26.7.07

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΡΟΔΟ


Το μυστικό Ρόδο

Μακρινό ρόδο μυστικό,ποτέ βεβηλωμένο,
την ώρα ετούτη την τρανή έχε με τυλιμένο,
όπου αυτοί που σε ζητούν στον Άγιο Τάφο πέρα
ή στα πιθάρια του κρασιού,μακριά από τη φοβέρα
κι απ’τη βουή ζούνε μακριά,του ονείρου του χαμένου,
βαθιά,σε βλέφαρα χλωμά,του ύπνου του μαγεμένου,
εκεί βαθιά που οι άνθρωποι εμορφιά τον ονομάσαν.
Μεγάλα είναι τα φύλλα σου που τον χρυσό αγκαλιάσαν
και τις γενειάδες τις παλιές των εστεμμένων Μάγων.
Τυλίξαν και το βασιλιά που ’δε Σταυρό μεγάλον
σε όραμα Δρυϊδικό,και Τρυπημένα Χέρια
να υψώνονται,και τούς δαυλούς σα θαμπωμένα αστέρια,
ώσπου η ανώφελή του οργή και τη ζωή του επήρε.
Κι αυτόν που του θεού Μακλίρ τη σύζυγο την ηύρε
Σε φλογισμένη δρόσο εκεί σιμά στο ακρογιάλι
όπου αγέρας δεν φυσά για μια ξένη αγκάλη
την Έμερ έχασεν εκεί κι ολάκερη την πλάση.
Κι αυτόν που έδιωξε θεούς απ’τα ιερά τους δάση
και που εχόρτασε τσ’ανθούς των εκατό ημερών του,
κόκκινους, και εθρήνησε τα πλήθια των νεκρών του.
Τυλίξαν και το βασιλιά τον ονειροπαρμένο
που επέταξε το στέμμα του στη θλίψη του δέμενο,
το ρήγα τον περήφανο που βάρδο και παλιάτσο
εκάλεσε να ζήσουνε στο σκιερό το δάσο,
κρασί να πίνουνε πολύ μαζί μ’άλλους μπεκρήδες
Κι αυτόν που πούλησ’ αγαθά,σπίτι,χωράφια,γίδες,
κι έψαξε χρόνια αμέτρητα μέχρι της γης την άκρια
ώσπου ευρήκε κάποτε με γέλια κα με δάκρυα
μια τόσο λαμπερή ομορφιά,που οι άνδρες με τραγούδι
αλώνιζαν,μεσάνυχτα,πλάι σ’ ένα πλεξούδι,
μια τόση δα πλεξούδα της που είχανε κλεμμένη.
Κι εμένα τώρα η στιγμή,η ώρα με προσμένει
που ο μεγάλος άνεμος του έρωτα και του μίσους
θε να σκορπίσει μακριά τ’άστρα μες στις αβύσσους,
θα σβήσει όλα τ’ουρανού τ’αμέτρητα τ’αστέρια
σα σπίθες που πεθαίνουνε στου σιδερά τα χέρια.
Έφτασ’ η ώρα η δικιά σου –αγέρι μαγεμένο-
μακρινό Ρόδο,μυστικό, ποτέ βεβηλωμένο;

W.B.YEATS/70 ΕΡΩΤΙΚΑ / ΕΣΤΙΑ
Επιμέλεια-Σχολιασμός :
ΣΠΥΡΟΣ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ / ΜΑΡΙΑ ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΥ