5.10.08

ΣΕ ΜΙΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗΝ ΥΔΡΙΑ



ΣΕ ΜΙΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗΝ ΥΔΡΙΑ

Άνέραστη και ανέγγιχτη Νύφη, Σύ, της Γαλήνης
που η Σιωπή σε βύζαξε κι αργός σ’ έθρεψε ο Χρόνος,
Ίστορικέ, που πιό γλυκά απ’ το στίχο μου, έτσι μόνος
μιαν ιστορία απ’ τους αγρούς γεμάτη ανθούς ξεχύνεις.
Ποιός θρύλος μέσ’ στα στέφανα των φύλλων σου φαντάζει
θεών, θνητών, η και των δυό; Είναι τα Τέμπη η κάμποι
της Αρκαδίας; Άντρες ποιοί και ποιός θεός που λάμπει
είναι μπροστά μου; Τάχα αυτές τις κόρες τι τρομάζει;
Σαν τι να κηνυγούν τρελλά; Τι αγώνα θεν να φύγουν;
Τι αυλοί είναι και τι τύμπανα; Σε ποιάν έκσταση σμίγουν;

Οι μελωδίες που ακούς γλυκές. Μα αυτές που δεν ακούμε
είναι γλυκύτερες. Λοιπόν εμπρός αυλοί αρχινάτε.
Μα μή λαλείτε για τ’ αυτιά που φαίνονται. Αντηχάτε
στο νού μας ακριβότερους σκοπούς που δε γρικούμε:
Όμορφονιέ, δε δύνεσαι το τραγούδι ν’ αφήσεις
κάτω απ’ τα δέντρα, μήτε αυτά της γύμνιας να ’βρει ο δρόμος.
Ερωτεμένε, κι άν τολμάς ποτές δε θα φιλήσεις,
κι άς είσαι δίπλα στο σκοπό. Μα μη πικραίνεσαι όμως
τον πόθο σου ά δε χαίρεσαι κ’ η νιότη της δε σβήνει.
Για πάντα συ θε ν’ αγαπάς κι όμορφη θα ’ναι εκείνη.

Καλότυχα, καλότυχα κλαδιά! Τα φύλλα κάτου
να πέσουν δε μπορούν ποτές η το έχε γειά να πούνε
στην άνοιξη. Καλότυχε συ μελωδέ! Κυλούνε
σκοποί νέοι πάντα απ’ τον αυλό στ’ άπαρτο λαλημά του.
Κι αγάπη πιο καλόμοιρη και τρισευτυχισμένη!
Πάντα θερμές, πάντα χαρές θα τάζεις, καρδιοχτύπι
θε να σκορπάς κι η νιότη σου ποτές δε θ’ απολείπει.
Όλα τα πάθη της ζωής τα ξεπερνά και βγαίνει
η φλόγα σου που τις καρδιές με πίκρες τις χορταίνει,
φωτιά στάζει στα μέτωπα, τη γλώσσα αποξεραίνει.

Τούτοι που για θυσία πάν ποιοί να ’ναι; Ω ιερέα,
σε ποιό χλωρό βωμό οδηγάς αυτό το νιό δαμάλι
με τα μεταξωτά πλευρά, που έχουν στεφάνια βάλει,
ποιά πόλη σε βουνό χτιστή κάν σ’ όχτο η σ’ ακρογιάλι
μ’ ολόρτη μιάν ακρόπολη σε ειρηνεμένους τόπους
την ιερή τούτην αυγή στέκει άδεια απ’ τους ανθρώπους;
Και, ώ πόλη, πάντοτε η σιγή θα σέρνεται η μεγάλη
στους δρόμους σου, μήτε ψυχή καμιά θε να γυρίσει
το πώς μένεις πανέρημη ποτές ν’ ανιστορήσει.

Χαίρε, αττικόν ενσάρκωμα! Ωραία αρμονισμένο
με των μαρμάρινων αντρών και παρθένων τη γέννα
με καλοσκάλιστα κλαδιά και χόρτα πατημένα.
Σ’ άκρη, σαν να ’σουν το άπειρο, στη σκέψη σου δε βγαίνω,
βουβή μορφή. Άσμα βοσκού σε παγωμένα στήθια!
Τα γηρατιά τη γενιά τούτη σα φάν, θα μένεις
και σ’ άλλων μέσα συμφορές παρηγοριά, σαν κραίνεις
φίλος πάντα στον άνθρωπο: «η ομορφιά είναι αλήθεια
κ’ η αλήθεια είναι η ομορφιά». Μονάχα αυτό προκάνει
να μάθει ο άνθρωπος στη γής κι αυτό να μάθει φτάνει.

John Keats 1795-1821

Μεταφρ.Β.Καραμάνος