8.5.08

CHAIARE, FRESHE E DOLCI ACQUE


CHAIARE, FRESHE E DOLCI ACQUE

Νερά καθαροφλοίσβιστα,
Γλυκύτατα και κρύα
Που μέσα αναγαλλιάζετο
Η ασύγκριτη ομορφιά·
Χλωρόκλαδα, όπου ακούμπησε
Τ’ ωραίο της πλευρό
( Μ’ ανοίγεται η ενθυμούμενη
Καρδιά με στεναγμό)·

Κι’ εσείς, που από το μόχθο σας,
Δροσόχορτα, δροσάνθη,
Ο κόλπος του φορέματος
Ο αγγελικός ευφράνθη·
Αέρα ιερέ, που μ’ έσφαξαν
Τα μάτια τα λαμπρά·
Ακούστε τα παράπονα
Που κάνω υστερινά.

Αν να κλεισθούν οι μέρες μου
Δακρύζοντας μου μέλλει
Από το πάθος το άπειρο,
Κι’ o Ουρανός το θέλει
Μιάν χάρην η βαριόμοιρη
Ψυχή μου επιθυμεί,
Να λάβη εδώ τον τάφο της
Κι’ ολόγυμνη να βγή.

Πικρός, πικρός ο θάνατος!
Αλλά δεν είναι τόσο,
Αν τέτοια ελπίδα της ψυχής
Εγώ μπορώ να δώσω·
Γιατί που νάβρη η δύστυχη
Περσότερη ησυχιά,
Για να γδυθή τα κόκαλα,
Τα μέλη τ’ αχαμνά;

Ίσως καιροί θε νάλθουνε
Που δε θα με μισήση
Η ωραιότης η άσπλαχνη·
Και θα ξαναγυρίση
Στον τόπο που μ’ απάντησε
Τη μέρα την ιερά,
Και να με δούν τα μάτια της
Θα δείξη επιθυμιά·

Αλλά, στες πέτρες βλέποντας
Το υστερινό μου χώμα,
Θ’ ανοίξη αναστενάζοντας
Έτσι γλυκά το στόμα,
Όπου για κάθε αμάρτημα
Θε να συγχωρεθώ-
Στενεύοντας με δάκρυα
Ωραία τον ουρανό.

Άνθια, θυμούμαι, επέφτανε
Απ’ τα κλωνάρια πλήθος,
Συρμένα από τον Έρωτα
Στο μαλακό το στήθος·
Κι έστεκε με ταπείνωση
Σε τόσην δόξα αυτή,
Ολόλαμπρη,ολοστόλιστη,
Απ’ την ανθοβολή.

Και ποιό από τ’ άνθια ησύχαζε
Απάνου στην ποδιά της,
Ποιό στα μαργαριτόπλεχτα
Λαμπρόξανθα μαλλιά της·
Στην όψη ποιό του ρεύματος
Του λιβαδιού, και ποιό
Λές κι’ έλεε αεροπλέοντας:
Ο έρως είν’ εδώ.

Πόσες φορές το πνεύμα μου
Από τρομάρα επιάσθη,
Και: Τούτη, τούτη, εφώναξα,
Στον ουρανόν επλάσθη!
Γιατί όλα τότε μούκαναν
Τα φρένα εκστατικά,-
Το σώμα, το γλυκόγελο,
Το πρόσωπο, η λαλιά·

Και τόσο αυτά μου κρύβανε
Στα μάτια την αλήθεια,
Πούλεα: Και πότε ανέβηκα,
Ποιός μούδωκε βοήθεια;-
Θαρρώντας οπώς έλαβα
Οικιά στον Ουρανό·
Κι’ εγώ από τότε ανάπαψη
Δε βρίσκω παρά δώ.

Και συ, και συ, τραγούδι μου,
Αν είχε ο νούς μου φθάσει
Να σε στολίση ώς ήθελα,
Τώρ’ άφηνες τα δάση,
Κι’ επρόβανες τα λόγια σου
Στον κόσμο θαρρετά·
Αλλά μην πάς, κι’ απόμεινε
Μ’ εμέ στην ερημιά.

FRANCESCO PETRARCA, ΜΤΦΡ.Δ.ΣΟΛΩΜΟΣ
ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΚΑΙ
ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΚΛΕΩΝΟΣ ΠΑΡΑΣΧΟΥ