19.12.07

ΕΛΕΓΕΙΑ ΠΡΩΤΗ


ΕΛΕΓΕΙΑ ΠΡΩΤΗ

Κι αν κραύγαζα ποιος θα μ' άκουε απ' τις τάξεις των αγγέλων;
Κι αν ένας, αίφνης, μ' έκλεινε στον κόρφο του, θα με συνέτριβε, πιστεύω,
η ισχυρότερη υπόστασή του. Δεν είναι το ωραίο παρά ο πρώτος
του τρομερού ο αναβαθμός. Να τον ανεχθούμε μόλις
είναι δυνατόν. Κι αν τον θαυμάζουμε, επιτέλους,
είναι γιατί δεν καταδέχεται, από αδιαφορία, να μας συντρίψει.
Κάθε άγγελος είναι τρομερός. Κι αρκούμαι την κραυγή να καταπνίξω,
που αναδύεται από μέσα μου, μ' ενός μαύρου λυγμού τη συνδρομή. Τι μένει;
Σε ποιον να καταφύγουμε; Σ' άγγελο μήτε μήτε σ' ανθρώπους πάλι.
Και τα ζώα ακόμη διαισθάνονται πως δεν είμεθα ως υπάρξεις,
εδώ, ασφαλείς. Σ' έναν κόσμο ζούμε, απλώς, γνωστόν, οικείο,
σοφά ερμηνευόμενον έστω. Ίσως και τούτο
να είναι αρκετό: να βλέπουμε την κάθε μέρα ένα δέντρο
στην άκρη μιας πλαγιάς. Μας μένει ακόμη ο χθεσινός ο δρόμος
και η εμμονή, η προσήλωση, σε μια κακότροπη συνήθεια,
που ήταν ευάρεστη σ' εμάς. Και προσκολλήθηκε· δεν φεύγει.
Ω, η Νύχτα, η Νύχτα! Όταν ο άνεμος από εκτάσεις
διαστημικές κατάμεστος, το πρόσωπό μας ανήλεα κτυπά και φθείρει,
σε ποιον δεν θα σταθεί, η Νύχτα, αυτή η περιπόθητη,
της έρημης καρδιάς η σύντροφος; Ωστόσο
και απογοητευτική, έστω και τρυφερή ως το τέλος.
Μήπως είναι πλέον αβρή προς τους ερωτευμένους;
Αλλοίμονο! Τη Μοίρα τους ο ένας απ' τον άλλο αποκρύπτει.
Αυτό ίσως δεν το γνώριζες. Λοιπόν τα χέρια σου προς το κενό ας τινάξεις,
προς τις εκτάσεις άνοιξέ τα, που μας τροφοδοτούν με την πνοή τους,
εκεί όπου τα πουλιά αισθάνονται πλέον οικείο τον αέρα.

Rainer Maria Rilke Ελεγεία πρώτη (απόσπασμα)
Οι ελεγείες του Duino.Τα σονέττα προς τον Ορφέα.
μτφρ. Βασ. Ι. Λαζανάς