10.7.07

Ο ΚΑΙΟΜΕΝΟΣ




Κοιτάχτε μπήκε στή φώτια !είπε ένας άπ’ τό πλήθος.
Γυρίσαμε τά μάτια γρήγορα.Ήταν
στ’αλήθεια αυτός πού απόστρεψε το πρόσωπο όταν τού
μιλήσαμε.Καί τώρα καίγεται.Μά δέ φωνάζει βοήθεια.

Διστάζω.Λέω νά πάω εκεί.Νά τόν αγγίξω μέ τό χέρι μου.
Είμαι από φύση μου φτιαγμένος νά παραξενεύομαι.

Ποιός είναι τούτος πού αναλίσκεται περήφανος;
Τό σώμα του τό ανθρώπινο δέν τόν πονά;

Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή.Καί δύσκολη.Φοβάμαι.
Ξένη φωτιά μήν τήν αακατεύεις μού είπαν.

Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος.Καταμόναχος.
Κί όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο.

Γινόνταν ήλιος.

Στήν εποχή μας όπως καί σέ περασμένες εποχές
άλλοι είναι μέσα στή φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε.

ο Ποιήτης μοιράζεται στά δυό.


ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ
ΣΥΛΛΟΓΗ Ι 1951-1964
<<ΕΡΜΗΣ>>ΑΘΗΝΑ 1990