20.5.08

ΤΡΙΖΕΙ ΓΛΥΚΑ

O.V.de L. Milosz

ΤΡΙΖΕΙ ΓΛΥΚΑ

Τρίζει γλυκά και σκουριασμένα κάποιο αμάξι...
Κλαίει το δειλινό παλιά χαρά...Ποιός είν;...
Πρέπει να βγεί κανένας να κοιτάξει.
-«Καλησπέρα τι κάνετε, Μιλόρδε Σπλήν;»

Τάλογα, τάλογα των περασμένων χλιμιντρούν μ’ ανησυχία
Στης λήθης τα παράθυρα, μέσ’ στη βραδιά, μεσ’ στη βραδιά.
-«Τη ντίβα που σας έχει πάρει την καρδιά,
Μιλόρδε, την ξανάειδατε στην Ιταλία;»

Βρέχει, βρέχει γκυκά η παλιά βροχή, θλιμένα
Στις στέγες, στις κόκκινες στέγες του παλιού καιρού.
«-Eυχαριστώ για το θερμό σας γράμμα από τη Σιέννα•
Κι’ ο Νοέλ;-Mε θυμάται που και που;»

Ο πετεινός σου, ο πετεινός σου, ανεμοδείχτη, λέει ποτέ πιά,
Πόναω, πονάω μέσ’ στην ψυχή, ώ γιαγιά βραδυά
«-Γκόνταμ! Αυτοί οι τρισάθλιοι του Φθινοπώρου δρόμοι!
Ά, ναί ...Σάς χαιρετούν ο Γκόντουϊν κι ο Πέρσυ από τη Ρώμη.»

Αλλοτινή βραδιά, γλυκειά σαν κάποιος που, πιωμένος
Παλιό κρασί των είκοσι χρονών, κοιμάται πλάϊ στη φωτιά.
-«K’ έπειτα, ξέρετε, είμαι τόσο αφηρημένος!
Ξέχασα στο Βεζούβιο να κάνω μια βουτιά.»

Ν.Εστία 1-2- 1953
O.V.de L. Milosz 1877-1939
Μ.Τ.Φ.Ρ. ΜΗΤΣΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ