Os armadores não amam
a sua rota clara

(Vista do movimento
dir-se-ia que pára)

Quando chega à cidade
nenhum cais o abriga

O seu porão traz nada
nada leva à partida

Vozes e ar pesado
é tudo o que transporta

(E no mastro espelhado
uma espécie de porta)

Seus dez mil capitães
têm o mesmo rosto

A mesma cinta escura
o mesmo grau e posto

Quando um se revolta
há dez mil insurrectos

(Como os olhos da mosca
reflectem os objectos)

E quando um deles ala
o corpo sobre os mastros
e escruta o mar do fundo

Toda a nave cavalga
(como no espaço os astros)

Do princípio do mundo
até ao fim do mundo

Mário Cesariny

Αντιγραφή/Copiar/copy.

http://mgreis-hsn.blogspot.com/search/label/Poetry

5.9.07

THALASSA


Thalassa, also known as Thalatta, Thalath, or Tethys is the Greek personification of the sea. Aether and Hemera were her parents. She's called the mother of Aphrodite by Zeus. She was the wife of Pontus and the mother of nine Telchines, who are known as fish children because they have flippers for hands; yet, they have the head of a dog. In some Greek stories, she is known as the mother of all. "Thalassa even goes by fish mother" This name is not only because she bore Telchines, it's also because she is creator of all sea life. Thalassa's name means 'sea'. A mercantile sea kingdom is also associated with her name: Thalassocracy. In Greece, she is specifically the personification of the Mediterranean Sea. Thalassa did not have god-like qualities. She was more of a metaphor than a person. She was also a vast, lonely sea on non-populated shores. So, she was never a goddess.

ΔΑΣΗ ΘΥΜΑΜΑΙ ΣΙΩΠΗΛΑ...

Δάση θυμάμαι σιωπηλά που είχαμε περάσει,
δάση μεγάλα σένα που έμουσκεύαν φώς μουντό.
Φθινόπωρο ήταν,και των πεθαμένων φύλλων ώρα
είχε αντηχήσει μέσα μας ο θρήνος ο βουβός.
Από το ξάγναντο ύστερα που βγήκαμε,δε μένει
στο νού μου τώρα πια παρά μια εικόνα με πολύν
ήλιο,παράξενα λαμπρόν, θέρος ακόμη ως νάταν.
Και τίποτε άλλο μα να τώρα η αναμνήση μου αυτή
που πάει να ξαναποντιστεί στης μνήμης μου τα σκότη,
σα μύρο,σα μιας ήρεμης ημέρας δειλινό
νιώθω να χύνεται,νιώθω ναπλώνεται βαθιά μου
και την ψυχή μου να την πλημμυρά ωσάν μουσική
η θαμπή θύμηση μιας γυναικός αγαπημένης.

ΚΛΕΩΝ ΠΑΡΑΣΧΟΣ