3.1.09

ΟΛΟΙ ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ ’ΝΑΙ ΜΕΘΥΣΜΕΝΟΙ




ΟΛΟΙ ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ ’ΝΑΙ ΜΕΘΥΣΜΕΝΟΙ

Από παλιά κι ακάθαρτη βροχήν όλοι οι νεκροί ’ναι μεθυσμένοι
στο παράξενο κοιμητήρι του Λοφότεν.
Το ρολόι, που την τήξη των πάγων σημαίνει, μακρυνό σημαίνει
στην καρδιά των φτωχικών φερέτρων του Λοφότεν.

Και χάρη στις τρύπες, που η μαύρη έσκαψεν άνοιξη,
πάχυναν τα κοράκια από σάρκα ανθρώπινη·
και χάρη στον ισχνό άνεμο με την παιδιάτικη φωνή,
κοιμούνται γλυκά οι πεθαμένοι του Λοφότεν.

Άχ, χωρίς άλλο, δε θα δω ποτέ
ούτε τη θάλασσα ούτε τους τάφους του Λοφότεν
κι ωστόσο μέσα μου είναι, σάμπως ν’ αγαπούσα
αυτή τη μακρυνή γωνιά της γής κι όλη της τη θλίψη.

Ώ εσείς χαμένοι, εσείς αυτόχειρες, εσείς μακρυνοί μου,
στο ξένο κοιμητήρι του Λοφότεν
―παράξενο και γλυκό τ’ όνομα ηχεί στ’ αυτί μου,
κοιμάστε, αλήθεια, πείτε μου, κοιμάστε;

―Θα μπορούσες κάτι πιο αλλόκοτο να μου ιστορήσεις,
ωραίο πιοτό, την ασημένια μου κούπα που γιομίζεις,
κάτι γοητευτικότερο ή λιγότερο τρλλό·
με το Λοφότεν σου ήσυχο άφησέ με!

Κάνει καλόν καιρό. Ανάλαφρα σέρνεται μέσα στο σπίτι
η φωνή του πιο μελαγχολικού μήνα από τους μήνες.
―Άχ ! οι νεκροί, κ’ οι νεκροί ακόμα του Λοφότεν―
οι νεκροί, οι νεκροί ’ναι, στο βάθος, λιγότερο νεκροί από μένα.

«O.V. de L. Milosz Ποιήματα»
Μτφρ.Άρης Δικταίος