18.10.07

ΠΑΡΙΣΙ


ΠΑΡΙΣΙ

Παρίσι, ήταν καιρός τα ονείρατά μου
στο σκοτεινό πρωί σου να σκορπίσω
και να σ’ αφήσω παίρνοντας κοντά μου
τη θλιβερή χαρά να σ’ αγαπήσω.

Τώρα η Μεσόγειος λυγερή σειρήνα
που στο πλοίο μας γύρω αφροκοπάει
κι όλα του αφρού της τα κατάσπρα κρίνα
ένας σκοπός: μακριά σου να με πάη.

Κ’ ύστερα σα σιμώσουμε κει πέρα,
θαρθή προσταχτικό το φως ν’ ανοίξη
τα μάτια μου στην τρισγαλάζια μέρα
και την ενθύμησή σου να μου πνίξη.

Κ’ύστερα τα νησιά της θα χυμήσουν.
Κ’ η Αθήνα, ξέρω, δε θ’ αργοπορήση.
Θε να στηθούνε να μου πολεμήσουν
της αμαρτίας τον έρωτα, Παρίσι!

Και θα θελήσουν να ξεχάσω πόσο
σου δόθηκεν αμέσως η ψυχή μου.
Καθώς χωρίς την έγνοια ν’ ανταμώσω
γύριζα μέσ’ στους δρόμους μοναχή μου.

Όμως παντού έπιανα εύκολες φιλίες
γιατί σα να με ξέραν μου γελούσαν
παντού, σπίτια και πάρκα κ’ εκκλησίες
κι’ όταν ξαναπερνούσα μου μιλούσαν.

Και θα θελήσουν να ξεχάσω, πόση
καινούργια νειότη συ μούχες χαρίσει,
πως τη μοίρα μου ακόμα έχω ανταμώσει
γυρίζοντας στους δρόμους σου, Παρίσι.


Μαρία Πολυδούρη