26.1.09

ΤΟ ΕΓΚΩΜΙΟ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ

ΤΟ ΕΓΚΩΜΙΟ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ

Η θάλασσα είναι η μόνη μου αγάπη. Γιατί έχει την
όψη του ιδανικού. Και τ’ όνομα της είναι ένα θαυμα-
στικό.
Δε θυμάμαι το πρώτο αντίκρισμά της. Χωρίς άλλο
θα κατέβαινα από μια κορφή, φέρνοντας αγκαλιές
λουλούδια. Παιδί ακόμα, εσκεπτόμουν το ρυθμό του
φλοίσβου της. Ξαπλωμένος στην αμμουδιά, εταξίδευα
με τα καράβια που περνούσαν. Ένας κόσμος
γεννιόταν γύρω μου. Οι αύρες μου άγγιζαν τα μαλλιά.
Άστραφτε η μέρα στο προσωπό μου και στα χαλίκια.
Όλα μου ήταν ευπρόσδεκτα: ο ήλιος, τα
λευκά σύννεφα, η μακρινή βοή της.
Άλλά η θάλασσα, επειδή ήξερε, είχε αρχίσει το
τραγούδι της, το τραγούδι της που δεσμεύει και
παρηγορεί.
Είδα πολλά λιμάνια. Στοιβαγμένες πράσινες βάρκες
επήγαιναν δώθε κείθε σαν εύθυμοι μικροί μαθητές.
Κουρασμένα πλοία, με ονόματα περίεργα, εξωτικά,
ύψωναν κάθε πρωί τη σκιά τους. Άνθρωποι
σκεφτικοί, ώριμοι από την άλμη, ανέβαιναν σταθερά
τις απότομες, κρεμαστές σκάλες. Άγρια περιστέρια
ζυγίζονταν στις κεραίες.
Ύστερα ενύχτωσε. Μια κόκκινη γραμμή στον
ορίζοντα, μόλις έβρισκε απάντηση στις ράχες των
μεγάλων, αργών κυμάτων. Έσάλευαν σαν απο κάποια
μυστική, εσωτερική αιτία, και άπλωναν πλησιάζοντας,
για να σπάσουν απαλά, βουβά. Όλα τ’ άλλα―
ο ουρανός, τα βουνά αντίκρυ, το ανοιχτό πέλαγος-
ένα τεράστιο μαύρο παραπέτασμα.

Κώστας Καρυωτάκης